Η μάχη για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και το “America First”, πού κολλάνε οι αμερικανικές επενδύσεις

Κατεστραμμένη υποδομή και πολιτική αβεβαιότητα δοκιμάζουν τις φιλοδοξίες των ΗΠΑ για αναγέννηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας

Kοιτάσματα πετρελαίου, Βενεζουέλα © EPA/MIGUEL GUTIERREZ

Η Βενεζουέλα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς μετά την αλλαγή πολιτικού σκηνικού και τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων. Ωστόσο, η επιστροφή των επενδυτών προσκρούει σε τεράστιες προκλήσεις: κατεστραμμένες υποδομές από τον mega-σεισμό, έλλειψη εμπιστοσύνης και υψηλό κόστος.

Πάντως, τις τελευταίες εβδομάδες, στελέχη του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών έχουν παρέμβει προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία και να ενθαρρυνθεί η μεταβατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας υπό την Ντέλσι Ροντρίγκες να προχωρήσει σε περισσότερες συμφωνίες με μικρότερες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες.

Η χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού στον κόσμο ανοίγει ξανά τις πόρτες στις ξένες εταιρείες, αλλά η επιστροφή στην παραγωγική κανονικότητα απαιτεί δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια και χρόνια επενδύσεων. Επενδυτές βλέπουν ευκαιρία, αλλά οι κίνδυνοι παραμένουν τεράστιοι.

Οι μικρότερες αμερικανικές πετρελαϊκές πιέζουν για γρήγορη είσοδο στην αγορά, ενώ οι μεγάλες εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικές λόγω του παρελθόντος εθνικοποιήσεων και των πολιτικών κινδύνων.

Βενεζουέλα: Η μεγάλη επιστροφή του πετρελαίου και το δύσκολο στοίχημα των επενδυτών

Σχεδόν οκτώ μήνες μετά τη δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα «ανασυγκροτήσουν γρήγορα» την πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας, οι μεγάλες συμφωνίες που θα άνοιγαν τον δρόμο για μαζικές επενδύσεις δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.

Η καθυστέρηση έχει προκαλέσει έντονη κριτική προς το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας, το οποίο κατηγορείται από στελέχη της πετρελαϊκής αγοράς, κυβερνητικούς αξιωματούχους και ανθρώπους με γνώση της κατάστασης στη Βενεζουέλα ότι κινείται με υπερβολικά αργούς ρυθμούς.

Η συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη. Η διεθνής τιμή του πετρελαίου βρίσκεται υπό πίεση λόγω του πολέμου με το Ιράν και της ανησυχίας για τις παγκόσμιες προμήθειες, την ώρα που η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα εκτιμώμενα αποθέματα αργού στον κόσμο, περίπου 300 δισ. βαρέλια.

«Δεν έχουμε νέες παραχωρήσεις, δεν έχουμε νέες συμφωνίες. Είναι πραγματικό πρόβλημα», δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος στο Axios, υποστηρίζοντας ότι το υπουργείο Ενέργειας έχει την ευθύνη για την καθυστέρηση.

Από την πλευρά του, το υπουργείο απορρίπτει τις επικρίσεις, χαρακτηρίζοντάς τες υπερβολικές και άδικες. Υποστηρίζει ότι νέες συμφωνίες βρίσκονται σε τελικό στάδιο και ότι η διαδικασία απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή αξιόπιστων επενδυτών.

Το δύσκολο παρελθόν της Βενεζουέλας και η μάχη για τις επενδύσεις

Η αναβίωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Η παραγωγή έχει καταρρεύσει μετά από χρόνια κακοδιαχείρισης, κρατικοποιήσεων και έλλειψης επενδύσεων κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων του Ούγκο Τσάβες και του Νικολάς Μαδούρο.

Μετά την απομάκρυνση του Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις στις αρχές Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τις πετρελαϊκές εταιρείες να συμβάλουν στην «ταχεία αναδόμηση» του ενεργειακού τομέα της χώρας. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα συνεργάζονταν απευθείας με την Ουάσιγκτον και όχι με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA.

Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη. Η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία εμφανίζεται διχασμένη. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι μεγάλοι διεθνείς όμιλοι, όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, οι οποίοι αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη την επιστροφή στη Βενεζουέλα λόγω του ιστορικού απαλλοτριώσεων και της πολιτικής αβεβαιότητας.

Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι μικρότερες ανεξάρτητες εταιρείες, γνωστές ως «wildcatters», οι οποίες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη διάθεση ανάληψης ρίσκου και ταχύτερες αποφάσεις.

Οι μικρότερες εταιρείες υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν να κινηθούν άμεσα και να αυξήσουν την παραγωγή, εφόσον είχαν πρόσβαση σε ευνοϊκότερο καθεστώς συμβάσεων.

