ΔΕΗ: Τα στοιχεία πίσω από το χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα του data center

Το σφιχτό χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης έως τέλος 2028, πρότυπο πανευρωπαϊκά στην εξοικονόμηση νερού και ενέργειας

Σε μία απαιτητική κατασκευαστική κούρσα, με ορίζοντα ολοκλήρωσης τον Δεκέμβριο του 2028, «μεταφράζεται» το επενδυτικό σχέδιο της ΔΕΗ για το Data Center στον Άγιο Δημήτριο, το οποίο θα «ξεκλειδώσει» με την υπογραφή της συμφωνίας με την Amazon, σε συνέχεια του δεσμευτικού MoU που έχουν υπογράψει οι δύο πλευρές. Η υλοποίηση της πρώτης φάσης του έργου, ισχύος 300 MW, προϋποθέτει την τήρηση ενός ιδιαίτερα «σφιχτού» χρονοδιαγράμματος, με διαδοχικά ορόσημα μέσα στους επόμενους μήνες.

Παράλληλα, οι τεχνικές μελέτες που έχει εκπονήσει η επιχείρηση αποτυπώνουν τις κορυφαίες περιβαλλοντικές επιδόσεις της σχεδιαζόμενης υποδομής. Ενδεικτικά του προφίλ της υποδομής θα είναι η περιορισμένη κατανάλωση νερού και η υψηλή ενεργειακή αποδοτικότητα, αλλά και τη δυνατότητα αξιοποίησης σημαντικών ποσοτήτων θερμότητας που θα απορρίπτεται.

Τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάστηκαν από τον γενικό διευθυντή Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Παραγωγής της ΔΕΗ, Αλέκο Σουμελίδη, κατά τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Δυτικής Μακεδονίας την Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, όπου αναλύθηκαν τόσο οι τεχνικές προδιαγραφές του έργου όσο και τα αποτελέσματα των μελετών για τις επιπτώσεις του.

Το roadmap έως τέλος του 2028

Πρώτο βήμα αποτελεί η κατάθεση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), η οποία προγραμματίζεται για την επόμενη εβδομάδα. Θα ακολουθήσει η περιβαλλοντική αδειοδότηση, ενώ εκκρεμούν επίσης οι απαιτούμενες άδειες χρήσης νερού και η οριστικοποίηση των όρων ηλεκτρικής σύνδεσης. Οι όροι σύνδεσης θα δοθούν με βάση το πλαίσιο που δρομολογεί το ΥΠΕΝ για την κατακύρωση ηλεκτρικού «χώρου» από Κέντρα Δεδομένων, με το σχετικό σχέδιο νόμου να κατατίθεται άμεσα στη Βουλή, μετά την ολοκλήρωση της δημοσίας διαβούλευσης.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που παρουσιάστηκε στη συνεδρίαση, η ολοκλήρωση της απόσυρσης της αυλής του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου τοποθετείται τον Δεκέμβριο του 2026. Οι πρώτες εργασίες στο εργοτάξιο προγραμματίζονται για τα τέλη Φεβρουαρίου 2027, με εκσκαφές, διαμορφώσεις εδάφους και κατασκευή περιμετρικών αποστραγγιστικών υποδομών. Τον Μάρτιο προβλέπεται η υπογραφή της σύμβασης του έργου, ενώ η έναρξη της κύριας κατασκευής τοποθετείται τον Μάιο-Ιούνιο του 2027.

Η παράδοση της υποδομής έχει προγραμματιστεί για τον Δεκέμβριο του 2028. Για την επιτάχυνση των εργασιών θα χρησιμοποιηθούν εκτεταμένα προκατασκευασμένα δομικά στοιχεία, από τους φέροντες οργανισμούς των κτιρίων έως τις οροφές τους. Όπως εξήγησε ο κ. Σουμελίδης, η συγκεκριμένη μέθοδος αποτελεί ουσιαστικά μονόδρομο για την τήρηση των προθεσμιών.

Τέσσερα κτίρια και υπολογιστική ισχύς 240 MW

Η πρώτη φάση θα περιλαμβάνει τέσσερα κτίρια, με πέντε αίθουσες δεδομένων (data halls) το καθένα. Κάθε αίθουσα θα διαθέτει υπολογιστική ισχύ 12 MW, ανεβάζοντας τη συνολική ισχύ των πληροφοριακών συστημάτων στα 240 MW, με μέγιστη απορροφούμενη ηλεκτρική ισχύ 300 MW.

Οι κτιριακές εγκαταστάσεις, μαζί με τις υποστηρικτικές υποδομές, θα καταλαμβάνουν περίπου 180 στρέμματα, ενώ με τον υποσταθμό ηλεκτροδότησης η συνολική έκταση θα φτάνει τα 213 στρέμματα. Η σύνδεση με το σύστημα μεταφοράς θα γίνει στην υψηλή τάση των 400 kV.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται επίσης στην αδιάλειπτη λειτουργία, με την πρόβλεψη 144 εφεδρικών πετρελαιοκίνητων γεννητριών, οι οποίες θα ενεργοποιούνται σε περιπτώσεις διακοπής της κανονικής ηλεκτροδότησης. Ο σχεδιασμός προβλέπει δυνατότητα αυτόνομης τροφοδοσίας της υποδομής για 24 ώρες.

