Στο μικροσκόπιο τίθεται ο κλάδος της ακτοπλοΐας, καθώς η Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕΑ) πραγματοποίησε στις 22 και 23 Ιουλίου αιφνιδιαστικούς επιτόπιους ελέγχους σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Τα ελεγκτικά κλιμάκια εστιάζουν στις υπηρεσίες θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών, ΙΧ και φορτηγών, εκκινώντας αυτεπάγγελτες έρευνες. Στόχος της Ανεξάρτητης Αρχής είναι η διερεύνηση ενδεχόμενων αντι-ανταγωνιστικών οριζόντιων συμπράξεων μεταξύ ανταγωνιστών για την κατανομή αγορών, τον καθορισμό τιμών και ποσοτήτων ή την κατανομή πελατών (καρτέλ). Παράλληλα, οι αρχές εξετάζουν διεξοδικά την πιθανή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης από επιχειρήσεις του κλάδου, μέσω τιμολογιακών ή άλλων πρακτικών.
Η Αρχή διευκρινίζει ότι η διεξαγωγή των ελέγχων αποσκοπεί αποκλειστικά στη συλλογή στοιχείων και δεν προδικάζει ότι οι ελεγχόμενες εταιρείες έχουν εμπλακεί σε αντι-ανταγωνιστική συμπεριφορά, ούτε την τελική έκβαση της έρευνας. Ωστόσο, σε περίπτωση που διαπιστωθούν παραβάσεις της ελληνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας οι οποίες στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό (επιφέροντας υψηλότερες τιμές και χαμηλότερη ποιότητα υπηρεσιών για τους ταξιδιώτες), προβλέπονται αυστηρότατες συνέπειες. Σε αυτές συγκαταλέγονται η επιβολή σημαντικών διοικητικών προστίμων στις επιχειρήσεις, ποινικές κυρώσεις στα υπαίτια φυσικά πρόσωπα, καθώς και ο αποκλεισμός από δημόσιους διαγωνισμούς και συμβάσεις παραχώρησης για χρονικό διάστημα τριών ετών.
Οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται σε μια περίοδο όπου η ΕΑ προχωρά σε ολιστική αξιολόγηση της έντασης και της ποιότητας του ανταγωνισμού στον κλάδο, ο οποίος αποτελεί στρατηγικής σημασίας συνδετικό κρίκο μεταξύ της ηπειρωτικής Ελλάδας και του νησιωτικού της χώρου. Η Ενδιάμεση Έκθεση της τρέχουσας έρευνας και η δημόσια διαβούλευση που ακολούθησε καταδεικνύουν την ανάγκη επαναξιολόγησης του ρυθμιστικού πλαισίου. Επιπλέον, αναδεικνύουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού του ακτοπλοϊκού στόλου και των λιμενικών υποδομών, με γνώμονα την εύρεση ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής βιωσιμότητας των παικτών της αγοράς και της εξυπηρέτησης του ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος.
Ως θεματοφύλακας της εύρυθμης λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, η ΕΑ είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, εφαρμόζοντας αυστηρά το νομικό πλαίσιο:
Άρθρα 1 (Ν. 3959/2011) & 101 ΣΛΕΕ: Απαγορεύουν ρητά τις συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων (συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές) που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Άρθρο 1Α (Ν. 3959/2011): Απαγορεύει μονομερείς πρακτικές που συνιστούν πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη, καθώς και την ανακοίνωση μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προϊόντων και υπηρεσιών προς ανταγωνιστές.
Άρθρα 2 (Ν. 3959/2011) & 102 ΣΛΕΕ: Απαγορεύουν την καταχρηστική συμπεριφορά επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά.
Η ΕΑ επισημαίνει ότι παρεμβαίνει κατά άμεση προτεραιότητα όπου κρίνεται απαραίτητο και εξετάζει κάθε σχετική περίπτωση που υποπίπτει στην αντίληψή της. Αξιολογεί στοιχεία μέσω υποβολής καταγγελιών, αιτήσεων επιείκειας ή ανώνυμων σχετικών πληροφοριών μέσω του ασφαλούς ψηφιακού περιβάλλοντος (whistleblowing), προκειμένου να επιβάλλει κυρώσεις στους παραβάτες.