Ο πρώην κορυφαίος σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ για τη Βενεζουέλα, Μαουρίσιο Κλάβερ-Καρόνε, άσκησε κριτική στο υπουργείο Ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι ευνοεί τους μεγάλους πετρελαϊκούς ομίλους εις βάρος των μικρότερων παραγωγών.

«Από τις 4 Ιανουαρίου θα έπρεπε να είχε δοθεί πλήρης ελευθερία σε όλους τους Αμερικανούς παραγωγούς να αναλάβουν το ρίσκο. Αυτό είναι η πολιτική “America First”», ανέφερε.

Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, οι μικρότερες εταιρείες θεωρούν ότι έχασαν πολύτιμο χρόνο, καθώς θα μπορούσαν ήδη να έχουν ξεκινήσει την παραγωγή εάν είχαν λάβει τα ίδια περιθώρια δράσης με τις μεγάλες πετρελαϊκές.

Ντέλσι Ροντρίγκες

Η Ντέλσι Ροντρίγκες © EPA/Ronald Pena R

Η χαλάρωση των περιορισμών ανοίγει τον δρόμο για ξένα κεφάλαια

Τις τελευταίες εβδομάδες, στελέχη του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών έχουν παρέμβει προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία και να ενθαρρυνθεί η μεταβατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας υπό την Ντέλσι Ροντρίγκες να προχωρήσει σε περισσότερες συμφωνίες με μικρότερες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες.

Στόχος είναι ορισμένες από αυτές τις συμφωνίες να ολοκληρωθούν μέσα στο επόμενο διάστημα, ώστε να δοθεί το μήνυμα ότι η αγορά της Βενεζουέλας ανοίγει ξανά για διεθνείς επενδύσεις.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η διαδικασία προκαλεί ανησυχίες. Ορισμένα στελέχη της αγοράς εκφράζουν φόβους ότι ανάμεσα στις επικείμενες συμφωνίες μπορεί να περιλαμβάνονται εταιρείες χωρίς ιστορικό δραστηριότητας, επαρκή κεφάλαια ή ισχυρή οικονομική βάση, ενώ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο σύνδεσης κάποιων επενδυτικών σχημάτων με κινεζικά συμφέροντα ή πρόσωπα που συνδέονται με το παλαιό καθεστώς στο Καράκας.

Το υπουργείο Ενέργειας υποστηρίζει ότι εργάζεται για τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέψει σε αμερικανικές εταιρείες όλων των μεγεθών να αξιοποιήσουν τους ενεργειακούς πόρους της χώρας, βελτιώνοντας παράλληλα το νομικό πλαίσιο της πετρελαϊκής βιομηχανίας.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του υπουργείου, Μπεν Ντίτερικ, οι προσπάθειες έχουν ήδη οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών πετρελαίου σε επίπεδα που «λίγοι θεωρούσαν εφικτά».

Παράγοντες της αγοράς, όπως ο Άλεξ Κράνμπεργκ της Aspect Energy και ο Μπιλ Άρμστρονγκ της Armstrong Oil & Gas, υποστηρίζουν ότι υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον από επενδυτές, αλλά και σημαντική ανάγκη ελέγχου ώστε να αποτραπούν φαινόμενα κερδοσκοπίας.

Η Βενεζουέλα ανοίγει ξανά την ενεργειακή της αγορά

Η προοπτική επιστροφής ξένων εταιρειών στη Βενεζουέλα έχει ενισχυθεί μετά τις αλλαγές που προώθησε η κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες. Παρότι υπήρξε στενή συνεργάτιδα του Νικολάς Μαδούρο, εμφανίζεται πλέον πιο ανοιχτή στη συνεργασία με ξένους επενδυτές.

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά το καθεστώς λειτουργίας των κοινοπραξιών. Η κυβέρνηση κατάργησε την απαίτηση η κρατική PDVSA να διατηρεί υποχρεωτικά την πλειοψηφία στις κοινές επιχειρήσεις με ξένες εταιρείες.

Η αλλαγή αυτή επιτρέπει στις ιδιωτικές εταιρείες να έχουν μεγαλύτερο έλεγχο στα κοιτάσματα, να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στα έργα και να διατηρούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει αρχίσει να χαλαρώνει ορισμένες κυρώσεις, επιτρέποντας μεγαλύτερη πρόσβαση στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή στις εξαγωγές. Σύμφωνα με στοιχεία της ενεργειακής εταιρείας Vortexa, η Βενεζουέλα εξήγαγε τον προηγούμενο μήνα περίπου 28 εκατ. βαρέλια αργού, αυξημένα κατά σχεδόν 69% σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι.

Πάνω από το ήμισυ των εξαγωγών κατευθύνθηκε προς τις ΗΠΑ, καθώς τα διυλιστήρια στον Κόλπο του Μεξικού διαθέτουν την τεχνολογία για την επεξεργασία του βαρέος και υψηλού ιξώδους πετρελαίου της χώρας.

