Γιατί αναζωπυρώνεται η κουβέντα για ένα “νέο 2015”;

Οι ομοιότητες του χθες με το σήμερα ανιχνεύονται και δημοσκοπικά: Πρόκειται για κρίση εμπιστοσύνης, κρίση αντιπροσώπευσης, κρίση ταυτοτική και ιδεολογική

Βουλή, ©ΝΙΚΟΣ ΜΗΤΡΟΥΣΙΑΣ / INTIME

Λίγο τα δημοσκοπικά ευρήματα, λίγο οι αβεβαιότητες για την επόμενη μέρα-τόσο λόγω των διεργασιών στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς-, κάνουν πολλούς να αναρωτιούνται μήπως, ενόψει των προσεχών εκλογών, βρεθούμε προ απροόπτου. Μήπως δηλαδή υπάρχουν ενδείξεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μπορεί να έχουμε ένα νέο «2015». Δηλαδή, ένα αποκορύφωμα ανατροπών και αμφισβητήσεων που θα συνταράξουν συθέμελα το υπάρχον πολιτικό σκηνικό, σε μια πορεία χωρίς αύριο.

Μπορεί κάποιος να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτό, επικαλούμενος ομοιότητες του τότε με το σήμερα. Και αυτές, είναι αλήθεια, ανιχνεύονται και δημοσκοπικά. «Τρεις είναι οι παράλληλες κρίσεις που δημιουργούν αυτήν τη συνθήκη: κρίση εμπιστοσύνης, κρίση αντιπροσώπευσης, κρίση ταυτοτική και ιδεολογική» σημειώνει ο αναλυτής Αντώνης Γαλανόπουλος. Η κρίση εμπιστοσύνης σε θεσμούς και κόμματα εξακολουθεί να θυμίζει την αποδόμηση του παραδοσιακού πολιτικού σκηνικού από το 2012. Άλλωστε και σήμερα οι πολίτες σε ποσοστά ρεκόρ δηλώνουν απογοητευμένοι τόσο από τις επιδόσεις της κυβέρνησης όσο και από την παρουσία όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Ο πολιτικός κατακερματισμός είναι άλλο ένα σύμπτωμα που θυμίζει την εποχή της βαθιάς κρίσης. Ήταν τότε που οι δύο πυλώνες του δικομματισμού κατέρρεαν, με νέα κόμματα να εμφανίζονται στο προσκήνιο-ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝ.ΕΛ., Ποτάμι, Χρυσή Αυτή, ΔΗΜΑΡ- με κατάληξη τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015. Σήμερα, μάλιστα, ο κατακερματισμός εμφανίζεται ως κυρίαρχο γνώρισμα σε όλο το πολιτικό φάσμα. Στη μία άκρη, η πολυδιάσπαση της Αριστεράς δίνει χώρο για νέα σχήματα: Νέα Αριστερά, ΜΕΡΑ25, Κίνημα Δημοκρατίας του Στ. Κασσελάκη, Πλεύση Ελευθερίας αλλά και ένας ΣΥΡΙΖΑ που καταρρέει, με τον Αλέξη Τσίπρα να εμφανίζεται με το δικό του κόμμα και την Μαρία Καρυστιανού να εισέρχεται φιλόδοξη στον πολιτικό στίβο. Αλλά και στην «άλλη όχθη» έχουμε την Ελληνική Λύση, την Νίκη, τη Φωνή Λογικής της κ. Λατινοπούλου, με τον Αντώνη Σαμαρά να πιθανολογείται ότι θα δημιουργήσει και αυτός πολιτικό φορέα. Από πολλές απόψεις, ο κατακερματισμός του 2026 ξεπερνά το κομματικό τοπίο της περασμένης, ταραγμένης δεκαετίας.

Μια τρίτη ομοιότητα έχει να κάνει με το αντισυστημικό χαρακτήρα των περισσότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Μια τάση, που τροφοδοτείται από την κρίση εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης απέναντι στο «παραδοσιακό» πολιτικό σύστημα. Αν εξαιρέσει κάποιος τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, όλοι οι άλλοι φορείς, υπάρχοντες και εκκολαπτόμενοι, ποντάρουν την παρουσία τους στο αντισυστημικό φρόνημα σημαντικής μερίδας των πολιτών. Πολλοί συγκρίνουν το σήμερα με την αντισυστημικότητα κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ, η Χρυσή Αυγή και συνάγουν συμπεράσματα για κατάρρευση ή ριζική ανατροπή στις προσεχείς εκλογές.

