Καθώς σήμερα ανοίγει η αυλαία στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ)-και μαζί ο πολιτικός κύκλος-, κοινή είναι η διαπίστωση ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του 2027 μοιάζει εξαιρετικά απρόβλεπτο. Οι παράγοντες όμως που θα το καθορίσουν είναι ήδη αρκετά ορατοί. Δύσκολο να κριθεί το αποτέλεσμα από ένα και μόνο δίλημμα, όπως σε προηγούμενες αναμετρήσεις. Μιλάμε για μια συνισταμένη που θα καθοριστεί από τη συσσώρευση οικονομικής πίεσης, ανασφάλειας και πολιτικής κόπωσης.
Ας ξεχωρίσουμε όμως τα βασικά προβλήματα που δίνουν το πλαίσιο της εκλογικής αναμέτρησης, η οποία, μέσω της ΔΕΘ μπαίνει σε μια φάση οξύτητας, σκληρής αντιπαράθεσης και αβεβαιοτήτων μέχρι τις εκλογές.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να καταγράφεται ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για τους πολίτες, τόσο δημοσκοπικά όσο και στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Το κρίσιμο για τον ψηφοφόρο δεν είναι αν ο πληθωρισμός υποχωρήσει από το 4% στο 2%, αλλά αν στο τέλος του μήνα του περισσεύουν περισσότερα χρήματα. Ήδη τον Αύγουστο, ο πληθωρισμός έκανε άλμα στο 3,7% (3,3% στην ευρωζώνη). Μένει να αποδειχτεί αν οι «συμφωνίες κυρίων» για συγκράτηση των τιμών θα δώσει πόντους στην κυβέρνηση, που θα κριθεί λιγότερο από τους μακροοικονομικούς δείκτες και περισσότερο από το χάσμα μεταξύ της «καλής οικονομίας των αριθμών» και της οικονομίας του νοικοκυριού.
Η οξύτητα του στεγαστικού αποτελεί ένα ακόμη «βαρόμετρο», ιδιαίτερα για τους νέους, που δυσκολεύονται να βρουν στέγη και είναι αντιμέτωποι με τα υψηλά ενοίκια.Η Ελλάδα έχει ήδη εξαιρετικά υψηλή επιβάρυνση από το κόστος κατοικίας: το 2025 το 26,4% του πληθυσμού δαπανούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγη. Το στεγαστικό δεν είναι πλέον μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Μετατρέπεται σε πρόβλημα προσδοκιών. Ο τριαντάρης που θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι, να πληρώνει αξιοπρεπές ενοίκιο ή να δημιουργήσει οικογένεια μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το υπάρχον οικονομικό μοντέλο δεν τον αφορά.
Η διαφθορά και η απαξίωση των θεσμών πλήττει πρωτίστως την κυβερνητική αξιοπιστία. Βέβαια, δεν είναι απαραίτητο ένα συγκεκριμένο σκάνδαλο να καθορίσει τις εκλογές. Μεγαλύτερη σημασία μπορεί να έχει η σωρευτική εντύπωση: αν εδραιωθεί σε κρίσιμο τμήμα των ψηφοφόρων η πεποίθηση ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά, ατιμωρησία, πελατειακές σχέσεις ή ανεπαρκείς θεσμικοί έλεγχοι. Εδώ η ζημιά είναι διαφορετική από εκείνη της ακρίβειας. Η ακρίβεια αφαιρεί εισόδημα. Η αίσθηση διαφθοράς αφαιρεί νομιμοποίηση.
Μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες τα «ήρεμα νερά» με την Τουρκία είναι πλέον ταραγμένα. Τα ελληνοτουρκικά έρχονται εκ νέου στο προσκήνιο- με φόντο ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον- και ήδη αποτελούν μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μια διεθνής κρίση μπορεί να ενισχύσει την κυβέρνηση, επειδή σε περιόδους ανασφάλειας ένα τμήμα του εκλογικού σώματος αναζητεί σταθερότητα και έμπειρη διαχείριση. Μπορεί όμως να λειτουργήσει αντίστροφα εάν δημιουργηθεί η αίσθηση εθνικής υποχώρησης, ανεπαρκούς προετοιμασίας ή αποτυχίας διαχείρισης μιας κρίσης. Άρα τα ελληνοτουρκικά πιθανότατα δεν θα κρίνουν από μόνα τους τις εκλογές. Μπορούν όμως, εάν υπάρξει σοβαρό επεισόδιο ή μεγάλη συμφωνία, να ανατρέψουν μέσα σε εβδομάδες τις προτεραιότητες ολόκληρου του εκλογικού σώματος.
Η κυβερνητική κόπωση και η «κατάρα» της δεύτερης τετραετίας. Το 2027 η Νέα Δημοκρατία θα έχει συμπληρώσει οκτώ χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης. Αυτό δημιουργεί από μόνο του πολιτική φθορά. Μετά από τόσο μεγάλο διάστημα, ακόμη και προβλήματα που δεν δημιουργήθηκαν από την κυβέρνηση αρχίζουν να χρεώνονται στην κυβέρνηση. Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο πρόβλημα για τον Πρωθυπουργό: δεν θα συγκρίνεται πλέον μόνο με την αντιπολίτευση. Θα συγκρίνεται με τις προσδοκίες που δημιούργησε ο ίδιος το 2019 και το 2023.
Στις δημοσκοπήσεις, οι επτά στους δέκα πολίτες προκρίνουν το αίτημα για πολιτική αλλαγή. Συναφές με το πρόβλημα της κυβερνητικής κόπωσης αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικό. Μια κυβέρνηση μπορεί να είναι φθαρμένη χωρίς οι πολίτες να θέλουν να την αντικαταστήσουν. Η κρίσιμη στιγμή έρχεται όταν η κόπωση μετατρέπεται σε κοινωνικό αίτημα εναλλαγής. Όταν δηλαδή ο ψηφοφόρος δεν λέει πλέον «η κυβέρνηση έκανε λάθη», αλλά «ο κύκλος της έκλεισε». Το μεγάλο ερώτημα του 2027 είναι εάν θα υπάρξει πολιτική δύναμη ή πρόσωπο που θα μπορέσει να μετατρέψει αυτή την αίσθηση σε θετική εναλλακτική πρόταση. Διότι το «θέλω αλλαγή» δεν σημαίνει αυτομάτως «ξέρω ποιον θέλω στη θέση του».
Αν το να ανιχνεύσουμε τι πιστεύουν οι πολίτες είναι εξαιρετικά δύσκολο, ακόμα μεγαλύτερος γρίφος είναι το ενδεχόμενο μεγάλης αποχής. Συνεπώς, πρέπει να γνωρίζουμε ποιοι από αυτούς θα πάνε να ψηφίσουν. Η αποχή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Αν απογοητευμένοι νέοι, χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα ή πρώην ψηφοφόροι συγκεκριμένων κομμάτων απέχουν δυσανάλογα, μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα χωρίς να έχει αλλάξει αντίστοιχα η κοινωνική ισορροπία.
Οι εκλογές μπορεί τελικά να μη γίνουν δημοψήφισμα ούτε για τον Μητσοτάκη ούτε για κάποιον αντίπαλό του, αλλά για το αν η χώρα χρειάζεται συνέχεια ή πολιτική αλλαγή — και κυρίως αν υπάρχει αξιόπιστος φορέας που μπορεί να εκφράσει αυτή την αλλαγή.
