Παπασταύρου: Τέλος στον κατακερματισμό των 735 φορέων διαχείρισης νερού

Ο Σταύρος Παπασταύρου έκανε λόγο για αναγκαία δομική μεταρρύθμιση, αναφερόμενος στο σχέδιο νόμου για το νερό

Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρου Παπασταύρου, στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής © Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Τους βασικούς άξονες της νέας εθνικής πολιτικής για το νερό παρουσίασε στη Βουλή ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, κατά την πρώτη ανάγνωση του σχετικού νομοσχεδίου στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου.

Όπως υπογράμμισε, πρόκειται για μια αναγκαία και δομική μεταρρύθμιση, με στόχο την ορθολογική διαχείριση του νερού ως δημόσιου φυσικού πόρου, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και της ανθεκτικότητας των τοπικών κοινωνιών, αλλά και τη διασφάλιση πρόσβασης των επόμενων γενεών σε ασφαλές, επαρκές, ποιοτικό και προσιτό νερό.

Μιλώντας στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, κατά την Α’ Ανάγνωση του σχεδίου νόμου «Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ρυθμίσεις για τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις», ο κ. Παπασταύρου τόνισε ότι το νομοσχέδιο αποτελεί «μία δομική μεταρρύθμιση που αφορά αφ’ ενός την ορθολογική διαχείριση του πιο πολύτιμου δημόσιου φυσικού πόρου,  αφ’ ετέρου την κοινωνική συνοχή, την ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών, την οικονομία και, τελικά,  το δικαίωμα των επόμενων γενεών να έχουν πρόσβαση σε ασφαλές, προσιτό, επαρκές, ποιοτικό νερό».

«Στην Πατρίδα μας λειτουργούμε με ένα σύστημα που έχει δημιουργηθεί αποσπασματικά επί δεκαετίες. 735 διαφορετικοί φορείς διαχείρισης, χωρίς ενιαίο σχεδιασμό, χωρίς επαρκή συντονισμό, χωρίς πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις και, σε πολλές περιπτώσεις, χωρίς την αναγκαία τεχνική και διοικητική επάρκεια. Αυτή η αρχιτεκτονική δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Ακριβώς γι’ αυτό προχωρούμε σε μια ολιστική, νέα εθνική πολιτική για το νερό που στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες», υπογράμμισε και προσέθεσε:

  • «Πρώτον, στηρίζουμε τους δήμους μας. Μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί πάνω από 685 εκατομμύρια ευρώ για περισσότερα από 200 έργα ύδρευσης και αποχέτευσης σε 119 δήμους. Ένας στους τρεις δήμους της χώρας έχει ήδη ενισχυθεί.
  • Δεύτερον, διαμορφώνουμε για πρώτη φορά μία ολοκληρωμένη Εθνική Στρατηγική για το νερό. Μια στρατηγική που προέκυψε μέσα από δημόσια διαβούλευση και συνεχή διάλογο με την αυτοδιοίκηση, τους επιστημονικούς φορείς και όλους τους εμπλεκόμενους.
  • Τρίτον, με το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα, προχωρούμε σε δομική μεταρρύθμιση της διαχείρισης του νερού. Ακόμη και οι πιο αποτελεσματικοί φορείς αδυνατούν από μόνοι τους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της λειψυδρίας, της κλιματικής αλλαγής και των απαιτούμενων επενδύσεων. Πεπαλαιωμένα δίκτυα, ανάγκες σε προσωπικό και τεχνογνωσία, σε χρηματοδότηση και έργα μεγάλης κλίμακας, αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους που δύσκολα μπορούν να καλυφθούν από μικρές δημοτικές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και η συνένωση δυνάμεων είναι απαραίτητη. Δημιουργούμε οικονομίες κλίμακας προς όφελος των πολιτών.
  • Τέταρτος πυλώνας, αξιοποιούμε τη γνώση της Ευρώπης. Για τον λόγο αυτό εξασφαλίσαμε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μόλις προχθές υπογράψαμε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τεχνική βοήθεια και μεταφορά τεχνογνωσίας»

