Τη δική του φιλοσοφία για το λιανεμπόριο τροφίμων, την εμπειρία του καταναλωτή και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε η οικογενειακή αλυσίδα σούπερ μάρκετ Cermak στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασε ο ομογενής επιχειρηματίας Μιχάλης Μπούσης, ο οποίος είναι επίσης ιδιοκτήτης και πρόεδρος της ΠΑΕ ΟΦΗ, μιλώντας στο ECR Gathering 2026, διοργάνωση του ECR Hellas στον οποίο συμμετέχουν εκπρόσωποι του λιανεμπορίου και των σούπερ μάρκετ. Με αφετηρία ένα μικρό μανάβικο που απέκτησε ο πατέρας του πριν από περίπου 40 χρόνια και με προσωπική εμπειρία στο λιανεμπόριο ήδη από την ηλικία των 12 ετών, ο Μ. Μπούσης ανέπτυξε μια επιχειρηματική αντίληψη που δίνει προτεραιότητα στα φρέσκα προϊόντα, στη διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων και στη δημιουργία μιας διαφορετικής αγοραστικής εμπειρίας.
Όπως εξήγησε, ο πατέρας του εργαζόταν ως μηχανικός όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το επάγγελμά του και να δοκιμάσει την τύχη του στο εμπόριο τροφίμων. Η πρώτη επιχειρηματική κίνηση έγινε με την απόκτηση ενός μικρού καταστήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο πραγματοποιούσε εβδομαδιαίες πωλήσεις περίπου 45.000 δολαρίων.
Το κατάστημα είχε επιφάνεια περίπου 160 τ.μ. και σταδιακά επεκτάθηκε εμπορικά, προσθέτοντας μεταξύ άλλων τμήμα κρεοπωλείου. Η συγκεκριμένη κίνηση συνέβαλε καθοριστικά στην αύξηση των πωλήσεων, οι οποίες έφθασαν τις 200.000 δολάρια την εβδομάδα, επίπεδο που είχε επιτευχθεί ήδη πριν από περίπου τρεις δεκαετίες.
Ο ίδιος μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση σε ηλικία μόλις 12 ετών και, όπως παραδέχθηκε, από πολύ νωρίς κατάλαβε ότι το λιανεμπόριο θα αποτελούσε τη βασική επαγγελματική του ενασχόληση. «Ή θα παίζεις ποδόσφαιρο την Κυριακή ή θα ασχολείσαι με τα σούπερ μάρκετ», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι δεν είχε ποτέ την επιθυμία να γίνει γιατρός ή δικηγόρος. Αντιθέτως, απολάμβανε την καθημερινή επαφή με το κατάστημα και τους πελάτες, θεωρώντας ότι η αγάπη για τη δουλειά αποτελεί βασική προϋπόθεση επιτυχίας.
Από την επιλογή του οικοπέδου μέχρι τη μουσική στα καταστήματα
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Μιχάλης Μπούσης στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται ένα νέο κατάστημα Cermak. Όπως εξήγησε, πριν αποφασίσει να επενδύσει σε μια νέα τοποθεσία, επισκέπτεται επανειλημμένα την περιοχή, διαφορετικές ώρες της ημέρας, προκειμένου να παρατηρήσει την κίνηση, τη συμπεριφορά των κατοίκων, τις οικογένειες και τη σύνθεση του καταναλωτικού κοινού.
«Όταν βλέπω ένα οικόπεδο, το αντιμετωπίζω σαν καμβά. Θέλω να το δημιουργήσω όπως ένας καλλιτέχνης», ανέφερε, περιγράφοντας την προσωπική του συμμετοχή στον σχεδιασμό των καταστημάτων.
Για τον ίδιο, το σημαντικότερο στοιχείο ενός επιτυχημένου σούπερ μάρκετ δεν περιορίζεται στις τιμές ή στην ποικιλία των προϊόντων, αλλά αφορά τη συνολική εμπειρία που αποκομίζει ο πελάτης. Η διαρρύθμιση, τα χρώματα, ο φωτισμός, ο εξοπλισμός, η παρουσίαση των εμπορευμάτων και ακόμη και η μουσική αποτελούν στοιχεία της εμπορικής ταυτότητας της αλυσίδας. Μάλιστα, αποκάλυψε ότι επιλέγει προσωπικά τη μουσική που ακούγεται στα καταστήματα Cermak. «Μπορεί να μπεις στο μαγαζί και να ακούσεις από U2 μέχρι Ρέμο και Βίσση», είπε, σημειώνοντας ότι ορισμένοι πελάτες ζητούν από τους διευθυντές των καταστημάτων αντίγραφα των μουσικών λιστών.
