Ferretti: Σκληρή μάχη Κινέζων – Κόμαρεκ για το διαμάντι των ευρωπαϊκών ναυπηγείων

Την παρέμβαση της ιταλικής κυβέρνησης ζητάει ο Τσέχος δισεκατομμυριούχος και βασικός μέτοχος της Allwyn, Κάρελ Κόμαρεκ, που επένδυσε στη Ferretti, αλλά έχασε τη μάχη της διοίκησης από τους Κινέζους

Ο Ιδρυτής και Πρόεδρος της Sazka - Allwyn Κάρελ Κόμαρεκ © kkcg.com

Στις 14 Μαΐου, η ετήσια τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της Ferretti S.p.A. στο Μιλάνο εξελίχθηκε σε πεδίο σφοδρής εταιρικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, σηματοδοτώντας μία από τις πιο δραματικές αλλαγές διοίκησης στην ευρωπαϊκή ναυπηγική βιομηχανία. Ο κινεζικός κρατικός κολοσσός Weichai Group, ο οποίος είναι πλέον κύριος μέτοχος στον ιταλικό ναυπηγικό όμιλο, που κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά πολυτελών σκαφών, εδραίωσε τον απόλυτο έλεγχό του επί της διοίκησης. Κατά τη διάρκεια της συνέλευσης, η πρόταση της Weichai για τη σύνθεση του νέου διοικητικού συμβουλίου έλαβε το 52,3% των ψήφων, έναντι 47% που συγκέντρωσε η εναλλακτική πρόταση του τσεχικού επενδυτικού ομίλου KKCG Maritime Investments, συμφερόντων του δισεκατομμυριούχου Karel Komárek, γνωστού στην Ελλάδα από τον έλεγχο της Allwyn. Έτσι, η κινεζική πλευρά τοποθέτησε οκτώ μέλη στο εννεαμελές διοικητικό συμβούλιο και οδήγησε στην έξοδο τον Alberto Galassi, ο οποίος διηύθυνε τον όμιλο Ferretti με εξαιρετική επιτυχία τα τελευταία 12 χρόνια.

Τώρα ο Κόμαρεκ ζητάει την παρέμβαση της ιταλικής κυβέρνησης, ώστε να μην επιτραπεί στους Κινέζους να ελέγξουν ένα στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού η Ferretti ναυπηγεί και σκάφη για τις Ένοπλες Δυνάμεις της Ιταλίας.

Ο απερχόμενος διευθύνων σύμβουλος είχε ασκήσει έντονη κριτική στους Κινέζους μετόχους, κατηγορώντας τους για έλλειψη βιομηχανικού οράματος και υπερβολική αποστροφή προς το επιχειρηματικό ρίσκο, παράγοντες που, κατά τον ίδιο, περιόριζαν τις αναπτυξιακές προοπτικές και τις δυνατότητες συγχωνεύσεων και εξαγορών της Ferretti.

Στη θέση του, το διοικητικό συμβούλιο διόρισε στις 15 Μαΐου τον Stassi Anastassov ως νέο διευθύνοντα σύμβουλο, ενώ ο Tan Ning ανέλαβε καθήκοντα προέδρου. Ο Anastassov, στέλεχος με μακρά διεθνή σταδιοδρομία σε πολυεθνικές καταναλωτικών αγαθών όπως η Procter & Gamble και η Duracell, καλείται να διαχειριστεί μια εξαιρετικά ευαίσθητη μεταβατική περίοδο, εν μέσω έντονων αμφισβητήσεων για την εταιρική διακυβέρνηση. Η ένταση της σύγκρουσης αποτυπώθηκε ανάγλυφα με την παραίτηση, την παραμονή της συνέλευσης, δύο κορυφαίων προσωπικοτήτων του ιταλικού επιχειρείν: του επίτιμου προέδρου Piero Ferrari και του Stefano Domenicali, διευθύνοντος συμβούλου της Formula 1. Αμφότεροι αποχώρησαν εκφράζοντας τη βαθιά τους απογοήτευση και αποστροφή για τις μεθοδεύσεις της Weichai, καταγγέλλοντας προσπάθειες παρεμπόδισης του ουσιαστικού διαλόγου και υπονόμευσης των κανόνων διαφάνειας της εταιρείας.

