Ηλεκτροκίνηση: Η αγορά «πατά γκάζι» και θέλει να αλλάξει ταχύτητα

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις αγορές με χαμηλότερα επίπεδα εξοικείωσης με τα ηλεκτρικά οχήματα, μαζί με χώρες όπως η Ουγγαρία και η Κύπρος

Ηλεκτροκίνηση © Freepik

Η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτροκίνησης εισέρχεται σε μια πιο ώριμη, αλλά και πιο απαιτητική φάση. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η αποδοχή της τεχνολογίας, αλλά η επιτάχυνση της πραγματικής υιοθέτησής της. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της τελευταίας έρευνας του European Alternative Fuels Observatory, η οποία, με δείγμα 3.019 οδηγών από το σύνολο των 27 κρατών-μελών, αποτυπώνει με σαφήνεια τόσο τη δυναμική όσο και τις «τριβές» της αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων (EV) στην Ευρώπη. Η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη αλλά εξαιρετικά ενθαρρυντική: η ηλεκτροκίνηση δεν βρίσκεται πλέον στο στάδιο της αμφισβήτησης, αλλά σε μια μεταβατική φάση κανονικοποίησης, όπου η πρόκληση μετατοπίζεται από το «αν» στο «πότε» και «πώς».

Η ευρωπαϊκή αγορά εμφανίζεται ώριμη. Περίπου τέσσερις στους πέντε οδηγούς διατηρούν θετική ή ουδέτερη στάση απέναντι στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Πιο συγκεκριμένα, το 31% δηλώνει θετικό και το 16% πολύ θετικό απέναντι στα EV, ενώ ένα σημαντικό 30% παραμένει ουδέτερο. Τα αρνητικά ποσοστά είναι αισθητά χαμηλότερα, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι η τεχνολογία έχει πλέον ξεπεράσει το στάδιο της καχυποψίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενική συναίνεση κρύβεται η πραγματική πρόκληση της αγοράς: η μετατροπή της αποδοχής σε αγορά. Ένα μεγάλο τμήμα των οδηγών εξακολουθεί να αναρωτιέται αν ένα ηλεκτρικό όχημα μπορεί να καλύψει τις καθημερινές του ανάγκες. Η έννοια της «προσωπικής συμβατότητας» αναδεικνύεται σε κομβικό παράγοντα, λειτουργώντας ως το σημείο όπου «σπάνε» πολλές από τις προθέσεις αγοράς. Με άλλα λόγια, η ηλεκτροκίνηση έχει πλέον εδραιωθεί ως μια απολύτως ρεαλιστική και ολοένα πιο ελκυστική επιλογή για τους οδηγούς, ακόμη κι αν δεν έχει φτάσει στο σημείο να αποτελεί την αυτονόητη πρώτη επιλογή για όλους.

Την ίδια στιγμή, η αγορά διαμορφώνεται με ταχείς ρυθμούς. Πάνω από 78 ενεργές εταιρείες δραστηριοποιούνται πλέον σε όλο το φάσμα της ηλεκτροκίνησης, από την παραγωγή και προμήθεια ενέργειας, έως τις υποδομές φόρτισης, τις ψηφιακές υπηρεσίες, τα συστήματα αποθήκευσης και τη διαχείριση στόλων. Πρόκειται για ένα οικοσύστημα που σταδιακά αποκτά βάθος και ωριμότητα, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη: Χαμηλή εξοικείωση, αλλά επιτάχυνση

Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις αγορές με χαμηλότερα επίπεδα εξοικείωσης με τα ηλεκτρικά οχήματα, μαζί με χώρες όπως η Ουγγαρία και η Κύπρος. Αντίθετα, χώρες όπως η Δανία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία και η Ολλανδία εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα διείσδυσης και εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι για μεγάλο μέρος των Ελλήνων οδηγών, η ηλεκτροκίνηση παραμένει ακόμη σύμφωνα με την έκθεση, μια «υπόθεση εργασίας» και όχι καθημερινή εμπειρία. Ωστόσο, η αγορά αρχίζει να «ζεσταίνεται», με τα πρώτα ισχυρά σημάδια ωρίμανσης να γίνονται όλο και πιο ορατά, προδιαγράφοντας μια πορεία σύγκλισης με τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές αγορές.

