Οι κεντρικές τράπεζες διεθνώς βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα: να μειώσουν τα επιτόκια για να στηρίξουν την ανάπτυξη αλλά να ενισχύσουν τον πληθωρισμό, ή να τα αυξήσουν για να περιορίσουν τις τιμές αλλά να αυξήσουν τον κίνδυνο οικονομικής ύφεσης.
Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν εντείνει τις πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία, το δίλημμα αυτό καθίσταται ακόμη πιο οξύ σε περιβάλλον υψηλού δημόσιου χρέους και περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον πιο ασταθή πορεία των επιτοκίων, καθώς η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και σταθερότητας τιμών γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τον πληθωρισμό πλέον στην ευρωζώνη στο 3,2%, σε υψηλό από το 2023 (στην Ελλάδα 5%), οι αποφάσεις είναι για αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση της Πέμπτης 11 Ιουνίου στο 2,25% από 2%, επίπεδο που διατηρεί από τον Ιούνιο του 2025 και πιθανόν να προχωρήσει σε μια ακόμη αύξηση τον Σεπτέμβριο.
Σημειώνεται ότι το βασικό επιτόκιο του ευρώ είχε ακολουθήσει μία ξέφρενη ανοδική πορεία από το 2% στο 4% από τις 21 Δεκεμβρίου 2022 μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 2023, για να ακολουθήσει η αποκλιμάκωση μέχρι το 2% στις 11/6/2025.
Αξιωματούχοι της ΕΚΤ, από την πιο «σκληρή» Ιζαμπέλ Σνάμπελ έως τον πιο επιφυλακτικό Φίλιπ Λέιν, έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, εκτιμώντας ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις του πληθωρισμού στην οικονομία είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθούν.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού αξιωματούχοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ προειδοποιούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί ακόμη να δικαιολογήσει μειώσεις επιτοκίων, καθώς οι πληθωριστικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί, ενώ τα οφέλη παραγωγικότητας από την AI δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς ή μετρήσιμα. Η συνεδρίαση της Fed μια εβδομάδα μετά την ΕΚΤ, θα δώσει το στίγμα και στις ΗΠΑ, υπό την πίεση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για μειώσεις επιτοκίων, προς τον εκλεκτό του νέο επικεφαλής Κέβιν Γουόρς.
Ωστόσο, παρά την επιθυμία Τραμπ για φθηνότερο χρήμα, οι αγορές κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η καμπύλη των swaps προεξοφλεί πλέον αύξηση των επιτοκίων της Fed κατά περίπου 20 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους, ενώ στις αρχές του 2025 οι επενδυτές ανέμεναν μειώσεις. Η επιμονή του πληθωρισμού και η άνοδος του δείκτη τιμών παραγωγού ενισχύουν τις πιέσεις για πιο αυστηρή νομισματική πολιτική. Η Fed εμφανίζεται διχασμένη, με ολοένα περισσότερα στελέχη να μην αποκλείουν ακόμη και νέα αύξηση επιτοκίων τους επόμενους μήνες, αν και στην επόμενη συνεδρίαση στοιχηματίζουν στάση αναμονής.
Παράλληλα, έντονη αναταραχή καταγράφεται στις διεθνείς αγορές ομολόγων, με εκτεταμένο selloff και ανοδική πορεία των αποδόσεων σε πολλές μεγάλες οικονομίες, από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα έως τη Βρετανία. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει την αυξανόμενη νευρικότητα των επενδυτών απέναντι στις προοπτικές των επιτοκίων, σε ένα περιβάλλον όπου η νομισματική πολιτική παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη.
Η καθηγήτρια του Χάρβαρντ και πρώην αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ, Γκίτα Γκοπινάθ, έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι οι αγορές ομολόγων βρίσκονται «σε εύθραυστη κατάσταση», επισημαίνοντας τον συνδυασμό δημογραφικών πιέσεων, υψηλού δημόσιου χρέους και αυξημένων κεφαλαιακών αναγκών που συνδέονται με την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Πληθωρισμός στην Ευρωζώνη και πιέσεις για την ΕΚΤ για τα επιτόκια
Στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ, ενισχύοντας τα σενάρια για νέα αύξηση επιτοκίων. Οι μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις στις τιμές, κυρίως λόγω ενέργειας και γεωπολιτικής αστάθειας.
Στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, ο πληθωρισμός κινείται μεταξύ 2,8% και 3,6%, ενώ στη Γερμανία παραμένει στο 2,7%, επίπεδα που εξακολουθούν να θεωρούνται υψηλά για τα δεδομένα της ΕΚΤ. Οι αγορές εκτιμούν ότι μια νέα αύξηση επιτοκίων εντός του επόμενου μήνα είναι πλέον πιθανή.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, με αιχμή τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, εντείνουν την αβεβαιότητα και ασκούν πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις μέσω του ενεργειακού κόστους. Η αβεβαιότητα αυτή μεταφέρεται τόσο στις χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και στις πραγματικές οικονομίες.
Η Γαλλία καταγράφει επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ η Ιταλία, αν και ξεκίνησε το έτος καλύτερα του αναμενόμενου, αντιμετωπίζει αυξημένους κινδύνους λόγω χρέους και εξωτερικών πιέσεων.
Παράλληλα επιδείνωση εμφάνισε η οικονομία της Ευρωζώνης στις αρχές του 2026, καθώς τα αναθεωρημένα στοιχεία της Eurostat έδειξαν ότι η περιοχή πέρασε σε συρρίκνωση το πρώτο τρίμηνο του έτους, αντί για την οριακή ανάπτυξη που είχε αρχικά ανακοινωθεί.
Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ευρωζώνης μειώθηκε κατά 0,2% το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η πρώτη εκτίμηση έκανε λόγο για αύξηση 0,1%. Η αναθεώρηση αποδίδεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Ιρλανδία, όπου το ΑΕΠ κατέγραψε βουτιά 12,1%, έναντι αρχικής εκτίμησης για πτώση 2%.
ΗΠΑ: Παραγωγικότητα, AI και αβέβαιη εικόνα της οικονομίας, επηρεάζουν τα επιτόκια
Στις ΗΠΑ, ο πληθωρισμός συνεχίζει να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, με τον δείκτη PCE να ανέρχεται στο 3,8%, ενισχύοντας την πιθανότητα η Fed να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Αξιωματούχοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ προειδοποιούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί ακόμη να δικαιολογήσει μειώσεις επιτοκίων. Οι πληθωριστικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί, ενώ τα οφέλη παραγωγικότητας από την AI δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς ή μετρήσιμα.
Η συζήτηση για το πώς η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), ιδιαίτερα ενόψει των στρατηγικών προσεγγίσεων που έχει διατυπώσει ο Κέβιν Γουόρς. Η βασική υπόθεση ότι η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να επιτρέψει χαμηλότερα επιτόκια αμφισβητείται έντονα από αρκετούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Ορισμένα στελέχη της Fed παρατηρούν ότι η επενδυτική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τη ζήτηση για εργασία, εξοπλισμό και υποδομές, χωρίς όμως να υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ευρείας και διατηρήσιμης αύξησης της παραγωγικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι πληθωριστικοί κίνδυνοι θεωρούνται πιο άμεσοι από τα πιθανά μελλοντικά οφέλη της AI.
Ο πρόεδρος της Fed του Σεντ Λούις, Αλμπέρτο Μουσαλέμ, ήταν ιδιαίτερα σαφής στις δηλώσεις του, υπογραμμίζοντας ότι θα ήταν επικίνδυνο να βασιστεί η νομισματική πολιτική σε μελλοντικές προσδοκίες αύξησης της παραγωγικότητας.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «είναι ριψοκίνδυνο να στηριζόμαστε στην προοπτική υψηλότερης μελλοντικής ανάπτυξης παραγωγικότητας για να λύσουμε το σημερινό πρόβλημα πληθωρισμού». Παράλληλα, σημείωσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει μετασχηματιστική τεχνολογία, αλλά οι κίνδυνοι λανθασμένης εκτίμησης των επιπτώσεών της στον πληθωρισμό είναι σημαντικοί.
Ο Μουσαλέμ τόνισε επίσης ότι η Fed θα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στην αντιμετώπιση του επίμονου πληθωρισμού και όχι να διαμορφώνει πολιτική με βάση υποθετικά μελλοντικά οφέλη.

Ο Κέβιν Γουόρς, ο νέος διοικητής της FED © EPA/WILL OLIVER
Η θεωρία Γουόρς και οι αμφιβολίες της αγοράς
Από την άλλη πλευρά, ο Κέβιν Γουόρς έχει υποστηρίξει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντική αποπληθωριστική δύναμη, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής οικονομίας, όπως είχε σημειώσει σε άρθρο γνώμης στην εφημερίδα Wall Street Journal.
