Την απόκλιση των ελληνικών νοικοκυριών από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο ως προς τις τελικές χρήσεις της ενέργειας όσο και ως προς τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται, δείχνουν τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2024. Αν και οι διαφορές αυτές σε σημαντικό βαθμό οφείλονται στις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες, παράλληλα επηρεάζονται από παράγοντες όπως το επίπεδο ανάπτυξης των υποδομών, τα χαρακτηριστικά του κτιριακού αποθέματος, τις ενεργειακές συνήθειες καθώς και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Σε επίπεδο ΕΕ, η θέρμανση παραμένει μακράν η σημαντικότερη ενεργειακή χρήση, απορροφώντας το 61,5% της συνολικής κατανάλωσης στα νοικοκυριά. Ακολουθούν η θέρμανση νερού με 15,6%, ο φωτισμός και οι ηλεκτρικές συσκευές με 14,8%, το μαγείρεμα με 6,4% και η ψύξη με μόλις 0,8%.
Η Ελλάδα εμφανίζει αισθητά διαφορετική εικόνα. Η θέρμανση αντιστοιχεί στο 47,2% της κατανάλωσης, δηλαδή περισσότερο από 14 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίθετα, η ψύξη καταλαμβάνει το 7,4% της συνολικής κατανάλωσης -σχεδόν εννέα φορές υψηλότερο ποσοστό από την ΕΕ- γεγονός που αντικατοπτρίζει τις υψηλές θερινές θερμοκρασίες και τη μεγάλη διείσδυση των κλιματιστικών.
Οι πιο ακραίες επιδόσεις
Στη θέρμανση, η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από τις χώρες με τις μεγαλύτερες ανάγκες. Την πρώτη τριάδα σχηματίζουν το Λουξεμβούργο (76,5%), η Εσθονία (73%) και το Βέλγιο (71,2%). Στον αντίποδα βρίσκονται η Μάλτα (20%), η Πορτογαλία (28,8%) και η Κύπρος (30,9%), με την Ελλάδα να τοποθετείται κοντά στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
Η μεγαλύτερη απόκλιση αφορά την ψύξη. Το ελληνικό ποσοστό (7,4%) είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (0,84%), αν και απέχει από την Κύπρο (16%) και τη Μάλτα (15%), που καταγράφουν τις υψηλότερες επιδόσεις. Στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται η Δανία, η Εσθονία και η Λετονία, όπου η ψύξη πρακτικά δεν καταγράφεται ως ενεργειακή χρήση.
Στη θέρμανση νερού, η Ελλάδα κινείται στο 19,2%, έναντι 15,6% στην ΕΕ. Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Δανία (24,5%), η Κύπρος (23,4%) και η Βουλγαρία (21,7%), ενώ τα χαμηλότερα καταγράφονται στο Λουξεμβούργο (9,1%) και την Εσθονία (9,5%). Στο μαγείρεμα, η Ελλάδα (6,5%) βρίσκεται πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (6,4%). Την υψηλότερη συμμετοχή παρουσιάζει η Πορτογαλία (30,8%), ενώ τις χαμηλότερες η Σουηδία (1,8%), το Βέλγιο (1,5%) και η Νορβηγία (1,5%).
Φωτισμός & ηλεκτρικές συσκευές
Ο φωτισμός και οι ηλεκτρικές συσκευές αντιπροσωπεύουν στην Ελλάδα το 19,7% της τελικής κατανάλωσης, έναντι 14,8% στην ΕΕ. Τα υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Ισπανία (33,2%), η Μάλτα (32,2%) και η Βουλγαρία (27,2%), ενώ τα χαμηλότερα η Τσεχία (7,9%). Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι στα θερμότερα κλίματα οι ηλεκτρικές χρήσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στο συνολικό ενεργειακό ισοζύγιο των νοικοκυριών.
Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι διαφορές ως προς τις πηγές ενέργειας. Στην ΕΕ το φυσικό αέριο αποτελεί την κυριότερη πηγή με μερίδιο 29,4%, ακολουθούμενο από τον ηλεκτρισμό (26,9%), τις ανανεώσιμες πηγές και τα βιοκαύσιμα (22,8%), τα πετρελαϊκά προϊόντα (10,4%) και την τηλεθέρμανση (8,5%).
Στην Ελλάδα, αντίθετα, κυριαρχεί ο ηλεκτρισμός με 38,4%, έπονται οι ΑΠΕ και τα βιοκαύσιμα (28,1%), το πετρέλαιο (23,7%) και το φυσικό αέριο (9,2%), ενώ η τηλεθέρμανση παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη με μόλις 0,6%.
Οι ενεργειακές πηγές
Στο φυσικό αέριο, η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Νορβηγία (73,7%) και την Ολλανδία (61%), ενώ μηδενική χρήση εμφανίζουν η Κύπρος και η Μάλτα, όπου δεν υπάρχουν δίκτυα διανομής.
Η σχετικά χαμηλή διείσδυση του αερίου εξηγεί γιατί στα πετρελαϊκά προϊόντα η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (23,7% έναντι 10,4%). Τη μεγαλύτερο συμμετοχή στο οικιακό ενεργειακό μίγμα εμφανίζουν τα πετρελαιοειδή στην Ιρλανδία (41,9%), το Λουξεμβούργο (27,4%) και την Κύπρος (26,4%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Σλοβακία (0,2%).
Η συμμετοχή των ΑΠΕ και των βιοκαυσίμων στα ελληνικά νοικοκυριά (28,1%) υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ (22,8%). Πρωταθλήτρια είναι Εσθονία (50,2%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Ισλανδία (2,5%), η Ιρλανδία (4,6%) και το Λουξεμβούργο (9,5%).
Ο ηλεκτρισμός αποτελεί κυρίαρχη ενεργειακή πηγή στην Ελλάδα, χωρίς όμως να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρώπη. Τα υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Μάλτα (76,8%) και η Νορβηγία (72%), ενώ τα χαμηλότερα η Λιθουανία (17,3%), το Λουξεμβούργο (17,1%) και η Γεωργία (14,6%). Τέλος, στα συστήματα τηλεθέρμανσης η Ελλάδα (0,6%) βρίσκεται πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (8,5%). Η Δανία (40,6%) και η Σουηδία (37,4%) διαθέτουν τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ μηδενική χρήση καταγράφεται σε Ιρλανδία, Κύπρο και Μάλτα.
Συνολικά, τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι το ενεργειακό προφίλ των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώνεται από το ήπιο κλίμα, τη μεγάλη χρήση ηλεκτρισμού και κλιματιστικών, αλλά και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από το πετρέλαιο.