Σε επίπεδο πολιτικής, το πρόγραμμα «Κινούμαι Ηλεκτρικά – γ’ κύκλος» ενισχύεται, με τον προϋπολογισμό να αυξάνεται κατά 6 εκατ. ευρώ και να φτάνει πλέον τα 66 εκατ. ευρώ, ενώ η προθεσμία υποβολής αιτήσεων παρατείνεται έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026.

Παράλληλα, οι υποδομές αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς. Η ΔΕΗ μέσω της ΔΕΗ blue έχει ήδη ξεπεράσει τα 3.000 σημεία φόρτισης, δημιουργώντας το μεγαλύτερο δημόσιο δίκτυο στη χώρα, το οποίο εκτείνεται από τα αστικά κέντρα έως τις εθνικές οδούς, τα νησιά και τους ορεινούς προορισμούς, με παροχή 100% πράσινης ενέργειας. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Motor Oil, μέσω της πλατφόρμας nrg incharge, έχει αναπτύξει δίκτυο 912 σημείων φόρτισης, καλύπτοντας ήδη το 86% των εθνικών οδών. Από τα πρώτα βήματα της αγοράς το 2017 μέχρι σήμερα, η στρατηγική της εστιάζει πλέον στην ενίσχυση της παρουσίας στον αστικό ιστό, εκεί όπου διαμορφώνεται η καθημερινή χρήση.

Το βασικό εμπόδιο: Το κόστος και το «χάσμα αγοράς»

Παρά την πρόοδο, ο καθοριστικός παράγοντας που εξακολουθεί να επηρεάζει την τελική απόφαση είναι το κόστος. Σύμφωνα με την έρευνα, η διάμεση προθυμία πληρωμής των καταναλωτών διαμορφώνεται μεταξύ 19.000 και 20.000 ευρώ, επίπεδο που προσεγγίζει τις τιμές των συμβατικών οχημάτων. Ωστόσο, η πλειονότητα των διαθέσιμων ηλεκτρικών μοντέλων εξακολουθεί να κινείται υψηλότερα, δημιουργώντας μια εμφανή απόσταση μεταξύ προσδοκίας και πραγματικής αγοράς.

Την ίδια στιγμή, οι απαιτήσεις των οδηγών σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές. Το 20,9% δηλώνει ότι θα επέλεγε όχημα με αυτονομία 400–500 χιλιομέτρων, το 19,3% τοποθετεί τον πήχη στα 500–600 χιλιόμετρα, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό, 26,4%, αναζητά αυτονομία άνω των 600 χιλιομέτρων.

Έτσι, διαμορφώνεται μια λεπτή ισορροπία: οι καταναλωτές εμφανίζονται θετικοί απέναντι στην ηλεκτροκίνηση, αλλά ταυτόχρονα διατηρούν υψηλές απαιτήσεις και συγκρατημένες δαπάνες. Το «κενό» αυτό δεν λειτουργεί αποτρεπτικά με την έννοια της απόρριψης, αλλά περισσότερο ως παράγοντας χρονικής μετάθεσης της απόφασης, καθυστερώντας τη μαζική μετάβαση, μέχρι η αγορά να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις προσδοκίες.

Η «σιωπηλή» δεξαμενή ζήτησης

Παρά τα εμπόδια, τα δεδομένα κρύβουν μια ισχυρή δυναμική. Το 14% των οδηγών στην ΕΕ δηλώνει ότι το επόμενο αυτοκίνητό του θα είναι ηλεκτρικό, ενώ το 24% προσανατολίζεται σε υβριδικά οχήματα. Το 35% εξακολουθεί να επιλέγει κινητήρες εσωτερικής καύσης, επιβεβαιώνοντας ότι η μετάβαση θα είναι σταδιακή. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το 69,3% όσων εξετάζουν την αγορά EV τοποθετούν την απόφαση εντός της επόμενης τριετίας. Πρόκειται για ένα «παράθυρο ευκαιρίας» που μπορεί να καθορίσει τον ρυθμό διείσδυσης της ηλεκτροκίνησης.

