Π. Πετράκης (ΚΕΠΕ): H περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας χωρίς ποιοτικά κριτήρια δεν θα ενίσχυε αναγκαστικά την παραγωγικότητα

Η Κομισιόν βλέπει ότι τα "κλειστά επαγγέλματα" βλάπτουν την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα. Το σχόλιο του προέδρου του ΚΕΠΕ, Παναγιώτη Πετράκη.

Παναγιώτης Πετράκης, Ομότιμος Καθηγητής ΕΚΠΑ, ©ΚΕΠΕ

Την θέση της Κομισιόν σχετικά με τα κλειστά επαγγέλματα στην Ελλάδα, κλήθηκε να σχολιάσει ο πρόεδρος του Κέντρου Προγραμματισμού & Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) Παναγιώτης Πετράκης.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Κομισιόν (COMMISSION STAFF WORKING DOCUMENT 2026 Country Report – Greece Accompanying the document Recommendation for a COUNCIL RECOMMENDATION on the economic, social, employment, structural and budgetary policies of Greece), μια σειρά επαγγελμάτων παραμένουν κλειστά στη χώρα μας.

Όπως αναφέρεται στην σχετική έκθεση, παρά τις βελτιώσεις που έχουν σημειωθεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, το θεσμικό περιβάλλον εμποδίζει τον επιχειρηματικό δυναμισμό, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα. Μεταξύ των εμποδίων αναφέρει και τα κλειστά επαγγέλματα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «τα υψηλά εμπόδια εισόδου παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό σε επαγγέλματα όπως η νομική, η αρχιτεκτονική, οι πολιτικοί μηχανικοί και η λογιστική, καθώς και στον τομέα του λιανικού εμπορίου».

«Έχουμε πρόβλημα υπερεκπαίδευσης παρά έλλειψης δεξιοτήτων»

Ο πρόεδρος του ΚΕΠΕ και Ομότιμος Καθηγητής του ΕΚΠΑ Παν. Πετράκης ωστόσο εκτιμά ότι η απορρύθμιση των επαγγελμάτων έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό και αυτό που πλέον απαιτείται είναι ο διαχωρισμός της αναγκαίας επαγγελματικής επάρκειας από τον αδικαιολόγητο προστατευτισμό. Ο ίδιος λέει για τις απαιτήσεις σπουδών, αδειοδότησης και επαγγελματικής ευθύνης ότι «δεν αποτελούν απλώς περιορισμούς στον ανταγωνισμό, αλλά μηχανισμούς διασφάλισης ποιότητας, ασφάλειας και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος».

Πιο αναλυτικά ο κ. Πετράκης αναφέρει ότι «θέσεις εργασίας χαμηλής παραγωγικότητας δεν ευνοούν την ιδιωτική επένδυση που θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες θέσεις υψηλής παραγωγικότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας. Εξάλλου, ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού φαίνεται να αντιμετωπίζει περισσότερο πρόβλημα υπερεκπαίδευσης παρά έλλειψης δεξιοτήτων, με εξαίρεση κυρίως τις ψηφιακές δεξιότητες».

«Γενικά, η επέκταση του τομέα των υπηρεσιών, τόσο στην ελληνική οικονομία όσο και στις ανεπτυγμένες οικονομίες γενικότερα, δεν συνεπάγεται ότι η αγορά εργασίας μπορεί να απορροφά εύκολα άτομα χαμηλών εκπαιδευτικών προσόντων ή περιορισμένων δεξιοτήτων. Ενδεχομένως συμβαίνει το αντίθετο: η ζήτηση μετατοπίζεται προς άτομα με ικανοποιητικά ή υψηλά προσόντα, ενώ εργαζόμενοι χαμηλότερων προσόντων παραγκωνίζονται από άτομα υψηλότερης εκπαίδευσης».

«Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως displacement effect, εντείνει τα προβλήματα απορρόφησης εργατικού δυναμικού και συνδέεται με την ευρύτερη συζήτηση περί ελλείψεων ταλέντου, δηλαδή talent shortages».

«Παράλληλα, η κριτική περί υψηλών φραγμών εισόδου σε επαγγέλματα όπως η δικηγορία, η αρχιτεκτονική, η πολιτική μηχανική και η λογιστική πρέπει να διατυπώνεται με ακρίβεια. Οι απαιτήσεις σπουδών, αδειοδότησης και επαγγελματικής ευθύνης δεν αποτελούν απλώς περιορισμούς στον ανταγωνισμό, αλλά μηχανισμούς διασφάλισης ποιότητας, ασφάλειας και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος».

«Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη επαγγελματικών προϋποθέσεων, αλλά οι περιορισμοί που δεν συνδέονται με πραγματικές απαιτήσεις επάρκειας. Σε μια οικονομία όπου ήδη παρατηρούνται υπερεκπαίδευση, υποαξιοποίηση δεξιοτήτων και μετατόπιση της απασχόλησης προς θέσεις χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, η απορρύθμιση χωρίς ποιοτικά κριτήρια δεν θα ενίσχυε αναγκαστικά την παραγωγικότητα· πιθανότερα θα διεύρυνε τον ανταγωνισμό χαμηλής αξίας».

«Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η άκριτη μείωση της ρύθμισης, αλλά ο διαχωρισμός της αναγκαίας επαγγελματικής επάρκειας από τον αδικαιολόγητο προστατευτισμό».