Η μετοχική αντιπαράθεση άρχισε να κλιμακώνεται στις αρχές του 2026, όταν η KKCG, η οποία κατείχε αρχικά το 14,5% των μετοχών, προχώρησε σε εθελοντική μερική δημόσια πρόταση εξαγοράς στα 3,50 ευρώ ανά μετοχή, την οποία στη συνέχεια αυξήθηκε στα 3,90 ευρώ, αποτιμώντας τη Ferretti στα 1,32 δισεκατομμύρια ευρώ. Στόχος του Κάρελ Κόμαρεκ ήταν να αποκτήσει επιπλέον ποσοστό 15,4% (περίπου 52,1 εκατομμύρια μετοχές), ώστε να ανέλθει στο 29,9% του κεφαλαίου, εξασφαλίζοντας μειοψηφία αρνησικυρίας και περιορίζοντας την κινεζική επιρροή. Η δημόσια πρόταση της KKCG υποστηρίχθηκε δημόσια από τους Piero Ferrari και Stefano Domenicali, ενώ ο Alberto Galassi επέλεξε να τηρήσει στάση ουδετερότητας απέχοντας από τη σχετική ψηφοφορία του διοικητικού συμβουλίου.

Ωστόσο, η πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου, ελεγχόμενη από τη Weichai και υποστηριζόμενη από τον ανεξάρτητο χρηματοοικονομικό σύμβουλο Altus, απέρριψε την πρόταση ως μη εύλογη και μη ελκυστική για τους μετόχους μειοψηφίας. Η Weichai, η οποία ήλεγχε άμεσα το 39,5% της Ferretti μέσω της θυγατρικής της Ferretti International Holding (FIH), αρνήθηκε να προσφέρει τις μετοχές της. Προκειμένου να θωρακίσει τη θέση της εν όψει της γενικής συνέλευσης, η Weichai φέρεται να συντόνισε την απόκτηση επιπλέον ποσοστού 6,6% μέσω κινεζικών κρατικών οντοτήτων και συνδεδεμένων κεφαλαίων, όπως η Bank of China, η AdTech, η Wealt Strategy και η Yanjan International. Η κίνηση αυτή επέτρεψε στην κινεζική πλευρά να συγκεντρώσει το κρίσιμο 52,3% των δικαιωμάτων ψήφου, εξουδετερώνοντας την προσπάθεια της KKCG.

Η πλευρά του Κόμαρεκ αντέδρασε άμεσα, καταγγέλλοντας μυστικές προσυνεννοήσεις και παραβιάσεις των υποχρεώσεων διαφάνειας που απορρέουν από τη διπλή εισαγωγή της εταιρείας στα χρηματιστήρια του Χονγκ Κονγκ και του Μιλάνου. Η νομική ομάδα της KKCG επιχείρησε να μπλοκάρει τα δικαιώματα ψήφου της Weichai κατά τη διάρκεια της συνέλευσης, ενώ η αντιπαράθεση αυτή τροφοδοτήθηκε περαιτέρω από τις παράλληλες εισαγγελικές έρευνες στο Μιλάνο για υποθέσεις εταιρικής κατασκοπείας, οι οποίες είχαν ήδη προκαλέσει τριγμούς στις σχέσεις μεταξύ των Ευρωπαίων και των Κινέζων μελών του διοικητικού συμβουλίου.

Το διακύβευμα της εθνικής κυριαρχίας και το δικαίωμα του «Golden Power»

Η μετοχική διαμάχη για τη Ferretti υπερβαίνει τα όρια μιας τυπικής εταιρικής διαφωνίας, καθώς αγγίζει άμεσα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και βιομηχανικής κυριαρχίας της Ιταλίας, όπως υποστηρίζει η πλευρά Κόμαρεκ. Η KKCG απηύθυνε επίσημη έκκληση στην Ιταλίδα πρωθυπουργό, Τζόρτζια Μελόνι, και στους υπουργούς Βιομηχανίας, Adolfo Urso, και Άμυνας, Guido Crosetto, ζητώντας την ενεργοποίηση του ειδικού νομοθετικού πλαισίου «Golden Power».Ο μηχανισμός αυτός παρέχει στην ιταλική κυβέρνηση το δικαίωμα να ελέγχει, να θέτει αυστηρούς όρους ή ακόμη και να ασκεί βέτο σε συναλλαγές που αφορούν επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας για την εθνική άμυνα, την ενέργεια και την τεχνολογία.

Το επιχείρημα για την υπαγωγή της Ferretti στο καθεστώς «Golden Power» εδράζεται στη λειτουργία της Ferretti Security Division (FSD), μιας εξειδικευμένης επιχειρηματικής μονάδας που ιδρύθηκε το 2016. Η FSD σχεδιάζει και ναυπηγεί προηγμένα σκάφη διπλής χρήσης (πολιτικής και στρατιωτικής) για τις ανάγκες των σωμάτων ασφαλείας, της ακτοφυλακής και των ενόπλων δυνάμεων της Ιταλίας και άλλων κρατών.

