Μετεξεταστέο το έργο των 120 εκατ. για ψηφιοποίηση στα αρχεία 150 νοσοκομείων

Περίπου 200 εκατ. σελίδες ιατρικών αρχείων από 150 νοσοκομεία περιλαμβάνει το έργο που δεν πρόλαβε τις προθεσμίες του Ταμείου Ανάκαμψης

Νοσοκομείο © Unsplash

Στο ΕΣΠΑ ή σε όποιο άλλο χρηματοδοτικό εργαλείο επιλέξει η κυβέρνηση θα μεταφερθεί το έργο της «Ψηφιοποίησης Αρχείων του Δημόσιου Συστήματος Υγείας». Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 95 εκατ. ευρώ (117,8 εκατ. ευρώ με το ΦΠΑ) το οποίο δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί μέσα στον προκαθορισμένο χρόνο υλοποίησης του εθνικού σχεδίου ανάκαμψης της χώρας μας. Τώρα αναμένεται ν’ αποτελέσει ένα έργο γέφυρα για το ΕΣΠΑ ή/και για τον κρατικό προϋπολογισμό. Το έργο αφορά στην ψηφιοποίηση 200.000.000 σελίδων/έγγραφων ιατρικών εξετάσεων που βρίσκονται στα νοσοκομεία και είναι σε έγχαρτη ή άλλη μορφή π.χ. απεικονίσεις κ.λπ. Καλύπτει δε τις εξετάσεις ασθενών μιας περιόδου πέντε ετών κατά το παρελθόν που βρίσκονται στα υπόγεια των περίπου 150 νοσοκομείων της χώρας.

Προς την κατεύθυνση αυτή έχουν υπογραφεί συμβάσεις με 8 αναδόχους προκειμένου να «μοιράσουν» τη δουλειά. Το έργο ξεκίνησε στο τέλος του 2022 με την προκήρυξη του διαγωνισμού κι έχοντας χρόνο υλοποίησης τους 36 μήνες. Το Μάιο του 2023 το έργο ανατέθηκε στους 8 φορείς/σχήματα που συμμετείχαν στο έργο και οι οποίοι υπέγραψαν τις σχετικές πλαισιακές συμβάσεις ένα χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 2024.

Η διενεργούσα αρχή του διαγωνισμού, η Κοινωνία της Πληροφορίας, χρειάστηκε επιπλέον 10 μήνες για ν’ αρχίσει να υπογράφει τις εκτελεστικές συμβάσεις του έργου. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθούν σχεδόν 20 μήνες από την ανάθεση του έργου, μέχρι και την υπογραφή των εκτελεστικών συμβάσεων. Αυτό συνέβη μάλιστα σε μια διαγωνιστική διαδικασία που δεν είχε καμία νομική σύγκρουση, αφού όλοι όσοι συμμετείχαν στο διαγωνισμό είχανε δουλειά να κάνουν.

Οι εκτελεστικές συμβάσεις άρχισαν να υπογράφονται τον Φεβρουάριο του 2025. Δύο και πλέον χρόνια μετά την προκήρυξή του. Φυσικά οι χρόνοι υλοποίησης που προβλέφθηκαν στις εκτελεστικές συμβάσεις των 8 αναδόχων περιορίσθηκαν. Αντί για 36 μήνες που προέβλεπε η προκήρυξη του έργου οι εκτελεστικές συμβάσεις περιορίζουν την υλοποίηση στους 17 μήνες, αφού ήδη είχαν χαθεί πάνω από 24 μήνες.

Αλλά και αυτοί οι 17 μήνες «κουτσουρεύτηκαν». Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς οι  ανάδοχοι του έργου δεν ξεκίνησαν τις ψηφιοποιήσεις των αρχείων του ΕΣΥ, παρά μόνον στις αρχές του 2026. Σχεδόν ένα χρόνο μετά την υπογραφή των εκτελεστικών συμβάσεων δεν είχε μπει στον κυβερνοχώρο, ούτε μια σελίδα ιατρικού αρχείου. Ο λόγος: oι αντιδράσεις των γραφειοκρατών του υπ. Υγείας και των νοσοκομείων, παρά την σθεναρή πίεση του υπουργού Άδωνι Γεωργιάδη να προχωρήσει το έργο.

«Ακόμη και σήμερα πολλοί διοικητές νοσοκομείων φέρουν αντιρρήσεις στην ψηφιοποίηση των αρχείων», παραδέχεται στέλεχος εταιρείας που υλοποιεί το έργο. Οι ίδιες πηγές αποδίδουν τις καθυστερήσεις στην επίκληση των καρεκλοκένταυρων της δημόσιας διοίκησης για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που φέρουν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Έτσι κάποιοι διοικητές νοσοκομείων δεν επιτρέπουν την έξοδο των έγχαρτων αρχείων από τους χώρους του νοσοκομείου σε χώρους των εργολάβων για να γίνει η ψηφιοποίησή τους.

