Β. Καραμούζης: Έρχονται νέες επενδύσεις ενέργεια, τεχνολογία, άμυνα και υδάτινους πόρους

Η αβεβαιότητα και η πολυπλοκότητα έχουν γίνει σταθερές της επιχειρηματικότητας, επισήμανε ο Β. Καραμούζης, μιλώντας στο Φόρουμ των Δελφών

Βασίλης Καραμούζης © Εθνική Τράπεζα

Η αβεβαιότητα και η πολυπλοκότητα δεν συνιστούν πλέον παροδικά φαινόμενα, αλλά έχουν μετατραπεί σε σταθερά χαρακτηριστικά του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, επισήμανε ο κ. Βασίλης Καραμούζης, Γενικός Διευθυντής Εταιρικής και Επενδυτικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας, μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Όπως υπογράμμισε, σε αυτό το πλαίσιο, βασική προτεραιότητα για την Εθνική Τράπεζα παραμένει η ουσιαστική κατανόηση των αναγκών των πελατών, η ορθή αξιολόγησή τους και η διαμόρφωση λύσεων με προστιθέμενη αξία, ακόμη και σε τομείς που οι ίδιοι οι πελάτες ενδεχομένως να μην έχουν ακόμη εντοπίσει.

Οι σύγχρονες κρίσεις, όπως σημείωσε, δεν απορρέουν πλέον από έναν και μόνο παράγοντα, αλλά από τη συνύπαρξη πολλαπλών πιέσεων – από γεωπολιτικές εντάσεις και ενεργειακές αναταράξεις, μέχρι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και υγειονομικά ή άλλα εξωγενή σοκ. Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, κρίσιμες μεταβλητές για τη λειτουργία των επιχειρήσεων, όπως το κόστος χρηματοδότησης, οι τιμές των πρώτων υλών, η ενέργεια, οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι και η διαχείριση ρευστότητας, επηρεάζονται ταυτόχρονα, εντείνοντας τις προκλήσεις που καλούνται να διαχειριστούν. Όπως εκτίμησε ο κ. Καραμούζης, όλες αυτές οι αβεβαιότητες, σε συνδυασμό με το εκάστοτε κανονιστικό/ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας των εταιρειών και την ανάγκη για αξιοποίηση της ραγδαία εξελισσόμενης τεχνολογίας αλλά και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος τους, συνθέτουν μια πάρα πολύ δύσκολη εξίσωση. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναζητήσουμε ουσιαστικές λύσεις με αποφασιστικότητα, στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται ανθεκτική απέναντι στις αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών και οι επιχειρήσεις καταγράφουν ιστορικά υψηλά σε επίπεδο συνολικού κύκλου εργασιών και λειτουργικών κερδών. Το ΑΕΠ και η απασχόληση έχουν φτάσει σε σταθερούς όρους στο +16% έναντι του 2017, ενώ οι πραγματικές επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά 70%, φτάνοντας πλέον στα επίπεδα του 2007, εξαιρώντας τις κατασκευές οι οποίες επίσης ανεβαίνουν σημαντικά μετά το 2020.

Παράλληλα, ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων ανήλθε σε 500 δισ. ευρώ και τα λειτουργικά κέρδη σε 43 δισ. ευρώ. Μόνον το  2025 διενεργήθηκαν συναλλαγές εξαγορών και συγχωνεύσεων ύψους 24 δισ. ευρώ, ενώ η καθαρή πιστωτική επέκταση ανήλθε σε περίπου 13 δισ. ευρώ.  Κατά συνέπεια, υπάρχει ένας πολύ σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων που τα καταφέρνουν και μάλιστα εξαιρετικά.

Τα βασικά χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων αυτών είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική και πειθαρχία στη διακυβέρνηση, η ισχυρή κεφαλαιακή διάρθρωση και αποτελεσματική χρηματοοικονομική διαχείριση, η εξωστρέφεια και διαφοροποίηση εσόδων, η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην ηγεσία, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η επιχειρησιακή ευελιξία, καθώς και η πραγματική ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στο επιχειρηματικό μοντέλο.

Σε ό,τι αφορά την στρατηγική των Τραπεζών, ο κ. Καραμούζης σημείωσε ότι ζητούμενο και αυτό που προσπαθεί η Εθνική Τράπεζα είναι η κατανόηση του επιχειρηματικού μοντέλου κάθε πελάτη και ο σχεδιασμός χρηματοδοτικών δομών και εργαλείων διαχείρισης κινδύνων που παραμένουν αποτελεσματικά ακόμη και σε συνθήκες κρίσης. Στην Εθνική, συμπλήρωσε, προσφέρουμε όλες τις μορφές χρηματοδότησης και παράλληλα αξιοποιούμε τη δυνατότητά μας να εξειδικεύουμε τις υπηρεσίες μας βάσει κλάδου, συνθετότητας (structured financing deals/ LAF), παρέχοντας όπου χρειάζεται υπηρεσίες hedging αλλά και investment banking σε συνδυασμό και με τη Χρηματιστηριακή μας.