Η προσωπική του εμπλοκή φθάνει μέχρι τη διαμόρφωση των εβδομαδιαίων προσφορών. Παρά το μέγεθος της επιχείρησης, εξακολουθεί να επιλέγει ο ίδιος τις προσφορές στα φρούτα, τα λαχανικά και τα κρέατα, ενώ παρακολουθεί συνολικά το διαφημιστικό φυλλάδιο της αλυσίδας. Όπως ανέφερε, η σημαντικότερη συμβουλή που έλαβε από τον πατέρα και τον θείο του ήταν ότι ο έμπορος πρέπει να προσφέρει στον καταναλωτή αυτό που πραγματικά θέλει να αγοράσει και όχι αυτό που η επιχείρηση επιθυμεί να του πουλήσει.

Ένα από τα καταστήματα Cermak του Μιχάλη Μπούση στην Αμερική ©cermak
Γιατί τα Cermak πωλούν αποκλειστικά τρόφιμα
Ένα από τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την αλυσίδα Cermak από τα παραδοσιακά σούπερ μάρκετ είναι η αποκλειστική εστίασή της στα τρόφιμα.
Όπως ανέφερε ο Μιχάλης Μπούσης, τα καταστήματα της αλυσίδας δεν διαθέτουν απορρυπαντικά και προϊόντα προσωπικής περιποίησης, καθώς η εμπορική στρατηγική τους βασίζεται στα φρέσκα προϊόντα, στα κρέατα, στα οπωροκηπευτικά και στα υπόλοιπα τρόφιμα.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και τα τμήματα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, με γλυκά που παρασκευάζονται σε εγκαταστάσεις εντός των καταστημάτων.
Συγκρίνοντας την αμερικανική με την ελληνική αγορά, παρατήρησε ότι στην Ελλάδα συχνά λειτουργούν δίπλα στα σούπερ μάρκετ ανεξάρτητα μανάβικα, κρεοπωλεία και φούρνοι. Αντιθέτως, όπως υποστήριξε, η ισχυρή παρουσία των αντίστοιχων τμημάτων στα δικά του καταστήματα δυσκολεύει την ανάπτυξη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων σε κοντινή απόσταση.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τα ράφια των τυποποιημένων προϊόντων το πιο «βαρετό» τμήμα ενός σούπερ μάρκετ, εξηγώντας ότι ένα συσκευασμένο προϊόν μπορεί να παραμείνει στο ράφι για έξι μήνες ή ακόμη και έναν χρόνο. Αντιθέτως, στα φρέσκα προϊόντα απαιτούνται καθημερινή φροντίδα, συνεχής ανανέωση και αυστηρή διαχείριση των αποθεμάτων, καθώς πολλά από αυτά πρέπει να αποσυρθούν μέσα σε λίγες ημέρες.
Η έμφαση αυτή αποτυπώνεται και στον τρόπο παρουσίασης των προϊόντων, με εποχικά φρούτα και λαχανικά, όπως καρπούζια, μάνγκο και καλαμπόκια, να προβάλλονται ακόμη και στους εξωτερικούς χώρους των καταστημάτων.
Ενδεικτική της νοοτροπίας του είναι και η προσωπική του σχέση με την καθημερινή λειτουργία των καταστημάτων. Όπως αναφέρθηκε στη συζήτηση, όταν επισκέφθηκε την Κρήτη το 2018, ασχολήθηκε ακόμη και με την τακτοποίηση των μαρουλιών, προκειμένου να τοποθετηθούν σωστά.
Παράλληλα, τόνισε ότι ακόμη και όταν χρειάζεται προϊόντα για το σπίτι του, τα προμηθεύεται από τον χώρο πώλησης του καταστήματος και όχι από τις αποθήκες, ακολουθώντας την ίδια διαδικασία με τους πελάτες.
«Πρώτα αγοράζεις σωστά και μετά έρχονται τα περιθώρια κέρδους»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η τοποθέτηση του Μιχάλη Μπούση για τη διαχείριση των αποθεμάτων και τη σχέση ανάμεσα στην εμπορική εμπειρία και την ανάλυση δεδομένων. Ο ίδιος αναφέρθηκε στη διαφορετική νοοτροπία των νεότερων στελεχών, τα οποία, έχοντας αποκτήσει ακαδημαϊκή εκπαίδευση, προσεγγίζουν τη λειτουργία των καταστημάτων δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στους αριθμούς, στα περιθώρια κέρδους και στην αποτελεσματικότητα των προμηθειών.
