Πώς η Κίνα έγινε ρυθμιστής των τιμών πετρελαίου στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, πού βρίσκονται τα παγκόσμια αποθέματα

Η κρυφή ασπίδα της αγοράς πετρελαίου βρίσκεται στην Κίνα. Οι αγορές φοβούνται ότι τα αποθέματα αδειάζουν, αλλά η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη

Δεξαμενές αποθήκευσης πετρελαίου σε τερματικό σταθμό του Βερολίνου © ΕΡΑ / FILIP SINGER

Η μάχη για το πετρέλαιο κυριαρχεί στην εξέλιξη του πολέμου των ΗΠΑ στο Ιράν, με τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο να συντηρούν τα πλήγματα. Ωστόσο, η σύγκρουση ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της Κίνας στη διαμόρφωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Η δραστική μείωση των εισαγωγών της Κίνας, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση εγχώριων ενεργειακών πόρων, λειτούργησε ως «αμορτισέρ» απέναντι στο ενεργειακό σοκ. Παράλληλα, η παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ανοίξει τη συζήτηση για τις προοπτικές, καθώς έχουν μειωθεί αισθητά τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου, προκαλώντας φόβους για σοβαρές ελλείψεις.

Οι ανησυχίες δεν είναι αβάσιμες, παρακολουθώντας τα λεγόμενα «tank bottoms», δηλαδή το ελάχιστο επίπεδο αποθεμάτων αργού πετρελαίου που απαιτείται ώστε να λειτουργεί ομαλά η εφοδιαστική αλυσίδα από τα κοιτάσματα έως τα διυλιστήρια. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές του χώρου, πίσω από τις ανησυχητικές προβλέψεις, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η αγορά εξακολουθεί να διαθέτει ακόμα περιθώρια ασφαλείας. Αλλά για πόσο ακόμα;

Η Κίνα και η δύναμη στη διαμόρφωση της τιμής του πετρελαίου

Mετά από πέντε μήνες πολέμου στο Ιράν, είναι ξεκάθαρη, πλέον, η τεράστια επιρροή της Κίνας στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, χάρη στη θέση της ως μεγαλύτερου αγοραστή αργού παγκοσμίως, εξηγούν αναλυτές στο Reuters. Η αντίδραση του Πεκίνου στην ενεργειακή αναταραχή, με τη δραστική μείωση των αγορών του από τις διεθνείς αγορές, συνέβαλε στην αποτροπή μιας πολύ μεγαλύτερης εκτίναξης των τιμών που πολλοί αναλυτές ανέμεναν μετά την ουσιαστική διακοπή της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ.

Μετά την έναρξη του πολέμου από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, οι εισαγωγές κινεζικού αργού μειώθηκαν απότομα, την ώρα που οι τιμές εκτοξεύονταν. Αρχικά, η εξέλιξη δεν προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη, καθώς η Κίνα είναι γνωστό ότι αγοράζει πετρέλαιο με ιδιαίτερη ευαισθησία στις τιμές. Αυτό που εξέπληξε, ωστόσο, ήταν ότι το Πεκίνο κατάφερε να διατηρήσει τις αγορές σε τόσο χαμηλά επίπεδα χωρίς να προκαλέσει σοβαρή ζημιά στην εγχώρια οικονομία.

Μέχρι τον Ιούνιο, οι κινεζικές εισαγωγές πετρελαίου παρέμεναν μειωμένες κατά περισσότερο από 40% σε ετήσια βάση. «Η έκπληξη ήταν το πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει η κινεζική ζήτηση χωρίς να επηρεάσει τη λειτουργία της οικονομίας», δήλωσε ο Μάικλ Μέινταν του Oxford Institute for Energy Studies.

ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ

Ο σωρευτικός αντίκτυπος των χαμηλότερων κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου. Με βάση τις τρέχουσες τάσεις, μέχρι τα τέλη Αυγούστου, το Πεκίνο θα είχε αγοράσει περίπου 450 εκατ. βαρέλια λιγότερα από ό,τι αν είχε διατηρήσει τις εισαγωγές του στα μέσα επίπεδα του 2025. Το έλλειμμα θα φτάσει κοντά στα 500 εκατ. βαρέλια μέχρι τον Νοέμβριο, ακόμη και με ανάκαμψη των εισαγωγών ©Bloomberg

Το Πεκίνο ως «αμορτισέρ» στις ενεργειακές αγορές

Σύμφωνα με αναλυτές της Goldman Sachs, οι κινεζικές αρχές αξιοποίησαν μια σειρά εργαλείων για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της μείωσης των εισαγωγών πετρελαίου. Έκαναν χρήση εγχώριων αποθεμάτων άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου, αύξησαν την κατανάλωση άνθρακα και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπου η χώρα εξαρτάται λιγότερο από εισαγωγές, ενώ αξιοποίησαν και τον τεράστιο στόλο ηλεκτρικών οχημάτων.