Σύμφωνα με τον κ. Καραμούζη, τέσσερις είναι οι κομβικοί τομείς στην τρέχουσα συγκυρία: της Ενέργειας, της Τεχνολογίας, της Άμυνας και της Διαχείρισης Υδάτινων Πόρων. Και στους τέσσερις τομείς η Εθνική Τράπεζα διαθέτει την εμπειρία, την τεχνογνωσία αλλά και τη ρευστότητα, προκειμένου να υποστηρίξει όλο το φάσμα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που απαιτούν οι εν λόγω επενδύσεις όσο λίγες Τράπεζες στην Ευρώπη.

Στην Ενέργεια, το τρίπτυχο παραγωγή, αποθήκευση, δίκτυο περνάει και μέσα από τις Τράπεζες. Στο σκέλος της παραγωγής έχουν γίνει πολλά αλλά έχουμε αρκετό δρόμο ακόμη. Με βάση τους εθνικούς στόχους για το 2030, εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν επενδύσεις άνω των 10–12 δισ. ευρώ για νέα έργα ηλεκτροπαραγωγής. Ο ετήσιος ρυθμός νέων επενδύσεων υπερβαίνει τα 1,5–2 δισ. ευρώ, δημιουργώντας σημαντικές ανάγκες για project finance, διμερή τραπεζικό δανεισμό και ομολογιακές δομές, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση μεταβλητότητας τιμών και στη μακροχρόνια εξασφάλιση εσόδων μέσω PPAs.

Στον τομέα της αποθήκευσης η Ελλάδα πρέπει να τρέξει γρηγορότερα καθότι η αποθήκευση αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των Μονάδων Παραγωγής – ΑΠΕ. Οι διασυνδέσεις και η ενίσχυση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν τον 3ο βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης και της ασφάλειας εφοδιασμού. Τα εγκεκριμένα δεκαετή επενδυτικά προγράμματα του ΑΔΜΗΕ προβλέπουν επενδύσεις ύψους 5,5–6,1 δισ. ευρώ έως το 2034. Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ υλοποιεί πολυετές πρόγραμμα άνω των €3 δισ. για ψηφιοποίηση και ενίσχυση του δικτύου διανομής. Ένα σημαντικό μέρος ήδη χρηματοδοτείται από τις Τράπεζες οι οποίες θα χρειαστεί να συνδράμουν με σημαντικό μέρος των απαιτούμενων κεφαλαίων σε πολύ μεγάλες και σύνθετες συναλλαγές με ιδιαίτερες απαιτήσεις.

Στο πεδίο της Τεχνολογίας, η Εθνική Τράπεζα έχει ήδη χρηματοδοτήσει διασυνοριακές και εγχώριες διασυνδέσεις καλωδίων ψηφιακών δεδομένων, όπως το East Med Corridor που συνδέει ψηφιακά τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη, ενώ εντός του έτους αναμένεται η ολοκλήρωση της πρώτης μεγάλης συναλλαγής για data centers. Παράλληλα, έχει διαθέσει περίπου  δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για να υποστηρίξει και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων έχοντας πλέον βαθιά γνώση των τεχνολογικών projects.

Ο τομέας της Άμυνας εισέρχεται σε μια φάση αυξημένων και βιώσιμων οικονομικά επενδύσεων, τόσο σε επίπεδο εξοπλιστικών προγραμμάτων όσο και σε υποδομές, με σημαντική υποστήριξη και από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, στην οποία θα κατευθυνθεί ένα σημαντικό μέρος των δαπανών. Μεσοπρόθεσμα, ο συνολικός προγραμματισμός δαπανών εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 10–12 δισ. ευρώ, με την τραπεζική συμμετοχή να αναμένεται κυρίως σε επενδύσεις dual‑use τεχνολογιών, συμπληρωματική χρηματοδότηση της αλυσίδας αξίας/ προμηθευτών, εγγυοδοτικά σχήματα, με αυξημένη βέβαια προσοχή στη διαχείριση κινδύνων και το θεσμικό πλαίσιο.

Τέλος, η διαχείριση υδάτινων πόρων αναδεικνύεται σε κρίσιμη επενδυτική προτεραιότητα, ιδίως υπό τις πιέσεις της κλιματικής αλλαγής και της αυξανόμενης υδατικής ανεπάρκειας σε νησιωτικές και τουριστικές περιοχές. Εκτιμάται ότι την επόμενη δεκαετία απαιτούνται στην Ελλάδα επενδύσεις άνω των 3–4 δισ. ευρώ, με αιχμή έργα αφαλάτωσης, εκσυγχρονισμού δικτύων ύδρευσης και μείωσης απωλειών (non‑revenue water), καθώς και μεγάλης κλίμακας υδροδοτικά και αρδευτικά έργα.