Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για μια σειρά φορολογικών υποθέσεων που παραγράφονται στο τέλος του 2026, με την ΑΑΔΕ να επιταχύνει τις διαδικασίες ελέγχου και εκκαθάρισης. Το βάρος πέφτει σε παλαιότερες δηλώσεις, αδήλωτα εισοδήματα, συναλλαγές ακινήτων και επιχειρήσεις που εμφανίζουν μηδενική δραστηριότητα στα φορολογικά τους έντυπα, ενώ από άλλες πηγές προκύπτουν έσοδα. Στόχος είναι να εντοπιστούν αποκλίσεις πριν εκπνεύσουν οι σχετικές προθεσμίες και να καταλογιστούν οι φόροι που αναλογούν.
Στο πλαίσιο αυτό, η φορολογική διοίκηση προετοιμάζει νέες ειδοποιήσεις και πράξεις προσδιορισμού φόρου για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που δεν υπέβαλαν δηλώσεις ή εμφάνισαν εισοδήματα χαμηλότερα από εκείνα που προκύπτουν από τα διαθέσιμα στοιχεία. Οι έλεγχοι καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο οικονομικής δραστηριότητας, από τα έσοδα των ακινήτων και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις έως τον ΦΠΑ και τις κρατικές ενισχύσεις.
Κομβικό ρόλο παίζουν οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, καθώς επιτρέπουν στην ΑΑΔΕ να συγκρίνει τις δηλώσεις με πληροφορίες από τρίτους, ψηφιακές πλατφόρμες και άλλες διαθέσιμες βάσεις δεδομένων. Με αυτόν τον τρόπο, υποθέσεις που ενδεχομένως δεν θα εντοπίζονταν μέσα από τον έλεγχο μιας δήλωσης εξετάζονται πλέον με βάση τη συνολική οικονομική εικόνα του υπόχρεου.
Πού εστιάζονται οι έλεγχοι
Στον προγραμματισμό της ΑΑΔΕ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 περιλαμβάνονται συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογικών υποθέσεων. Μεταξύ αυτών είναι:
-Παλαιές δηλώσεις εισοδήματος: Εκκαθάριση δηλώσεων φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων προηγούμενων φορολογικών ετών, με έμφαση στις υποθέσεις που πλησιάζουν στην παραγραφή.
-Μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ: Αξιοποίηση των δεδομένων του myDATA για τον έλεγχο μηδενικών δηλώσεων.
-Δηλώσεις Ε9 και φορολογικά έντυπα: Εντοπισμός φορολογουμένων που δεν υπέβαλαν τις απαιτούμενες δηλώσεις ή οφείλουν να διορθώσουν τα στοιχεία τους, τόσο ως φυσικά όσο και ως νομικά πρόσωπα.
-Ακίνητα και μεταβιβάσεις: Έλεγχος αγοραπωλησιών που δεν δηλώθηκαν, με ιδιαίτερη έμφαση σε περιπτώσεις υπολογισμού του φόρου μεταβίβασης βάσει προσωρινής αξίας ακινήτου.
-Γονικές παροχές πρώτης κατοικίας: Εξέταση του κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις απαλλαγής από τον φόρο, καθώς και εάν είχε προηγηθεί άλλη απαλλαγή από φόρο μεταβίβασης, γονικής παροχής ή κληρονομιάς.
-Πρόγραμμα Golden Visa: Διασταυρώσεις για μεταβιβάσεις ακινήτων σε αλλοδαπούς στο πλαίσιο του προγράμματος.
-Βραχυχρόνιες μισθώσεις: Έλεγχος για το φορολογικό έτος 2025, μέσω της αντιπαραβολής του προβλεπόμενου Αριθμού Μητρώου Ακινήτου (ΑΜΑ) με τα δεδομένα των σχετικών πλατφορμών.
-Ξενοδοχεία και Booking: Σύγκριση των ακαθάριστων εσόδων που δήλωσαν ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για το 2024 με τις συναλλαγές τους μέσω της πλατφόρμας.
-Κρατικές ενισχύσεις: Έλεγχος των στοιχείων που υπέβαλαν οι δικαιούχοι, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είναι ακριβή και ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις χορήγησης των ενισχύσεων.
Πότε εκδίδονται πρόσθετα εκκαθαριστικά
Η διαδικασία ξεκινά από την επεξεργασία των πληροφοριών που έχει συγκεντρώσει η φορολογική διοίκηση. Τα στοιχεία των δηλώσεων αντιπαραβάλλονται με δεδομένα τρίτων και, εφόσον προκύψουν διαφορές που επηρεάζουν τον φόρο, μπορεί να εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού.
Στο πεδίο των ελέγχων περιλαμβάνονται εισοδήματα ανεξάρτητα από την πηγή ή τη χώρα προέλευσής τους. Μισθοί, συντάξεις, επιχειρηματικά κέρδη, μισθώματα, μερίσματα, τόκοι και δικαιώματα εξετάζονται σε συνάρτηση με όσα έχουν δηλωθεί. Αν εντοπιστούν ποσά που δεν έχουν συμπεριληφθεί στη φορολογική δήλωση, η ΑΑΔΕ μπορεί να υπολογίσει τον φόρο που αναλογεί, ενώ, ανάλογα με την υπόθεση και τη φορολογική περίοδο, ενδέχεται να προκύψουν πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογής είναι οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ, ενώ οι συναλλαγές τους καταγράφονται σε άλλες πηγές. Αντίστοιχα, τα έσοδα από ακίνητα και τουριστικές πλατφόρμες μπορούν να συγκριθούν με τα ποσά που εμφανίζονται στις φορολογικές δηλώσεις. Οι αποκλίσεις δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παράβασης, αποτελούν όμως λόγο για περαιτέρω έλεγχο.
Το δικαίωμα αμφισβήτησης των φορολογουμένων
Η έκδοση ειδοποίησης ή πρόσθετου εκκαθαριστικού δεν σημαίνει ότι ο φορολογούμενος χάνει το δικαίωμα να αμφισβητήσει τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε ο υπολογισμός του φόρου. Εάν θεωρεί ότι έχουν χρησιμοποιηθεί λανθασμένες πληροφορίες ή ότι δεν έχει αποτυπωθεί σωστά η οικονομική του κατάσταση, μπορεί να προσκομίσει τα σχετικά δικαιολογητικά και να ακολουθήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες αμφισβήτησης.
Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε υποθέσεις που βασίζονται σε στοιχεία τρίτων ή σε ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, καθώς ενδέχεται να υπάρχουν λάθη, ελλείψεις ή διαφορές ως προς τη φύση και τον χρόνο πραγματοποίησης μιας συναλλαγής.
