Στην κορυφή της Ευρώπης ως προς την τουριστική ένταση βρίσκονται δύο ελληνικές νησιωτικές περιφέρειες, με το Νότιο Αιγαίο και τα Ιόνια Νησιά να καταγράφουν περισσότερες από 100 διανυκτερεύσεις σε τουριστικά καταλύματα για κάθε μόνιμο κάτοικο. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 αποτυπώνουν με αριθμούς την ιδιαίτερα υψηλή τουριστική πίεση που δέχονται οι δημοφιλείς ελληνικοί προορισμοί.
Ο δείκτης «tourism intensity», τον οποίο χρησιμοποιεί η Eurostat, υπολογίζεται ως ο αριθμός των διανυκτερεύσεων σε τουριστικά καταλύματα ανά 1.000 κατοίκους. Το 2024 ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στις 6.725 διανυκτερεύσεις ανά 1.000 κατοίκους, δηλαδή περίπου 6,7 διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο.
Η εικόνα στις ελληνικές νησιωτικές περιφέρειες είναι εντελώς διαφορετική. Το Νότιο Αιγαίο κατέγραψε 126.817 διανυκτερεύσεις ανά 1.000 κατοίκους, δηλαδή περίπου 126,8 διανυκτερεύσεις για κάθε μόνιμο κάτοικο, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση μεταξύ όλων των περιφερειών της ΕΕ.
Στη δεύτερη θέση βρίσκονται τα Ιόνια Νησιά, με περισσότερες από 100 διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο, ενώ στην ίδια κατηγορία των περιοχών με ιδιαίτερα υψηλή τουριστική ένταση βρίσκεται και η Κρήτη. Συνολικά, μόλις επτά περιφέρειες της ΕΕ ξεπέρασαν το όριο των 50.000 διανυκτερεύσεων ανά 1.000 κατοίκους το 2024. Οι τρεις είναι ελληνικές: Νότιο Αιγαίο, Ιόνια Νησιά και Κρήτη. Οι υπόλοιπες είναι το Μπολτσάνο στη Βόρεια Ιταλία, το Τιρόλο στην Αυστρία, η Αδριατική Κροατία (Jadranska Hrvatska) και οι Βαλεαρίδες Νήσοι στην Ισπανία.
Υπερτουρισμός ή αλλιώς τουριστική πίεση
Η επίδοση των ελληνικών νησιωτικών περιφερειών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το Νότιο Αιγαίο βρίσκεται σχεδόν 19 φορές πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ τα Ιόνια Νησιά κινούνται περίπου 15 φορές υψηλότερα.
Πρόκειται για μια εικόνα που συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη εξάρτηση των συγκεκριμένων περιοχών από τον διεθνή τουρισμό. Το 2024, οι ξένοι επισκέπτες αντιστοιχούσαν στο 92,2% των διανυκτερεύσεων στο Νότιο Αιγαίο και στο 93,5% στα Ιόνια Νησιά. Στην Κρήτη το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 94,4%.
Σε απόλυτους αριθμούς, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει για το 2024 41,5 εκατ. διανυκτερεύσεις στο Νότιο Αιγαίο, αυξημένες κατά 8,2% σε σχέση με το 2023. Η περιφέρεια συγκέντρωσε έτσι το 27,1% του συνόλου των διανυκτερεύσεων στην Ελλάδα. Στα Ιόνια Νησιά καταγράφηκαν 20,5 εκατ. διανυκτερεύσεις, αυξημένες κατά 3,9%, ενώ στην Κρήτη 34,5 εκατ., με αύξηση 0,6%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι σημαντικό μέρος αυτής της κίνησης αφορά και τα καταλύματα σύντομης διαμονής. Στο Νότιο Αιγαίο καταγράφηκαν το 2024 περίπου 8,84 εκατ. διανυκτερεύσεις σε short-stay καταλύματα, ενώ στα Ιόνια Νησιά 6,09 εκατ. και στην Κρήτη 5,54 εκατ.
Η πραγματική πίεση είναι πιθανότατα μεγαλύτερη
Η ίδια η Eurostat προειδοποιεί ότι ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτυπώνει το σύνολο της τουριστικής πίεσης. Στις διανυκτερεύσεις δεν περιλαμβάνονται οι ημερήσιοι επισκέπτες, αλλά ούτε και όσοι διαμένουν σε μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, όπως δεύτερες κατοικίες ή σπίτια φίλων και συγγενών.
Επομένως, οι 126,8 διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο στο Νότιο Αιγαίο δεν αποτελούν το σύνολο της τουριστικής παρουσίας στην περιοχή. Αποτελούν, αντίθετα, μια συντηρητική αποτύπωση της πίεσης που δημιουργεί ο τουρισμός σε σχέση με το μέγεθος του μόνιμου πληθυσμού.
Και η εποχικότητα ενισχύει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Τον Αύγουστο, που αποτελεί τον μήνα αιχμής, το Νότιο Αιγαίο έφθασε το 2024 στις 896 διανυκτερεύσεις ανά 1.000 κατοίκους κατά μέσο όρο ανά ημέρα. Δηλαδή, σε μια τυπική ημέρα του Αυγούστου αντιστοιχούσαν σχεδόν 0,9 τουριστικές διανυκτερεύσεις για κάθε μόνιμο κάτοικο.
Το παράδοξο των νέων επενδύσεων
Τα στοιχεία της Eurostat έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδύσεις σε τουριστικές υποδομές εξακολουθούν να κατευθύνονται δυναμικά προς τους ίδιους δημοφιλείς προορισμούς. Νέα ξενοδοχεία, ανακαινίσεις υφιστάμενων μονάδων και επενδύσεις σε τουριστικά καταλύματα συνεχίζουν να σχεδιάζονται ή να υλοποιούνται σε νησιά που ήδη εμφανίζουν από τις υψηλότερες αναλογίες τουριστικής δραστηριότητας προς τον μόνιμο πληθυσμό στην Ευρώπη.
Το στοιχείο αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε νέα επένδυση επιβαρύνει έναν προορισμό ή ότι οι περιοχές έχουν υπερβεί τη φέρουσα ικανότητά τους. Ο δείκτης της Eurostat δεν αποτελεί μέτρηση φέρουσας ικανότητας. Είναι, όμως, ένας σαφής δείκτης της τουριστικής πίεσης και της εξάρτησης από τον τουρισμό και ακριβώς γι’ αυτό περιλαμβάνεται στους ευρωπαϊκούς δείκτες για τη βιωσιμότητα του τουρισμού.
Το μήνυμα για την Ελλάδα είναι επομένως διπλό: ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό μοχλό οικονομικής δραστηριότητας και επενδύσεων, αλλά ταυτόχρονα η ανάπτυξή του δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στον χώρο. Σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές η τουριστική δραστηριότητα έχει πλέον αποκτήσει μέγεθος πολλαπλάσιο του μόνιμου πληθυσμού.
Και αυτό μεταφέρει τη συζήτηση από το ερώτημα «πόσους τουρίστες μπορεί να προσελκύσει ακόμη η Ελλάδα» στο πιο κρίσιμο ερώτημα: πόση τουριστική δραστηριότητα μπορούν να υποστηρίξουν οι επιμέρους προορισμοί χωρίς να επιβαρύνεται η ποιότητα ζωής των κατοίκων, οι υποδομές και το ίδιο το τουριστικό προϊόν;
