Σε κλίμα έντονης επιχειρησιακής πίεσης και με τις καθυστερήσεις πτήσεων να κυμαίνονται πλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, από 30 έως 45 λεπτά καθημερινά σε ώρες αιχμής, ολοκληρώθηκε η σημερινή σύσκεψη για την κατάσταση στα ελληνικά αεροδρόμια, με τη συμμετοχή της ΥΠΑ, της ΑΠΑ, του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, των αεροπορικών εταιρειών και των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.
Κοινός παρονομαστής όλων των πλευρών ήταν ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά προκύπτει από τη συνδυαστική πίεση στη χωρητικότητα, στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας και στην τήρηση των συμφωνημένων χρονοθυρίδων. Στη σύσκεψη τονίστηκε η ανάγκη αυστηρότερης εφαρμογής των slots ανά ώρα, καλύτερου συντονισμού στην επίγεια εξυπηρέτηση και ενίσχυσης της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, ενώ συμφωνήθηκε να υπάρξει νέα συνάντηση τις επόμενες ημέρες ώστε να αποτιμηθεί η πρόοδος των παρεμβάσεων.
Καθυστερήσεις πτήσεων 30–45 λεπτών
Η καθημερινή εικόνα των καθυστερήσεων, που σε αρκετές περιπτώσεις φτάνουν τα 30 έως 45 λεπτά σε ώρες αιχμής, έρχεται να προστεθεί στα στοιχεία του Eurocontrol που αποτυπώνουν μια σταθερά υψηλή πίεση στο ελληνικό δίκτυο εναέριας κυκλοφορίας.
Ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών κινείται σταθερά σε επίπεδα περίπου 1.020 έως 1.039 πτήσεων την εβδομάδα κατά την περίοδο αιχμής Ιουλίου–Αυγούστου, γεγονός που δείχνει ότι το σύστημα λειτουργεί σε διαρκώς υψηλό και σχεδόν αμετάβλητο φορτίο. Αντίστοιχα, το Ηράκλειο διαμορφώνεται περίπου στις 375 έως 382 πτήσεις εβδομαδιαίως και η Θεσσαλονίκη στις 239 έως 246, επιβεβαιώνοντας ότι η πίεση συγκεντρώνεται κυρίως στον κεντρικό κόμβο της Αθήνας και στο FIR Αθηνών.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι καθυστερήσεις δεν αποδίδονται σε απότομες αυξήσεις της ζήτησης, αλλά σε μια σταθερή λειτουργία κοντά στα όρια της χωρητικότητας, η οποία δημιουργεί συνεχείς επιχειρησιακές εντάσεις σε όλο το δίκτυο.
Slots, χωρητικότητα και αντικρουόμενες αναγνώσεις για τις καθυστερήσεις πτήσεων στην Ελλάδα
Στο επίκεντρο της σύσκεψης βρέθηκε η τήρηση των συμφωνημένων slots, όπως αυτά προβλέπονται από την Κοινή Υπουργική Απόφαση της 10ης Ιουνίου, η οποία ορίζει συγκεκριμένα όρια χωρητικότητας ανά ώρα για το αεροδρόμιο της Αθήνας.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, στην πράξη καταγράφονται αποκλίσεις τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω: σε ορισμένες ώρες αιχμής προγραμματίζονται περισσότερες κινήσεις από τις προβλεπόμενες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν υλοποιείται εγκαίρως σημαντικό ποσοστό των προγραμματισμένων πτήσεων, με αποτέλεσμα τη μεταφορά των καθυστερήσεων σε όλη τη διάρκεια της ημέρας και τη δημιουργία ενός «ντόμινο».
Ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών λειτουργεί πλέον ως Schedule Facilitated Airport (IATA Level 2), με το 98% των πτήσεων να εντάσσεται τυπικά στα συμφωνημένα όρια, γεγονός που δείχνει υψηλό επίπεδο συντονισμού σε θεωρητικό επίπεδο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις επισημάνσεις των ελεγκτών, το επιχειρησιακό αποτέλεσμα δεν αντανακλά πάντα αυτή την εικόνα, καθώς η πραγματική πίεση εμφανίζεται στις ώρες αιχμής.
Την ίδια στιγμή, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας υπογραμμίζει ότι τα στοιχεία του Eurocontrol αφορούν κυρίως καθυστερήσεις διαχείρισης ροής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δεν αποτυπώνουν πλήρως τη συνολική εμπειρία του επιβάτη, επισημαίνοντας ότι οι μέσες καθυστερήσεις παραμένουν χαμηλότερες σε επίπεδο λεπτών ανά πτήση.
Η επιπλέον πίεση από τον εναέριο χώρο και η Μέση Ανατολή
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας που επιβαρύνει την κατάσταση είναι η αυξημένη κίνηση στον ελληνικό εναέριο χώρο, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν οδηγήσει σε ανακατεύθυνση διεθνών πτήσεων που διέρχονται από το FIR Αθηνών χωρίς να προσγειώνονται στη χώρα.
Το γεγονός αυτό αυξάνει σημαντικά τον όγκο διαχείρισης από τα Κέντρα Ελέγχου Αθηνών και Μακεδονίας, τα οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, φτάνουν πλέον σε επίπεδα κοντά στις 5.000 πτήσεις ημερησίως, έναντι χαμηλότερων ορίων τα προηγούμενα χρόνια.
Παράλληλα, η επιβατική και πτητική δραστηριότητα στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» συνεχίζει να αυξάνεται, με την επιβατική κίνηση να ενισχύεται κατά 4,5% στο πρώτο εξάμηνο του 2026 και τον αριθμό πτήσεων να ξεπερνά τις 132.000, γεγονός που εντείνει την πίεση σε ένα ήδη επιβαρυμένο σύστημα.