Απαντώντας στις κριτική που έχει διατυπωθεί ο κ. Παπασταύρου απάντησε τα εξής:

  • «Ακούστηκε ότι πρόκειται για ιδιωτικοποίηση. Η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη. Δεν ιδιωτικοποιούμε το νερό. Ενισχύουμε στην πράξη, τις δύο αρχαιότερες εταιρείες κοινής ωφέλειας της χώρας, στις οποίες το δημόσιο διατηρεί την πλειοψηφία, την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ».
  • «Σχετικά με την ιδιοκτησία των δικτύων. Ξεκαθαρίζουμε ότι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων γίνεται με αυστηρές εγγυήσεις. Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοκτησία μπορεί να παραμείνει στους Δήμους. Η διαχείριση, όμως, αναλαμβάνεται από μεγάλους οργανισμούς που διαθέτουν εμπειρία και επάρκεια. Η διαδικασία είναι διαφανής, θεσμικά κατοχυρωμένη και συγκεκριμένη».
  • «Η μεταρρύθμιση δεν αφαιρεί την τοπικότητα. Τη συνδυάζει με την τεχνογνωσία και την οικονομία κλίμακας. Οι Δήμοι γνωρίζουν τα δίκτυά τους και τις ανάγκες των πολιτών. Οι μεγάλες δημόσιες εταιρείες κοινής ωφέλειας διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό, εργαστήρια, δυνατότητα εκπόνησης μελετών και πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Αυτή ακριβώς είναι η συνένωση δυνάμεων που επιδιώκουμε».

Και επεσήμανε: «Πραγματοποιήσαμε εκτεταμένες συναντήσεις με δημάρχους, βουλευτές και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Ακούσαμε παρατηρήσεις, τροποποιήσαμε διατάξεις -ενσωματώσαμε ήδη αρκετά σχόλια από τους φορείς και τη δημόσια διαβούλευση-, προσπαθήσαμε να ενσωματώσουμε αιτήματα της αυτοδιοίκησης».

Ο κ. Παπασταύρου είπε επίσης ότι στο παρόν νομοσχέδιο εντάσσονται και 9 ενεργειακές διατάξεις, με τις οποίες «βελτιώνεται το θεσμικό πλαίσιο για την αποθήκευση και την αυτοκατανάλωση, ενισχύοντας την ενεργειακή δημοκρατία.»

Παράλληλα, αναβαθμίζεται το πολεοδομικό εργαλείο για τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς. Βελτιώνεται ένα ήδη υπάρχον πλαίσιο, ώστε να αξιοποιηθεί το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα με αυστηρούς περιβαλλοντικούς και πολεοδομικούς κανόνες, συμβάλλοντας στην αναζωογόνηση της ελληνικής υπαίθρου.

Και κατέληξε λέγοντας: «Η επιλογή που έχουμε μπροστά μας είναι σαφής. Ή θα διατηρήσουμε ένα κατακερματισμένο σύστημα, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής, κοστίζει στον καταναλωτή και ευνοεί τα ιδιωτικά δίκτυα, ή θα προχωρήσουμε σε μια υπεύθυνη, σύγχρονη και ολοκληρωμένη εθνική πολιτική για το νερό, που ενισχύει τον δημόσιο χαρακτήρα του νερού,  εξασφαλίζει πρόσβαση για όλους, και βοηθάει στην εξοικονόμηση του φυσικού μας πόρου. Όποιος προτείνει να μην αλλάξει τίποτα, στην πράξη προτείνει να συνεχιστούν οι διακοπές, οι απώλειες και η ανασφάλεια στο νερό. Εμείς επιλέγουμε τη δεύτερη λύση. Επιλέγουμε να ενώσουμε τις δυνάμεις της αυτοδιοίκησης, των δημόσιων επιχειρήσεων και της ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας. Επιλέγουμε να επενδύσουμε στις υποδομές, στην αποτελεσματικότητα και στη διαφάνεια. Και πάνω απ’ όλα, επιλέγουμε να προστατεύσουμε έναν φυσικό πόρο που δεν ανήκει μόνο σε εμάς, αλλά και στις επόμενες γενιές».