Την ίδια στιγμή, το 47% των καταναλωτών σχεδιάζει αγορά νέου οχήματος, το 24% μεταχειρισμένου και το 18% εξετάζει και τις δύο επιλογές. Μόλις το 11% δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να αγοράσει όχημα, στοιχείο που δείχνει ότι η αγορά παραμένει ενεργή. Βεβαίως, η απόσταση από τη μαζική υιοθέτηση παραμένει: το 26% δηλώνει ότι δεν θα αγόραζε ποτέ ηλεκτρικό όχημα, ενώ ένα 16% παραμένει αβέβαιο και ένα 15% ενδιαφέρεται χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα.

Υποδομές: Από εμπόδιο σε σταδιακό πλεονέκτημα

Ένα από τα πλέον ενθαρρυντικά ευρήματα της έρευνας είναι η σαφής υποχώρηση των ανησυχιών γύρω από τις υποδομές φόρτισης. Σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, η διαθεσιμότητα φορτιστών παύει να αποτελεί τον βασικό αποτρεπτικό παράγοντα, γεγονός που αποτυπώνει την πρόοδο που έχει συντελεστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η τάση αυτή αρχίζει να γίνεται ορατή και στην Ελλάδα, όπου το δίκτυο φόρτισης αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, καλύπτοντας πλέον όχι μόνο τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και βασικούς οδικούς άξονες, τουριστικούς προορισμούς και νησιωτικές περιοχές. Η σταδιακή αυτή επέκταση μετατρέπει τη φόρτιση από πηγή αβεβαιότητας σε στοιχείο αυξανόμενης εμπιστοσύνης για τον οδηγό.

Βεβαίως, προκλήσεις εξακολουθούν να υφίστανται για συγκεκριμένες κατηγορίες χρηστών, κυρίως για όσους κατοικούν σε πολυκατοικίες ή δεν διαθέτουν ιδιωτικό χώρο στάθμευσης. Ωστόσο, και σε αυτό το πεδίο, η αγορά φαίνεται να αναζητά πλέον πιο στοχευμένες λύσεις, γεγονός που υποδηλώνει ότι το ζήτημα μετατοπίζεται από την έλλειψη υποδομών στη βελτιστοποίηση της πρόσβασης. Συνολικά, η εικόνα δείχνει ότι οι υποδομές φόρτισης δεν αποτελούν πλέον «φρένο», αλλά έναν από τους βασικούς μοχλούς που μπορούν να επιταχύνουν την επόμενη φάση της ηλεκτροκίνησης.

Ένα από τα πιο κρίσιμα, αλλά λιγότερο ορατά εμπόδια είναι το έλλειμμα πληροφόρησης. Παρά τα διαθέσιμα κίνητρα, το 67% των οδηγών δηλώνει περιορισμένη γνώση για επιδοτήσεις και φορολογικά οφέλη, ενώ μόλις το 30,8% γνωρίζει για τα προγράμματα επιδότησης αγοράς EV.  Το στοιχείο αυτό υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών στήριξης, ακόμη και όταν αυτές είναι οικονομικά ελκυστικές, και αναδεικνύει την ανάγκη για πιο στοχευμένη και απλή ενημέρωση.

Η επόμενη φάση της ηλεκτροκίνησης

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι σαφής: η ηλεκτροκίνηση περνά από τη φάση του ενθουσιασμού στη φάση της εδραίωσης. Δεν αποτελεί πλέον μια επιλογή για λίγους, αλλά μια ρεαλιστική λύση για ολοένα και περισσότερους οδηγούς υπό προϋποθέσεις.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, το στοίχημα αλλάζει. Δεν είναι πλέον η αποδοχή της τεχνολογίας, αλλά η άρση των πρακτικών εμποδίων που καθυστερούν τη διείσδυσή της. Η καλύτερη αντιστοίχιση τιμής και προσδοκιών, η καθολική πρόσβαση σε λύσεις φόρτισης και η ουσιαστική ενημέρωση των καταναλωτών συνιστούν τους τρεις βασικούς άξονες της επόμενης ημέρας. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το διακύβευμα είναι διπλό: να επιταχύνουν την ανάπτυξη της αγοράς και ταυτόχρονα να χτίσουν την εμπιστοσύνη που θα τη στηρίξει. Και όπως δείχνουν τα δεδομένα, η βάση υπάρχει αυτό που απομένει είναι η ενεργοποίησή της.