Η βασική οικονομική υπόθεση είναι ότι, εάν οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι παράγουν περισσότερα με τους ίδιους πόρους, η οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί ταχύτερα χωρίς να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις. Αυτό, θεωρητικά, θα έδινε περιθώριο στη Fed να μειώσει τα επιτόκια.
Ωστόσο, οι υπεύθυνοι πολιτικής ζητούν πιο απτές ενδείξεις ότι τα οφέλη αυτά είναι ήδη παρόντα και όχι απλώς μελλοντικές προσδοκίες.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ έχει ήδη αρχίσει να αυξάνεται πριν ακόμη υιοθετηθεί ευρέως η τεχνητή νοημοσύνη από τις επιχειρήσεις, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον διαχωρισμό της συμβολής της AI από άλλους παράγοντες.
Τα τελευταία τρία χρόνια, η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά μέσο όρο περίπου 2,4% ετησίως, έναντι μόλις 1,5% τη δεκαετία του 2010, σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα παραμένει θολή ως προς το κατά πόσο η άνοδος αυτή οφείλεται στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η πρόεδρος της Fed του Σαν Φρανσίσκο, Μέρι Ντέιλι, σημείωσε ότι η εμπειρία των 1990s με το διαδίκτυο δείχνει πως οι τεχνολογικές επαναστάσεις δεν αποτυπώνονται πάντα άμεσα στα στατιστικά στοιχεία. Όπως ανέφερε, η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ορατή, αλλά δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη η σύνδεσή της με συγκεκριμένες επενδύσεις στην AI.
Η Λίζα Κουκ της Fed επεσήμανε ότι η αυξημένη επενδυτική ζήτηση για τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις, καθώς αυξάνει τις τιμές σε ημιαγωγούς, λογισμικό, ενέργεια και υποδομές.
Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 1,5 τρισ. δολάρια επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων, γεγονός που δείχνει ότι η ζήτηση για υποδομές AI παραμένει έντονη και συνεχής. Ωστόσο, αυτή η επενδυτική έκρηξη ενδέχεται να επιβαρύνει το γενικό επίπεδο τιμών, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα ανησυχίας για την πορεία των επιτοκίων.
Αγορές, κέρδη και κοινωνικές ανισορροπίες
Την ίδια στιγμή, η ισχυρή άνοδος των εταιρικών κερδών έχει οδηγήσει σε ιστορικά υψηλά τα χρηματιστήρια, με τον S&P 500 να καταγράφει νέα ρεκόρ και τη Nasdaq να σημειώνει ισχυρή μηνιαία άνοδο. Οι τεχνολογικές μετοχές οδηγούν το ράλι, ενισχυμένες από την αισιοδοξία γύρω από την AI.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος στις ΗΠΑ κατευθύνεται πλέον προς τα εταιρικά κέρδη, ενώ το μερίδιο των εργαζομένων μειώνεται, δημιουργώντας κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις.
Ο Γκρεγκ Ίπ σημειώνει ότι, ακόμη και για τους υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς, η μετατόπιση του εισοδήματος προς τους μετόχους μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα πολιτικής σταθερότητας, ιδιαίτερα αν ενισχυθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η συζήτηση για τον ισολογισμό της Fed και τα επιτόκια
Η Fed δέχεται προειδοποιήσεις να μην συρρικνώσει τον ισολογισμό της, ενώ η παγκόσμια οικονομία εμφανίζει σημάδια στασιμοπληθωρισμού. PMI σε Ευρώπη, Ασία και ΗΠΑ δείχνουν επιβράδυνση, την ώρα που ο πληθωρισμός και η αβεβαιότητα αυξάνονται διεθνώς.
Οι οικονομολόγοι Κριστίνα Ρόμερ και Ντέιβιντ Ρόμερ προειδοποιούν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα πρέπει να αποφύγει τη σημαντική συρρίκνωση του ισολογισμού της, καθώς οι κίνδυνοι υπερβαίνουν τα πιθανά οφέλη. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, η διατήρηση ενός μεγάλου ισολογισμού της Fed συμβάλλει στη σταθερότητα των επιτοκίων και περιορίζει την υπερβολική μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Οι δύο οικονομολόγοι τονίζουν ότι η επιστροφή σε καθεστώς «σπάνιων αποθεματικών» θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικές παρενέργειες για τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, για τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής μέσω των επιτοκίων.