Αν και η FSD συνεισέφερε μόλις το 0,4% των εσόδων του ομίλου για το 2025, και παρά τις προσπάθειες της Weichai να υποβαθμίσει τη σημασία της, προχωρώντας ακόμη και σε κινήσεις περιορισμού της προκειμένου να αποφύγει τον κυβερνητικό έλεγχο,η νομική ερμηνεία του «Golden Power» βασίζεται στη στρατηγική φύση της δραστηριότητας και όχι στο εμπορικό της μέγεθος.Ο Adolfo Urso επιβεβαίωσε ότι το αίτημα της KKCG εξετάζεται με τη δέουσα προσοχή από το υπουργείο Βιομηχανίας και το υπουργείο Άμυνας, σε μια υπόθεση που παρουσιάζει στενές αναλογίες με την κυβερνητική παρέμβαση στην Pirelli για τον περιορισμό της κινεζικής Sinochem.

Η ιστορική διαδρομή

Η Ferretti αποτελεί το διαχρονικό σύμβολο της ιταλικής ναυπηγικής αριστείας, με μια ιστορία που ξεκίνησε το 1968, όταν τα αδέλφια Alessandro και Norberto Ferretti ίδρυσαν τη Ferretti Nautica στη Μπολόνια, αρχικά ως αντιπροσωπεία της αμερικανικής Chris Craft. Το 1971 παρουσίασαν το πρώτο δικής τους κατασκευής ξύλινο motorsailer 10 μέτρων, ενώ από τη δεκαετία του 1980 επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στα μηχανοκίνητα σκάφη πολυτελείας, εισάγοντας επαναστατικές τεχνολογικές λύσεις. Το 1987 ο όμιλος μετέφερε την έδρα του στο Forlì και ίδρυσε τη δική του εξειδικευμένη Διεύθυνση Μηχανικής (Engineering Direction) για την έρευνα σε καινοτόμα υλικά.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000, η Ferretti υλοποίησε ένα εξαιρετικά επιθετικό πρόγραμμα εξαγορών προκειμένου να κυριαρχήσει σε όλες τις κατηγορίες σκαφών. Το 1996 δημιούργησε την Custom Line για την κάλυψη της κατηγορίας flybridge μεγάλου μεγέθους. Το 1998 εξαγόρασε την CNA S.r.l., εντάσσοντας στον όμιλο την Pershing, την κορυφαία μάρκα σπορ σκαφών υψηλών επιδόσεων. Το 1999 ακολούθησε η εξαγορά της CRN, εξειδικευμένης στα πλήρως εξατομικευμένα megayachts από χάλυβα και αλουμίνιο. Το 2000 ο όμιλος απέκτησε το 100% της Riva, του πιο εμβληματικού και ιστορικού ναυπηγείου στον κόσμο, το οποίο ιδρύθηκε το 1842 και ταυτίστηκε με τη χρυσή εποχή του διεθνούς τζετ σετ. Η επέκταση ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωση των σημάτων Mochi Craft, Itama και, πιο πρόσφατα, της Wally το 2019.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οδήγησε τον υπερχρεωμένο όμιλο στα πρόθυρα της κατάρρευσης, με τα έσοδα να συρρικνώνονται στα 300 εκατομμύρια ευρώ. Η εξαγορά του 75% των μετοχών από τη Weichai το 2012 έναντι σημαντικών κεφαλαιακών ενισχύσεων ύψους 470 εκατομμυρίων ευρώ διέσωσε την εταιρεία, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεθνή της εξυγίανση και τη μετέπειτα διπλή χρηματιστηριακή της εισαγωγή.

Τα επτά ναυπηγεία

Η παραγωγική υπεροχή της Ferretti βασίζεται σε ένα εξαιρετικά εξειδικευμένο δίκτυο επτά ναυπηγείων στην Ιταλία, τα οποία συνδυάζουν την προηγμένη βιομηχανική τεχνολογία με την παραδοσιακή ιταλική χειροτεχνία. Κάθε ναυπηγείο επιτελεί συγκεκριμένο ρόλο στο πλαίσιο της παραγωγικής διαδικασίας:

