Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία και η Ιαπωνία προχωρούν στην ανάπτυξη ενός νέου μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς μέσω του προγράμματος Global Combat Air Programme (GCAP), το οποίο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την κατάρρευση του ανταγωνιστικού ευρωπαϊκού προγράμματος Future Combat Air System (FCAS), στο οποίο συμμετείχαν η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία.
Το νέο αεροσκάφος, που στο Ηνωμένο Βασίλειο θα φέρει την ονομασία Tempest, προγραμματίζεται να ενταχθεί σε υπηρεσία έως το 2035.
Για τη Βρετανία και την Ιταλία προορίζεται να αντικαταστήσει τους στόλους των Eurofighter Typhoon, ενώ θα μπορεί να συμμετέχει και σε αποστολές του ΝΑΤΟ για την προστασία του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου.
Αντίστοιχα, η Ιαπωνία επιδιώκει να ενισχύσει την αεράμυνά της σε μια ιδιαίτερα απαιτητική θαλάσσια περιοχή, όπου οι απειλές δεν λείπουν τον τελευταίο καιρό.

Μοντέλο σε μεγάλη κλίμακα του GCAP σε αεροδιαστημική έκθεση © Wikimedia
Ο διεθνής ανταγωνισμός μαχητικών 6ης γενιάς
Το GCAP εντάσσεται στον διεθνή ανταγωνισμό για τα μαχητικά έκτης γενιάς. Σήμερα τα πλέον προηγμένα επιχειρησιακά αεροσκάφη (όπως το F-35 και το F-22) χαρακτηρίζονται ως πέμπτης γενιάς, ενώ τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία αναπτύσσουν επίσης δικά τους προγράμματα έκτης γενιάς.
Τα τελευταία χρόνια αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επέλεξαν το αμερικανικό F-35 για την ανανέωση των αεροπορικών τους δυνάμεων. Ωστόσο, οι διακυμάνσεις στη στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ ώθησαν ορισμένες κυβερνήσεις να επανεξετάσουν την εξάρτησή τους από αμερικανικά οπλικά συστήματα, αναδεικνύοντας τη σημασία της ανάπτυξης εγχώριων δυνατοτήτων.
Πώς εξελίσσεται το πρόγραμμα GCAP
Το τριεθνικό πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 2022, πέρασε σε νέα φάση στις αρχές Ιουλίου 2026, όταν οι τρεις χώρες υπέγραψαν συμφωνία ύψους 6,14 δισ. δολαρίων για τη συνέχιση του σχεδιασμού.
Το έργο ανατέθηκε στην κοινοπραξία Edgewing, στην οποία συμμετέχουν η βρετανική BAE Systems, η ιταλική Leonardo και η Japan Aircraft Industrial Enhancement Company, που υποστηρίζεται από τη Mitsubishi Heavy Industries και την Ένωση Ιαπωνικών Αεροδιαστημικών Εταιρειών.
Το Tempest θα διαφέρει από τα σημερινά μαχητικά, καθώς θα λειτουργεί ως ένα ολοκληρωμένο «σύστημα συστημάτων». Θα συλλέγει πληροφορίες από πολλαπλούς αισθητήρες, δορυφόρους, ναυτικές μονάδες και επίγειους σταθμούς, συνδυάζοντάς τες σε πραγματικό χρόνο για να παρέχει στον πιλότο πλήρη εικόνα του πεδίου επιχειρήσεων.
Παράλληλα, θα μπορεί να ελέγχει μεγάλα συνοδά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, μεταξύ αυτών και τα λεγόμενα «loyal wingmen», τα οποία θα πετούν μαζί με το επανδρωμένο μαχητικό, εκτελώντας αποστολές προστασίας, αναγνώρισης ή υποστήριξης.