Παράλληλα, οι Ρόμερ προτείνουν η Fed να μειώσει με ταχύτερο ρυθμό τις τοποθετήσεις της σε ενυπόθηκα στεγαστικά ομόλογα (mortgage-backed securities), υποστηρίζοντας ότι η παρουσία της σε αυτή την αγορά οδηγεί σε στρεβλώσεις, ευνοώντας συγκεκριμένους τομείς πίστωσης έναντι άλλων.
Η πρόταση αυτή συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη συζήτηση για τη δομή του ισολογισμού της Fed και το πώς αυτός επηρεάζει τα επιτόκια, την κατανομή κεφαλαίων και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Wall Street, © EPA/JUSTIN LANE
Παγκόσμια επιβράδυνση και επιτόκια υπό πίεση από στασιμοπληθωρισμό
Οι τελευταίοι δείκτες PMI για τον Μάιο σε μεγάλες οικονομίες δείχνουν επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, με ενδείξεις στασιμοπληθωριστικών πιέσεων να ενισχύονται. Η ένταση που αποδίδεται στις γεωπολιτικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στο Ιράν, φαίνεται να επιταχύνει την επιβράδυνση.
Στην Ευρωζώνη, ο σύνθετος δείκτης PMI υποχώρησε στο 47,5 από 48,8, σηματοδοτώντας τη βαθύτερη συρρίκνωση ιδιωτικής δραστηριότητας από το 2023. Οι υπηρεσίες σημείωσαν ιδιαίτερα έντονη πτώση, υποδεικνύοντας ευρεία επιβράδυνση.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική στη Γαλλία, όπου ο σύνθετος PMI κατρακύλησε στο 43,5, σηματοδοτώντας πέμπτο συνεχόμενο μήνα συρρίκνωσης και τη βαθύτερη πτώση από το 2020. Η επιδείνωση αποδίδεται τόσο στις υπηρεσίες όσο και στη μεταποίηση, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις εντάθηκαν.
Η Γερμανία παραμένει επίσης σε περιοχή συρρίκνωσης, με PMI στο 48,6, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο υποχώρησε στο 48,5, καταγράφοντας την πρώτη πτώση δραστηριότητας εδώ και πάνω από έναν χρόνο. Η εικόνα αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι οι κεντρικές τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις για τα επιτόκια σε περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού κόστους.
Στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, η εικόνα παραμένει μεικτή αλλά επιβαρυμένη. Η Αυστραλία εμφάνισε πτώση του PMI στο 47,8, ενώ η Ιαπωνία διατηρήθηκε οριακά σε ανάπτυξη στο 51,1, με επιβράδυνση όμως του ρυθμού επέκτασης.
Σε όλες τις περιπτώσεις, οι πιέσεις στο κόστος εισροών επιταχύνονται, κυρίως λόγω ενεργειακών και μεταφορικών δαπανών, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τη διαχείριση των επιτοκίων και της νομισματικής πολιτικής.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πληθωρισμός συνεχίζει την ανοδική του πορεία. Ο δείκτης PCE αυξήθηκε κατά 0,4% σε μηνιαία βάση τον Απρίλιο του 2026, ενώ σε ετήσια βάση έφτασε το 3,8%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2023. Ο πυρήνας του πληθωρισμού επίσης ενισχύεται, υποδηλώνοντας επίμονες πιέσεις στις τιμές.
Ο νέος επικεφαλής της Fed, Κέβιν Γουόρς, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον πληθωρισμό και την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τα επιτόκια.
Ανάπτυξη και AI: ο βασικός μοχλός της οικονομίας και κίνδυνος φούσας
Η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,6% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με την επένδυση να αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης προήλθε από επενδύσεις σε υπολογιστικό εξοπλισμό, ημιαγωγούς και λογισμικό, δηλαδή από τον κύκλο επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτών των προϊόντων εισάγεται από την Ασία, γεγονός που περιορίζει το καθαρό αναπτυξιακό όφελος λόγω του εμπορικού ελλείμματος. Παράλληλα, τα εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 12% σε ετήσια βάση, ενισχύοντας τη χρηματιστηριακή δυναμική.