Όπως εξήγησε, η αξιοποίηση των δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις και μεγαλύτερη κερδοφορία, ωστόσο δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως την εμπειρία που αποκτά κάποιος μέσα από δεκαετίες παρουσίας στην αγορά. Έφερε ως παράδειγμα τις περιόδους αυξημένης κατανάλωσης, όπως οι μεγάλες γιορτές, όταν ένας έμπειρος έμπορος μπορεί να προβλέψει τις ποσότητες που θα χρειαστεί για συγκεκριμένα προϊόντα μέσα σε διάστημα μόλις λίγων ημερών.
«Τα παιδιά έχουν πάει σχολείο και μετά έρχονται στη δουλειά. Θέλουν πρώτα να δουν τους αριθμούς. Μπορούν ενδεχομένως να βγάλουν περισσότερα χρήματα, αλλά χρειάζονται και την εμπειρία», σημείωσε.
Στο ίδιο πλαίσιο, τάχθηκε υπέρ μιας πιο αποφασιστικής πολιτικής αγορών, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται υψηλότερα αποθέματα. «Όταν κοιτάζεις μόνο τα περιθώρια κέρδους, χάνεις την ουσία. Εγώ πιστεύω ότι πρώτα αγοράζεις σωστά προϊόντα και μετά έρχονται τα περιθώρια. Γιατί έχουμε γεμάτα ράφια. Τα άδεια ράφια δεν κάνουν πωλήσεις», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαθεσιμότητα των προϊόντων δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες πωλήσεων, ενώ η έλλειψή τους οδηγεί σε χαμένο τζίρο. Υποστήριξε μάλιστα ότι σε μια επιχείρηση με μεγάλους όγκους πωλήσεων, ένα προϊόν που δεν θα διατεθεί σήμερα μπορεί να πωληθεί την επόμενη ημέρα.
Παράλληλα, παρατήρησε ότι οι καταναλωτές μπορεί να επισκέπτονται ένα κατάστημα έχοντας συγκεκριμένη λίστα αγορών, ωστόσο η εμπειρία που αποκομίζουν μπορεί να τους οδηγήσει να ανακαλύψουν νέα προϊόντα και να διευρύνουν τις αγοραστικές τους συνήθειες.
Ο ΟΦΗ, η διαφορετική νοοτροπία και το πάθος των Ελλήνων φιλάθλων
Από την τοποθέτησή του δεν έλειψε και η αναφορά στον ΟΦΗ, του οποίου έχει αναλάβει την ιδιοκτησία και την προεδρία, συνδέοντας την επιχειρηματική του δραστηριότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες με την παρουσία του στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Ο Μιχάλης Μπούσης παραδέχθηκε ότι η πραγματικότητα που συνάντησε στον ΟΦΗ ήταν αρκετά διαφορετική από όσα περίμενε αρχικά, χαρακτηρίζοντας ωστόσο την εμπειρία θετική έκπληξη. Στάθηκε ιδιαίτερα στο πάθος των Ελλήνων φιλάθλων, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση του αθλητισμού στην Ελλάδα διαφέρει αισθητά από εκείνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ο οπαδός στην Ελλάδα είναι πολύ παθιασμένος για πολλά πράγματα. Στην Αμερική είμαστε πολύ πιο χαλαροί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι εξακολουθεί να απολαμβάνει την ενασχόλησή του με τον ΟΦΗ.
Όπως εξήγησε, ένας από τους λόγους που αποφάσισε να επενδύσει στην ελληνική ομάδα ήταν η επιθυμία του να προσφέρει κάτι στην Ελλάδα και να μεταφέρει μια διαφορετική νοοτροπία στη διοίκηση και στη λειτουργία ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ανταγωνισμός πρέπει να περιορίζεται στο πλαίσιο του αγώνα, χωρίς να μετατρέπεται σε μόνιμη αντιπαλότητα. «Για 90 λεπτά είμαστε εχθροί και μετά είμαστε φίλοι», ανέφερε, συνδέοντας την αντίληψη αυτή με τη λειτουργία της επιχειρηματικής αγοράς.
Όπως επισήμανε, το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις, οι οποίες μπορεί να ανταγωνίζονται καθημερινά για την προσέλκυση πελατών, αλλά στο τέλος της ημέρας χρειάζεται να συνεργάζονται και να συμβάλλουν συνολικά στην πρόοδο του κλάδου.
Μια αντίληψη που, σύμφωνα με όσα ανέφερε στο ECR Gathering 2026, διαμορφώθηκε στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, όταν ως παιδί εργαζόταν δίπλα στον πατέρα του, μαθαίνοντας ότι η επιτυχία στο εμπόριο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους αριθμούς, αλλά από την κατανόηση του πελάτη, τη γνώση του προϊόντος και την καθημερινή παρουσία μέσα στο κατάστημα.