  • Ναυπηγείο Forlì (Εμίλια-Ρομάνια): Αποτελεί τη διοικητική έδρα του ομίλου και εκτείνεται σε μια σύγχρονη βιομηχανική μονάδα. Εκεί κατασκευάζονται τα composite σκάφη της Ferretti Yachts μήκους 16 έως 30 μέτρων, ενώ λειτουργεί και ειδική γραμμή παραγωγής για τα μηχανοκίνητα σκάφη της Wally.
  • Ναυπηγείο Cattolica (Εμίλια-Ρομάνια): Εγκαινιάστηκε το 2001 και εφαρμόζει ένα εξαιρετικά αποδοτικό σύστημα παραγωγής «νησίδων» (island system), όπου κάθε σταθμός εργασίας είναι πλήρως αυτόνομος. Διαθέτει 16 σταθμούς συναρμολόγησης για σκάφη της Ferretti Yachts μήκους 24 έως 30 μέτρων, ενώ η εγγύτητά του με τη θάλασσα διευκολύνει τις δοκιμές στο νερό.
  • Superyacht Yard Ancona (Μάρκε): Το ναυπηγείο-κόσμημα του ομίλου, αφιερωμένο στη σχεδίαση και κατασκευή των custom superyachts της CRN, της Custom Line και των μεταλλικών μοντέλων της Riva. Πρόκειται για ένα από τα πιο προηγμένα ναυπηγικά κέντρα στην Ευρώπη, ικανό να υποστηρίξει κατασκευές έως 95 μέτρα.
  • Ναυπηγείο Mondolfo (Μάρκε): Μια υπερσύγχρονη βιομηχανική εγκατάσταση προσανατολισμένη αποκλειστικά στην παραγωγή των σπορ και δυναμικών σκαφών της Pershing.
  • Ναυπηγείο Sarnico (Λομβαρδία): Η ιστορική έδρα της Riva στη λίμνη Ιζέο. Εκεί διατηρείται ανέπαφο το θρυλικό γραφείο «La Plancia» του Carlo Riva, το οποίο έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο, ενώ λειτουργεί και το τμήμα Riva Classiche για την αποκατάσταση κλασικών ξύλινων σκαφών.
  • Ναυπηγείο La Spezia (Λιγουρία): Στρατηγική βιομηχανική μονάδα στη δυτική ακτή της Ιταλίας, η οποία ειδικεύεται στην παραγωγή των μεγαλύτερων μοντέλων της Riva (76-130 πόδια). Λειτουργεί παράλληλα ως το βασικό κέντρο δοκιμών, καθελκύσεων και παραδόσεων του ομίλου.
  • Ναυπηγείο RavennaSan Vitale (Εμίλια-Ρομάνια): Η πλέον πρόσφατη και μεγαλύτερη επένδυση του ομίλου, ύψους 140 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία πραγματοποιήθηκε τη διετία 2023-2024. Η εγκατάσταση εκτείνεται σε 100.000 τετραγωνικά μέτρα, περιλαμβάνει ξηρή δεξαμενή και αυξάνει τη συνολική παραγωγική ικανότητα της Ferretti κατά 30%, φιλοξενώντας την παραγωγή των ιστιοπλοϊκών Wally και της νέας σειράς Infynito.

Τα ρεκόρ του 2025

Η σφοδρή μετοχική αντιπαράθεση εκτυλίσσεται σε μια περίοδο εξαιρετικής χρηματοοικονομικής υγείας για τον όμιλο, αν και τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026 υποδεικνύουν την εμφάνιση των πρώτων μακροοικονομικών προκλήσεων.

Κατά το οικονομικό έτος 2025, η Ferretti πέτυχε πλήρως τους αναθεωρημένους στόχους της. Τα καθαρά έσοδα από νέα σκάφη αυξήθηκαν κατά 5,0%, φτάνοντας τα 1,23 δισεκατομμύρια ευρώ, χάρη στην ισχυρή ζήτηση για τα μοντέλα Custom Line και Riva. Τα προσαρμοσμένα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (Adjusted EBITDA) ανήλθαν σε 202,8 εκατομμύρια ευρώ (+6,7% σε σχέση με το 2024), με το περιθώριο κερδοφορίας να βελτιώνεται στο 16,5%. Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 90,1 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η καθαρή ταμειακή θέση ενισχύθηκε στα 111 εκατομμύρια ευρώ.

Ωστόσο, τα οικονομικά στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026, τα οποία εγκρίθηκαν στις 19 Μαΐου, αντανακλούν τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και την Ερυθρά Θάλασσα, οι οποίες προκάλεσαν σημαντικές καθυστερήσεις στις παραγγελίες και τις παραδόσεις σκαφών. Τα καθαρά έσοδα υποχώρησαν κατά 8% στα 302,1 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η εισροή νέων παραγγελιών σημείωσε πτώση 33,6% στα 179,6 εκατομμύρια ευρώ. Παρά την κάμψη αυτή, τα θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν ισχυρά, με το περιθώριο Adjusted EBITDA να διατηρείται στο 16,1% και τη διοίκηση να επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις της για το σύνολο του 2026.