Η κατάσταση γίνεται χειρότερη όταν ορισμένοι από τους διοικητές των νοσοκομειακών μονάδων που δεν αφήνουν τα έγγραφα του ΕΣΥ να βγουν από το νοσοκομείο, δεν διευκολύνουν το έργο των αναδόχων μέσα στα νοσοκομεία. Καιτοι οι χώροι στα νοσοκομεία είναι συνήθως μεγάλοι, εργολάβος έργου ψηφιοποίησης εγγράφων του ΕΣΥ, κάνει λόγο για τη διάθεση σε νοσοκομείο της περιφέρειας χώρου μόλις 5-10 τ.μ. για να γίνει η ψηφιοποίηση των αρχείων. Πρόκειται για χώρο που δεν αρκεί για να βγει ο όγκος της εργασίας και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Παρατάσεις κόντρα παρατάσεις

Στο μεταξύ η διενεργούσα αρχή του διαγωνισμού, η Κοινωνία της Πληροφορίας «βομβαρδίζει» τόσο το υπ. Υγείας, όσο και τις διοικήσεις των νοσοκομείων με επιστολές ώστε να διευκολύνουν το έργο. Εις μάτην, όμως.

Μέχρι τον περασμένο Ιούλιο, το έργο είχε πετύχει το ορόσημο της ψηφιοποίησης των… 1,2 εκατ. σελίδων. Αυτό ήταν το πρώτο ορόσημο του έργου που «ξεκλείδωσε» τις προκαταβολές του έργου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς τους αναδόχους. Αυτό επιτεύχθηκε μόλις ενάμιση μήνα πριν το επίσημο κλείσιμο του Ταμείου Ανάκαμψης (31.08.2026).

Φυσικά με αυτές τις επιδόσεις και οι 8 εκτελεστικές συμβάσεις του έργου λάμβαναν τη μια παράταση μετά την άλλη. Αντί της 30 Ιουνίου 2026 που ήταν αρχικά να παραδοθεί το έργο, η ημερομηνία μετατέθηκε στις 31 Ιουλίου 2026. Στη συνέχεια λίγο πριν την εκπνοή της μετατέθηκε για 31 Οκτωβρίου 2026 – πρακτικά Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026 αφού η 31η Οκτωβρίου είναι Σάββατο. Καλά ενημερωμένες πηγές αναφέρουν ότι και το ορόσημο αυτό δεν θα επιτευχθεί. Όλοι αναμένουν «από μέρα σε μέρα» και «από ώρα σε ώρα» τον αρμόδιο αν. υπουργός Εθνικής Οικονομίας Νίκο Παπαθανάση, να δώσει νέα παράταση στο έργο -αν όχι δύο μηνών- τουλάχιστον ενός μήνα.

Ο βασικός στόχος της παράτασης θα είναι το έργο να φτάσει στο 30% των ψηφιοποιήσεων δηλαδή περίπου 60 εκατ. σελίδες. Αυτό είναι το επόμενο ορόσημο του έργου που εναγωνίως θέλει να επιτευχθεί η κυβέρνηση. Αν το καταφέρει -κάτι που θεωρείται πολύ δύσκολο- τότε θα ξεκλειδώσει η δεύτερη δόση πληρωμής του Ταμείου Ανάκαμψης στο συγκεκριμένο έργο.

Σημειώνεται ότι όλοι οι ανάδοχοι που υλοποιούν ψηφιοποιήσεις δεν κινούνται «στοιχισμένοι». Κάποιοι ανάδοχοι είναι περισσότερο οργανωμένοι, μεθοδικοί και συνεργάζονται καλύτερα με τις διοικήσεις των νοσοκομείων κι επομένως έχουν επιτύχει ψηφιοποιήσεις  που ξεπερνούν το 30% του έργου τους. Άλλοι, λιγότερο οργανωμένοι και με λιγότερο συνεργάσιμες διοικήσεις, βρίσκονται πολύ πιο χαμηλά.

Το πρόβλημα του οροσήμου όμως υφίσταται για όλους. Η Κομισιόν εξετάζει τη συνολική πορεία του έργου. Με τα παραπάνω φαίνεται ότι το έργο όχι μόνον δεν θα τελειώσει μέχρι τέλος του έτους που κλείνει οριστικά το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά επιπλέον θα μείνει το 70% έως 80% των ψηφιοποιήσεων για το ΕΣΠΑ της περιόδου 2021-2027 ή το ΕΠΑ (Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης) της περιόδου 2026-2030. Το τελευταίο άλλωστε, όπως ήδη έχει ανακοινωθεί, περιλαμβάνει πόρους 5 έως 6 δισ. ευρώ σε έργα που θ’ αποτελέσουν γέφυρες με το Ταμείο Ανάκαμψης.