Πριν από τις πολιτικές αλλαγές, η Κίνα αποτελούσε τον βασικό προορισμό του πετρελαίου της Βενεζουέλας, απορροφώντας σχεδόν τα τρία τέταρτα των εξαγωγών. Σήμερα, η Ινδία παραμένει σημαντικός αγοραστής, ενώ ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ισπανία και η Ολλανδία έχουν επίσης επιστρέψει στην αγορά.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 13 δισ. δολάρια από την πώληση πετρελαίου της Βενεζουέλας μετά την απομάκρυνση του Μαδούρο. Τα κεφάλαια αυτά, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, διατηρούνται σε λογαριασμούς υπό αμερικανικό έλεγχο και προορίζονται να επιστραφούν στη χώρα.

Από την υπόσχεση στην πραγματικότητα: Το τεράστιο κόστος της ανασυγκρότησης

Παρά τις νέες ευκαιρίες, η επιστροφή στη μεγάλη παραγωγή δεν θα είναι εύκολη. Η εικόνα που παρουσίασε αρχικά η αμερικανική κυβέρνηση —ότι οι εταιρείες μπορούν απλώς να εισέλθουν στη χώρα, να επενδύσουν και να αποκαταστήσουν γρήγορα την παραγωγή— απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα.

Η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας έχει υποστεί τεράστιες ζημιές από χρόνια υποεπενδύσεων, διεθνών κυρώσεων και οικονομικής κατάρρευσης.

Η ExxonMobil, ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους στον κόσμο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιφυλακτικότητας των μεγάλων εταιρειών. Η εταιρεία αποχώρησε από τη χώρα το 2007, όταν η κυβέρνηση του Ούγκο Τσάβες προχώρησε σε κρατικοποίηση περιουσιακών στοιχείων ξένων εταιρειών.

Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, είχε δηλώσει τον Ιανουάριο ότι η Βενεζουέλα παραμένει μια χώρα όπου η επένδυση είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Το βασικό πρόβλημα είναι η εμπιστοσύνη. Οι πετρελαϊκές εταιρείες επενδύουν με ορίζοντα δεκαετιών και φοβούνται ότι μία νέα πολιτική αλλαγή θα μπορούσε να ανατρέψει ξανά τους όρους λειτουργίας τους.

Παράλληλα, η αποκατάσταση των υποδομών απαιτεί τεράστια κεφάλαια. Οι εγκαταστάσεις παραγωγής, οι αγωγοί και τα διυλιστήρια χρειάζονται εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και εκσυγχρονισμού.

Ο Χομαγιούν Φαλακσαχί, επικεφαλής ανάλυσης αργού πετρελαίου στην Kpler, εκτιμά μιλώντας στο CNN ότι τα νέα έργα δεν θα αρχίσουν να αποδίδουν ουσιαστικά πριν περάσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια.

«Μιλάμε για επενδύσεις μεταξύ 50 και 100 δισ. δολαρίων μέσα στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι το μέγεθος της προσπάθειας είναι τεράστιο.

Το μεγάλο στοίχημα: Μπορεί η Βενεζουέλα να επιστρέψει στην παγκόσμια ενεργειακή σκηνή;

Η Βενεζουέλα παράγει σήμερα περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ελαφρώς πάνω από τα επίπεδα πριν από την αμερικανική πίεση προς το καθεστώς Μαδούρο.

Ωστόσο, απέχει πολύ από την περίοδο ακμής της. Το 1998, πριν από την άνοδο του Ούγκο Τσάβες στην εξουσία, η χώρα παρήγαγε περίπου 3,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα.

Το ερώτημα πλέον είναι πόσο γρήγορα μπορεί να ανακάμψει η παραγωγή και ποιοι επενδυτές θα αναλάβουν το ρίσκο.

Οι υποστηρικτές της ταχείας απελευθέρωσης της αγοράς θεωρούν ότι μικρότερες αμερικανικές εταιρείες μπορούν να κινηθούν πιο γρήγορα από τους ενεργειακούς κολοσσούς και να επαναφέρουν την παραγωγή σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι πιο επιφυλακτικοί, όμως, προειδοποιούν ότι η ενεργειακή αναγέννηση της χώρας δεν μπορεί να γίνει με πολιτικές αποφάσεις μόνο. Απαιτεί σταθερό θεσμικό πλαίσιο, προστασία επενδύσεων, τεχνογνωσία και δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές ευκαιρίες παγκοσμίως, αλλά και ένα από τα πιο δύσκολα επενδυτικά στοιχήματα.

Η χώρα έχει τους πόρους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε οι επενδυτές να πιστέψουν ξανά ότι αυτή τη φορά η επιστροφή τους δεν θα οδηγήσει σε μια νέα απογοήτευση.