Η τελευταία εξέλιξη αποτυπώνεται στο γεγονός ότι, παρά τη σημαντική μείωση της κατανάλωσης βενζίνης, η κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους παρέμεινε σχετικά σταθερή.
Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι οι κινήσεις αυτές έγιναν πρωτίστως για την προστασία της κινεζικής οικονομίας. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν ευρύτερο: οι χαμηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου ωφέλησαν την παγκόσμια οικονομία.

«Η Κίνα έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο βοηθώντας την παγκόσμια οικονομία να διαχειριστεί αυτή την κρίση», δήλωσε ο Ριντ Άνσον της Kpler. Η Τζέιν Νακάνο του Center for Strategic and International Studies σημειώνει ότι η Κίνα αποτελεί «τον σημαντικότερο ρυθμιστή της ζήτησης στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου».

Η ενεργειακή πολιτική της Κίνας ως γεωπολιτικό πλεονέκτημα

Η Goldman Sachs υποστηρίζει ότι η δραστική μείωση των καθαρών εισαγωγών ορυκτών καυσίμων από την Κίνα λειτούργησε ως «αμορτισέρ» για τις παγκόσμιες ενεργειακές τιμές, περιορίζοντας τη ζήτηση σε μια περίοδο σοβαρών διαταραχών στην προσφορά.

Βεβαίως, η Κίνα δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας που απέτρεψε μια βαθύτερη ενεργειακή κρίση. Οι πλούσιες χώρες απελευθέρωσαν σημαντικές ποσότητες πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα, ενώ οι αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες αύξησαν δραστικά τις εξαγωγές τους για να καλύψουν τη διεθνή ζήτηση.

Ωστόσο, η κρίση ανέδειξε ένα σημαντικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα του Πεκίνου. Η ικανότητά του να περιορίζει τη ζήτηση και να συγκρατεί τις διεθνείς τιμές μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας, την ώρα που η Κίνα επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως δύναμης με παγκόσμια επιρροή.

Εργαζόμενος σε διυλιστήριο πετρελαίου © EPA/MOHAMMED JALIL

Εργαζόμενος σε διυλιστήριο πετρελαίου © EPA/MOHAMMED JALIL

«Η Κίνα το κάνει πρωτίστως για την Κίνα»

«Η Κίνα το κάνει πρωτίστως για την Κίνα», σημειώνει η Ρούμπι Όσμαν του Tony Blair Institute for Global Change. «Αλλά προφανώς δεν είναι επιζήμιο για την Κίνα το γεγονός ότι έχει καταστεί ένα παγκόσμιο δημόσιο αγαθό».

Το επόμενο κρίσιμο στοιχείο που παρακολουθούν οι αγορές είναι αν οι Κινέζοι αγοραστές θα επιστρέψουν μαζικά στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ήδη μια μικρή ανάκαμψη των αγορών τον Ιούλιο, εξέλιξη που θα μπορούσε να δοκιμάσει εκ νέου τις αντοχές της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας.

Πετρέλαιο: Το «τέλος των αποθεμάτων» δεν έχει φτάσει ακόμη

Οι ανησυχίες, ωστόσο, δεν διαλύονται. Οπως αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg, παρά τη σημαντική μείωση των αποθεμάτων πετρελαίου, η αγορά διαθέτει ακόμη εφεδρείες, ενώ η εξέλιξη της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ θα καθορίσει τις επόμενες κινήσεις.

Η νέα μεγάλη ανησυχία της ενεργειακής αγοράς αφορά το ενδεχόμενο να προσεγγίζονται τα λεγόμενα «tank bottoms». Η ανησυχία δεν είναι αβάσιμη. Από τις αρχές Μαρτίου, όταν η σύγκρουση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ εισήλθε σε περίοδο συνεχών εντάσεων και προσωρινών αποκλιμακώσεων, τα παγκόσμια αποθέματα αργού μειώθηκαν σημαντικά.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, από τις αρχές Μαρτίου έως τα τέλη Μαΐου οι εμπορικές και στρατηγικές δεξαμενές έχασαν κατά μέσο όρο σχεδόν 3,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στη συνολική ημερήσια κατανάλωση της Γερμανίας και της Γαλλίας μαζί.

Η προσωρινή συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν και η σύντομη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ τον Ιούνιο επιβράδυναν την αποστράγγιση των αποθεμάτων. Ωστόσο, η κατάρρευση της συμφωνίας και το νέο κλείσιμο της κρίσιμης θαλάσσιας οδού τον Ιούλιο επανέφεραν την πίεση στην αγορά.

Συνολικά, υπολογίζεται ότι έχουν ήδη αποσυρθεί από την αγορά 400 έως 600 εκατ. βαρέλια, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων που φυλάσσονται σε δεξαμενόπλοια τα οποία λειτουργούν ως πλωτές εγκαταστάσεις αποθήκευσης.

