Ποιος είναι ο Πάμπλο Χερνάντεθ ντε Κος που εμφανίζεται ως πιθανότερος διάδοχος της Λαγκάρντ

Ο Πάμπλο Χερνάντεθ ντε Κος, φαβορί για τη διαδοχή της Λαγκάρντ, έχει διαγράψει μια σταδιοδρομία αφιερωμένη στο χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα

Ο Πάμπλο Χερνάντεθ ντε Κος © EPA/JALAL MORCHIDI

Το όνομα του Πάμπλο Χερνάντεθ ντε Κος έχει αναδειχθεί σε κορυφαίο φαβορί για τη διαδοχή της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όταν η θητεία της ολοκληρωθεί στις 31 Οκτωβρίου 2027. Σύμφωνα με έρευνα του Official Monetary and Financial Institutions Forum (OMFIF) μεταξύ ειδικών της νομισματικής πολιτικής, ο σημερινός γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) και πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας συγκεντρώνει την καλύτερη συνολική αξιολόγηση στο πεδίο των πέντε βασικών υποψηφίων. Η έρευνα εξέτασε τα προφίλ με βάση εννέα παραμέτρους, στις οποίες ο Ισπανός κατατάσσεται πρώτος σε τέσσερις: εκπαίδευση στη νομισματική οικονομία, φήμη ως προς την ικανότητα συναινετικής γεφύρωσης, ικανότητα εξασφάλισης στήριξης από άλλα κράτη μέλη και ευρωπαϊκά διαπιστευτήρια. Ταυτόχρονα κατατάσσεται δεύτερος σε εμπειρία κεντρικής τραπεζικής και γνώση των κεφαλαιαγορών, και τρίτος σε πολιτικό κεφάλαιο.

Πίσω από αυτή τη διάκριση βρίσκεται μια σταδιοδρομία σχεδόν τριών δεκαετιών αφιερωμένη στο χρηματοπιστωτικό και κεντροτραπεζικό οικοσύστημα. Ο Χερνάντεθ ντε Κος γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1971. Αποφοίτησε από το CUNEF University στην οικονομική επιστήμη το 1993 και απέκτησε πτυχίο Νομικής από το Εθνικό Πανεπιστήμιο Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης της Ισπανίας το 1994. Το 2004 ολοκλήρωσε διδακτορική διατριβή στα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης, με επιβλέποντα τον Χοσέ Μανουέλ Γκονθάλεθ-Πάραμο, πρώην μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ.

Εντάχθηκε στην Τράπεζα της Ισπανίας το 1997 ως οικονομολόγος στη Διεύθυνση Έρευνας. Μεταξύ 2004 και 2007 υπηρέτησε ως σύμβουλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη, απόσπαση που του επέτρεψε να γνωρίσει από τα μέσα τη λειτουργία του ευρωπαϊκού νομισματικού πυρήνα. Επιστρέφοντας στη Μαδρίτη, ανέβηκε σταδιακά τη διοικητική ιεραρχία της ισπανικής κεντρικής τράπεζας. Το 2015 ανέλαβε καθήκοντα γενικού διευθυντή Οικονομικών και Στατιστικής, θέση κομβική για τη διαμόρφωση των αναλύσεων που τροφοδοτούν τις αποφάσεις της διοίκησης. Τον Μάιο του 2018 προτάθηκε από τη δεύτερη κυβέρνηση Ραχόι για τη διοίκηση της Τράπεζας της Ισπανίας, αξιώμα στο οποίο ορκίστηκε ενώπιον του βασιλιά Φελίπε ΣΤ΄ στις 11 Ιουνίου του ίδιου έτους, λίγο πριν την πτώση της κυβέρνησης Ραχόι μετά από πρόταση μομφής. Διετέλεσε 70ός διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας μέχρι τον Ιούνιο του 2024.

Η παράλληλη διεθνής πορεία του είναι εξίσου αποκαλυπτική. Τον Μάρτιο του 2019 διορίστηκε πρόεδρος της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS), διαδεχόμενος τον Στέφαν Ίνγκβες της Riksbank. Επανεκλέχθηκε για δεύτερη και τελευταία θητεία τον Φεβρουάριο του 2022, με τα μέλη του εποπτικού οργάνου GHOS να αναγνωρίζουν την ηγεσία του στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ. Υπό τη θητεία του προώθησε την ενσωμάτωση του τελικού πακέτου Βασιλείας ΙΙΙ, με επίκεντρο τον περιορισμό των εσωτερικών μοντέλων κεφαλαιακής επάρκειας μέσω του «output floor».

Σε ομιλία του στη Γάνδη τον Φεβρουάριο του 2024 είχε αντιπαρατεθεί ανοιχτά σε όσους χαρακτήριζε «σαθρούς» επικριτές του πλαισίου, υποστηρίζοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία συνηγορούν συντριπτικά υπέρ του πιο ανθεκτικού τραπεζικού συστήματος που δημιούργησαν οι κανόνες της Βασιλείας. Παράλληλα, διετέλεσε μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΕΚΤ μεταξύ 2018 και 2024, μέλος του Financial Stability Board, της Ομάδας Διοικητών και Επικεφαλής Εποπτείας της BIS, αναπληρωτής διοικητής για την Ισπανία στο ΔΝΤ, πρόεδρος του Συμβουλίου του Κέντρου Λατινοαμερικανικών Νομισματικών Μελετών (CEMLA) και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του CEMFI.

Μετά την αποχώρησή του από τη διοίκηση της ισπανικής κεντρικής τράπεζας, ανέλαβε καθήκοντα καθηγητή Διοίκησης Οικονομικών στο IESE Business School, ενώ έγινε non-resident fellow στο Bruegel και στο Peterson Institute for International Economics. Παραμένει πρόεδρος της Συμβουλευτικής Τεχνικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η επόμενη καμπή ήρθε στις 11 Νοεμβρίου 2024, όταν το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών ανακοίνωσε τον διορισμό του ως γενικού διευθυντή της BIS για πενταετή θητεία. Ανέλαβε καθήκοντα την 1η Ιουλίου 2025, διαδεχόμενος τον Αουγκούστιν Κάρστενς.

Οι συντάκτες της έρευνας του OMFIF τονίζουν ότι ο Χερνάντεθ ντε Κος συνδυάζει ψυχραιμία, διανοητική στιβαρότητα και ένα ιδιαίτερα σχετικό ιστορικό λόγω του ρόλου του στη διαχείριση της ισπανικής οικονομικής κρίσης σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο πολιτικό περιβάλλον, όπως υπογραμμίζει πρώην ανώτατο στέλεχος πολυμερούς αναπτυξιακού οργανισμού που παρατίθεται στην έρευνα. Στη δεύτερη θέση της κατάταξης OMFIF εμφανίζεται ο πρόεδρος της Bundesbank Γιόαχιμ Νάγκελ, ακολουθούμενος από τον Ολλανδό Κλάας Κνοτ και τον Γάλλο Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, ενώ η Γερμανίδα Ιζαμπέλ Σνάμπελ υποχωρεί στην τελευταία θέση της ομάδας φαβορί. Στην έρευνα του Bloomberg τον Ιανουάριο, πρώτος εμφανίστηκε ο Κνοτ με δεύτερο τον Χερνάντεθ ντε Κος, ενώ σε αντίστοιχη έρευνα των Financial Times ο Ισπανός προηγήθηκε με 26% έναντι 24% του Ολλανδού και 14% του Νάγκελ.