Το ενδεχόμενο παράλληλων εργασιών για την επέκταση

Μία επιπλέον παράμετρος που μπορεί να διαφοροποιήσει σημαντικά την κατασκευαστική εξέλιξη του έργου είναι οι διαπραγματεύσεις με την Amazon, με αντικείμενο την επέκταση του Data Center στο 1 GW.

Εφόσον οι συζητήσεις ευοδωθούν, η αναβάθμιση θα πραγματοποιηθεί σταδιακά. Αυτό σημαίνει ότι το πιο πιθανό είναι να εξελιχθούν παράλληλα οι εργασίες της πρώτης φάσης των 300 MW και εκείνες για το αρχικό τμήμα της επέκτασης – με την υλοποίηση, για παράδειγμα, επιπλέον 300-400 MW.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ενίσχυε σημαντικά τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, καθώς οι 2.500 εργαζόμενοι που υπολογίζεται ότι θα απασχοληθούν στην αιχμή της κατασκευής της πρώτης φάσης θα αυξηθούν περαιτέρω. Η επέκταση θα απαιτήσει επίσης την αξιοποίηση πρόσθετων εκτάσεων, ακόμη και μέσω αποξήλωσης παλαιών εγκαταστάσεων του λιγνιτικού σταθμού.

Κατανάλωση 203.000 κυβικών νερού ετησίως

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον κ. Σουμελίδη στις περιβαλλοντικές επιδόσεις του Data Center, με τις μελέτες της ΔΕΗ για την αρχική φάση της επένδυσης να καταλήγουν σε ετήσια κατανάλωση νερού περίπου 203.000 κυβικών μέτρων κατά το πρώτο έτος λειτουργίας. Για λόγους σύγκρισης, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου κατανάλωνε το 2019 περίπου 14 εκατ. κυβικά μέτρα, ενώ σε πλήρη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων του Σταθμού, τις προηγούμενες 10ετίας, η κατανάλωση έφτανε τα 30 εκατ. Κυβικά.

Η περιορισμένη υδατική κατανάλωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον συνδυασμό αερόψυξης και υγρής ψύξης, με τη δεύτερη να επωφελείται από τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Έτσι, ο δείκτης αποδοτικότητας χρήσης νερού (WUE) υπολογίζεται σε μόλις 0,0967 κυβικά μέτρα ανά MWh, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 0,58.

Αντίστοιχα, ο δείκτης ενεργειακής αποδοτικότητας PUE εκτιμάται σε 1,1071, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 1,36. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι περίπου το 90,3% της συνολικής ηλεκτρικής κατανάλωσης θα κατευθύνεται στον υπολογιστικό εξοπλισμό και μόλις το υπόλοιπο 9,7% στα συστήματα ψύξης και στις λοιπές υποστηρικτικές λειτουργίες. Η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται σε 2,33 εκατ. MWh, με την τροφοδοσία να σχεδιάζεται μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs).

Κάτω από τα όρια ακόμη και σε ακραία σενάρια

Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις που παρουσίασε η ΔΕΗ, δεν προκύπτουν υπερβάσεις των προβλεπόμενων ορίων για την ποιότητα του αέρα, ακόμη και σε ακραία σενάρια λειτουργίας των εφεδρικών γεννητριών.

Αντίστοιχα, η μελέτη θορύβου υπολογίζει μέγιστη στάθμη 48,5 ντεσιμπέλ στο όριο του πλησιέστερου οικισμού, έναντι ορίου 50, ενώ η μέγιστη θερμοκρασιακή επίδραση στους γύρω οικισμούς εκτιμάται σε λιγότερο από 0,2 βαθμούς Κελσίου. Μάλιστα, τα αποτελέσματα αυτά προκύπτουν από προσομοιώσεις ακραίων συνθηκών, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 42 βαθμών Κελσίου και λειτουργία των εφεδρικών γεννητριών.

Η ΔΕΗ προβλέπει την εγκατάσταση μόνιμων σταθμών παρακολούθησης για τους ρύπους, τον θόρυβο και τη θερμοκρασία. Τα τελικά δεδομένα θα αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

Θερμότητα για θερμοκήπια και εγκαταστάσεις logistics

Πρόσθετες οικονομικές προοπτικές για την περιοχή δημιουργεί η δυνατότητα ανάκτησης της απορριπτόμενης θερμότητας του Data Center, η οποία εκτιμάται σε περίπου 822.600 MWh ετησίως. Η ΔΕΗ σχεδιάζει να διαθέτει θερμική ισχύ 93,91 MW, με νερό θερμοκρασίας 41 βαθμών Κελσίου, στο όριο των εγκαταστάσεών της.

Με κατάλληλες πρόσθετες υποδομές, η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη θέρμανση και ψύξη θερμοκηπίων συνολικής έκτασης 450-900 στρεμμάτων ή για την υποστήριξη ψυκτικών αποθηκών και εγκαταστάσεων logistics επιφάνειας έως 200.000 τετραγωνικών μέτρων.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάστηκαν, η αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποφυγή εκπομπών περίπου 174.000 τόνων διοξειδίου του άνθρακα ετησίως. Πρόκειται για δυνητικό όφελος που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί με από τη δρομολόγηση εφαρμογών όπως οι παραπάνω από επενδυτές, μία προοπτική που θα αύξανε το θετικό αποτύπωμα της υποδομής στην περιοχή.