Εγκαταστάσεις αποθήκευσης πετρελαίου στις Βρυξέλλες, Βέλγιο © EPA / OLIVIER MATTHYS

Πετρέλαιο: Γιατί τα σενάρια περί εξάντλησης των αποθεμάτων είναι υπερβολικά

Η εικόνα αυτή έχει οδηγήσει αρκετούς αναλυτές να προειδοποιούν για επικείμενη κρίση. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε μάλιστα δηλώσει τον Ιούνιο ότι χωρίς συμφωνία με την Τεχεράνη τα διαθέσιμα αποθέματα θα μπορούσαν να εξαντληθούν μέσα σε λίγες εβδομάδες, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στις αγορές.

Τα στοιχεία πράγματι δείχνουν ότι οι αμερικανικές στρατηγικές δεξαμενές βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, ενώ τα αποθέματα στον ενεργειακό κόμβο του Κάσινγκ στην Οκλαχόμα έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας.

Οι αισιόδοξοι επενδυτές του πετρελαίου χρησιμοποιούν αυτά τα δεδομένα για να υποστηρίξουν ότι η αγορά οδηγείται αναπόφευκτα σε νέα εκρηκτική άνοδο των τιμών, επαναφέροντας ακόμη και προβλέψεις για 200 δολάρια ανά βαρέλι.

Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση των στοιχείων δείχνει διαφορετική εικόνα. Η συνολική μείωση των αποθεμάτων αποδείχθηκε σημαντικά μικρότερη από ό,τι αναμενόταν όταν ξέσπασε η κρίση. Η αγορά προσαρμόστηκε καλύτερα χάρη στη χρήση εναλλακτικών αγωγών που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ, στην αυξημένη δραστηριότητα δεξαμενόπλοιων που συνέχισαν να μεταφέρουν φορτία, στη μειωμένη κινεζική ζήτηση αλλά και στην αυξημένη παραγωγή από χώρες της αμερικανικής ηπείρου, όπως ο Καναδάς και η Αργεντινή.

Η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη «ασπίδα» της αγοράς

Ο ρόλος της Κίνας αποτελεί σημαντικό παράγοντα, σημειώνουν αναλυτές στο Bloomberg. Κατά την τελευταία δεκαετία, το Πεκίνο δημιούργησε τεράστια στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία πριν από την κρίση υπολογίζονταν σε περισσότερα από 1,4 δισ. βαρέλια.

Από αυτά εκτιμάται ότι έχουν χρησιμοποιηθεί περίπου 100 εκατ. βαρέλια, γεγονός που σημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει εξαιρετικά ισχυρές εφεδρείες.

Αυτό εξηγεί γιατί οι κινεζικές εισαγωγές υποχώρησαν σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Τον Ιούνιο βρέθηκαν περισσότερο από 40% χαμηλότερα σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ τον Ιούλιο ανέκαμψαν μερικώς, χωρίς όμως να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2025.

Η Κίνα φαίνεται ότι συνεχίζει να αξιοποιεί τα στρατηγικά της αποθέματα αντί να αυξάνει επιθετικά τις αγορές από τη διεθνή αγορά, λειτουργώντας έτσι ως σταθεροποιητικός παράγοντας. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα των παγκόσμιων αποθεμάτων αλλάζει σημαντικά όταν συμπεριληφθεί η μεγαλύτερη εισαγωγική χώρα πετρελαίου στον κόσμο.

Τα στρατηγικά αποθέματα εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικό περιθώριο ασφαλείας

Παράλληλα, υπερβολικές θεωρούνται και οι εκτιμήσεις ότι οι στρατηγικές δεξαμενές των ανεπτυγμένων οικονομιών έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) είχαν ανακοινώσει την απελευθέρωση περίπου 400 εκατ. βαρελιών στην αγορά. Μέχρι σήμερα όμως έχουν διατεθεί περίπου 290 εκατ. βαρέλια, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ξεκινήσει να αναπληρώνουν μέρος των αποθεμάτων τους.

Επιπλέον, οι ανεπτυγμένες οικονομίες εξακολουθούν να διαθέτουν περίπου 1 δισ. βαρέλια στρατηγικών αποθεμάτων, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν εφόσον η κρίση παραταθεί. Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει η θέση της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, οι οποίες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές ενεργειακές εφεδρείες.

Η συνολική εικόνα της αγοράς πετρελαίου είναι σαφώς πιο σύνθετη από όσο υποστηρίζουν τα πιο απαισιόδοξα σενάρια. Τα αποθέματα έχουν αναμφίβολα περιοριστεί και το διαθέσιμο περιθώριο ασφαλείας μειώνεται όσο συνεχίζεται η κρίση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, η αγορά απέχει ακόμη από το σημείο πλήρους εξάντλησης.

Τα μεγάλα στρατηγικά αποθέματα της Κίνας, οι εναπομείνασες κρατικές εφεδρείες των ανεπτυγμένων οικονομιών και η προσαρμοστικότητα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων εξακολουθούν να λειτουργούν ως σημαντικοί μηχανισμοί σταθεροποίησης.

Το πραγματικό διακύβευμα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν ακόμη αποθέματα, αλλά για πόσο διάστημα μπορεί να συνεχιστεί η κρίση χωρίς να διαβρωθεί περαιτέρω αυτό το πολύτιμο ενεργειακό «μαξιλάρι».