Στην ουσία ένας πιλότος θα έχει στη διάθεσή του ένα ή και περισσότερα συνοδά μη επανδρωμένα μαχητικά που θα εκτελούν τις διαταγές του και φυσικά τις πιο ριψοκίνδυνες αποστολές διείσδυσης, χωρίς να τίθενται σε άμεσο ρίσκο φίλιες ανθρώπινες ζωές.
Η τεχνολογία stealth
Η τεχνολογία stealth παραμένει βασικό στοιχείο του νέου αεροσκάφους, περιορίζοντας τον εντοπισμό του από ραντάρ και αισθητήρες υπερύθρων. Η Ιαπωνία έχει ήδη δοκιμάσει το πρωτότυπο X-2, ενώ η Βρετανία πραγματοποίησε επιτυχείς δοκιμές με το μη επανδρωμένο Taranis, τεχνολογίες που αξιοποιούνται πλέον άμεσα στο πρόγραμμα GCAP.
Επιπλέον, τόσο η Ιταλία όσο και η Ιαπωνία διαθέτουν γραμμές τελικής συναρμολόγησης του F-35, αποκτώντας σημαντική εμπειρία στην παραγωγή μαχητικών stealth, η οποία θεωρείται πολύτιμη για την ανάπτυξη του Tempest.
Παρά τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα, εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις. Η ενσωμάτωση τεχνητής νοημοσύνης, αισθητήρων και τεχνολογίας stealth σε μία ενιαία πλατφόρμα δεν έχει ακόμη αποδειχθεί στην πράξη, ενώ ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της διατήρησης μιας σταθερής και αποδοτικής γραμμής παραγωγής.
Kλειδί η ισότιμη συμμετοχή των εταίρων
Σε αντίθεση με το FCAS, όπου οι διαφωνίες μεταξύ των βιομηχανικών εταίρων οδήγησαν τελικά σε αδιέξοδο, το GCAP βασίζεται σε ισότιμη συμμετοχή των τριών χωρών. Κάθε εταίρος διαθέτει ποσοστό 33,3%, χωρίς να υπάρχει κυρίαρχος κατασκευαστής, ενώ όλες οι πλευρές έχουν δικαίωμα εξέλιξης και τροποποίησης των τεχνολογιών του αεροσκάφους.
Ωστόσο, η χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Παρά τη δέσμευση σημαντικών κονδυλίων, το συνολικό κόστος του προγράμματος δεν έχει ακόμη καθοριστεί, καθώς παραμένουν άγνωστοι τόσο ο τελικός αριθμός αεροσκαφών όσο και η τιμή μονάδας.
Εξίσου σημαντική θεωρείται και η εκπαίδευση των πληρωμάτων. Το ότι οι χειριστές δεν θα χρειάζεται μόνο να πετούν το νέο μαχητικό, αλλά και να συντονίζουν μη επανδρωμένα αεροσκάφη που θα επιχειρούν μαζί του, απαιτεί ένα εντελώς νέο επιχειρησιακό δόγμα και διαφορετικό επίπεδο εκπαίδευσης.
Παρά τις τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις, το GCAP θεωρείται σήμερα ένα από τα πλέον φιλόδοξα αμυντικά προγράμματα διεθνώς και έχει τη δυνατότητα να προσφέρει στις τρεις συμμετέχουσες χώρες μια στρατηγική και τεχνολογική αυτονομία στον τομέα της αεροπορικής ισχύος μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς θα συγκρίνεται με το νέο υπό εξέλιξη αμερικανικό αεροσκάφος Boeing F-47 και τα κινεζικά αντίστοιχα μαχητικά 6ης γενιάς.
Για τη Ρωσία δεν τίθεται θέμα διότι έχει μείνει αρκετά πίσω, καθώς το Su-57, που θεωρείται 5ης γενιάς καθυστερεί σημαντικά να εξελιχθεί σε κατάσταση πλήρους επιχειρησιακής ετοιμότητας σε ικανούς αριθμούς.

Kαλλιτεχνική απεικόνιση του νέου αμερικανικού μαχητικού 6ης γενιάς Boeing F-47 © Χ.com