Η χρηματιστηριακή ευφορία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη εντείνεται, με νέες εισαγωγές μεγάλων εταιρειών όπως η SpaceX, η Anthropic και η OpenAI να προκαλούν έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον. Η πιθανότητα μαζικής εισόδου λιανικών επενδυτών αυξάνει τους φόβους για υπερτιμημένες αποτιμήσεις.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ρούμπιν, υπενθυμίζει ότι οι αγορές μπορούν να απομακρυνθούν σημαντικά από την πραγματικότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν προσαρμοστούν απότομα και βίαια.
Eurobank: Πιέσεις στις αγορές ενέργειας, επιπτώσεις στον πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική
Η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank εξέδωσε σήμερα την έκδοση «Global & Regional Focus Notes», η οποία αναλύει τα πιθανά σενάρια νομισματικής πολιτικής των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, σε συνάρτηση με την ένταση και τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων που ενδέχεται να προκύψουν από τις διαταραχές στις αγορές ενέργειας λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και των διαταραχών στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Συγγραφείς της μελέτης είναι ο Marcus Bensasson, Ερευνητής Οικονομολόγος και η Παρασκευή Πετροπούλου, Ανώτερη Οικονομολόγος.
• Το κρίσιμο ερώτημα για τις κεντρικές τράπεζες δεν είναι τόσο το μέγεθος της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, όσο η χρονική διάρκεια του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Ειδικότερα, η νομισματική πολιτική θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο το αυξημένο κόστος ενέργειας — μέσω των τιμών του φυσικού αερίου, του μεταφορικού κόστους, των ασφαλίστρων και των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες — θα αποδειχθεί αρκετά επίμονο ώστε να ενσωματωθεί στον υποκείμενο πληθωρισμό και να αποσταθεροποιήσει τις πληθωριστικές προσδοκίες.
• Το βασικό μας σενάριο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση των εντάσεων μέσω διαπραγμάτευσης και επαναφορά της ομαλότητας, χωρίς όμως να αποκλείεται η διατήρηση ορισμένων διαταραχών στις αγορές ενέργειας και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Βάσει αυτού του σεναρίου, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να υποχωρήσουν, ωστόσο η βραδύτερη εξομάλυνση των μεταφορών και των εφοδιαστικών ροών αναμένεται να διατηρήσει αυξημένο το κόστος φυσικού αερίου, μεταφορών και ασφάλισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλότερα από τους στόχους των κεντρικών τραπεζών για μεγαλύτερο από το αρχικά προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.
• Το ενεργειακό σοκ μεταδίδεται στην οικονομία μέσω τριών βασικών διαύλων: των άμεσων επιδράσεων των υψηλότερων τιμών ενέργειας, της έμμεσης σταδιακής μετακύλισης του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφοράς στις τελικές τιμές και των δευτερογενών επιδράσεων μέσω των μακροχρόνιων πληθωριστικών προσδοκιών και των μισθών. Επί του παρόντος, οι άμεσες επιδράσεις είναι ήδη εμφανείς, η μετακύλιση του κόστους ενισχύεται σταδιακά, ενώ οι δευτερογενείς επιδράσεις δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί.
• Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση σε σύγκριση με τις άλλες δύο μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωζώνης και η εμπειρία από τον πληθωριστικό κύκλο του 2021-2022 περιορίζουν τη δυνατότητά της να αγνοήσει το νέο ενεργειακό σοκ. Ταυτόχρονα, η πιθανότητα διεύρυνσης των spreads κρατικού χρέους μεταξύ των κρατών-μελών και η ανομοιογενής μετάδοση της νομισματικής πολιτικής περιορίζουν τα περιθώρια για μια ιδιαίτερα επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
• Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια να θεωρήσει τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ ως παροδικές, καθώς η ενεργειακή της θέση ως καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια μετριάζει τις αρνητικές επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Εντούτοις, οι δασμοί λειτουργούν ως μια πρόσθετη πηγή πληθωριστικών πιέσεων, περιπλέκοντας την αξιολόγηση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών για τον πληθωρισμό.
• Η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) βρίσκεται σε ενδιάμεση θέση μεταξύ της Fed και της ΕΚΤ. Η αναπροσαρμογή των ρυθμιζόμενων τιμών ενέργειας το τρίτο τρίμηνο αναμένεται να ενισχύσει μηχανικά τον πληθωρισμό, ενώ η επίμονη δυναμική των τιμών στις υπηρεσίες αυξάνει τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων. Ως αποτέλεσμα, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένο στον κίνδυνο μονιμοποίησης των πληθωριστικών πιέσεων σε σύγκριση με την Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ.