Όμως η δεύτερη ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας-και πιο προσεκτική, θα έλεγα- αναδεικνύει θεμελιώδεις διαφορές, πίσω από τις ομοιότητες που περιγράψαμε. Η πρώτη έχει να κάνει με το ότι σήμερα δεν έχουμε την οξύτατη οικονομική-και κοινωνική-κρίση του 2012-2015. Δεν έχουμε μνημόνια πάνω από το κεφάλι μας. Βασικά μεγέθη, όπως η ανεργία, έχουν μειωθεί σημαντικά. Το χρέος μας εξυπηρετείται. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε φαινόμενα συστημικής κατάρρευσης στην οικονομία και την πολιτική. Υπάρχουν προβλήματα; Βεβαίως, πολύ σοβαρά! Η ακρίβεια, οι ανισότητες, οι χαμηλοί μισθοί, τα θεσμικά ελλείμματα συνιστούν μεν μια δύσκολη πραγματικότητα, αλλά δεν προδικάζουν κατάρρευση των πάντων. Επιπλέον, αρχής γενομένης από το 2010, είχαμε αποδόμηση των δύο κυρίαρχων κομμάτων, με εμφάνιση νέων σχημάτων. Σήμερα, μετά από μια περίοδο ιδιότυπου διπολισμού (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ από το 2019 έως το 2023), εξακολουθεί να υπάρχει ένας κυρίαρχος πόλος, το κυβερνών κόμμα, που παρά τη φθορά διατηρεί το πολιτικό προβάδισμα. Το ζητούμενο είναι η αναζήτηση ενός αντιπολιτευτικού πόλου, που προς το παρόν προσκρούει στον κατακερματισμό του χώρου. Θα έλεγε κανείς ότι βιώνουμε ένα καθεστώς «ασύμμετρης ισορροπίας» και όχι συνολικής κατάρρευσης.

Ούτε σε κοινωνικό επίπεδο μπορεί κανείς να ανιχνεύσει ομοιότητες. Στη διάρκεια της κρίσης είχαμε έντονη κοινωνική ενεργοποίηση, μαζικές κινητοποιήσεις και- όχι ανάξιο μνείας- αυξημένη συμμετοχή στις κάλπες. Σήμερα, η δυσαρέσκεια είναι υπαρκτή αναμφισβήτητα, αλλά μέχρι στιγμής εκφράζεται μάλλον με την αποστασιοποίηση από τα δρώμενα. Δύο ενδείξεις-η μεγάλη αποχή στις τελευταίες εκλογές και η «γκρίζα ζώνη» των αναποφάσιστων στις δημοσκοπήσεις-το πιστοποιούν.

Τέλος, υπάρχουν τεράστιες διαφορές σε ό,τι αφορά το διεθνή μας περίγυρο. Στην εποχή του χρέους και των μνημονίων, υπήρχε μια ηγεσία στην Ε.Ε. με την οποία μπόρεσε η χώρα-επώδυνα-να διαπραγματευτεί την έξοδο από την κρίση. Σήμερα, το τοπίο στις Βρυξέλλες είναι επιεικώς νεφελώδες, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία καρκινοβατεί και η σύρραξη στη Μέση Ανατολή δεν λέει να τελειώσει. Ας πούμε λίγο παρακινδυνευμένα ότι η ομπρέλα προστασίας που υπήρξε την περασμένη δεκαετία από την Ευρώπη, σήμερα απλώς δεν υφίσταται καθώς οι βασικοί της πυλώνες-Γαλλία και Γερμανία-στροβιλίζονται στην εσωτερική τους αστάθεια.

Συνεπώς, ρευστότητα, ναι, υπάρχει. Όμως θα είναι λάθος να παραλληλίζουμε το χτες με το σήμερα. Οι δύο περίοδοι μπορεί να μοιάζουν σε ό,τι αφορά τα συμπτώματα αλλά διαφέρουν ως προς την «ασθένεια».