Είναι Έλληνας, πρώην κορυφαίο στέλεχος της JPMorgan με ειδίκευση στις παγκόσμιες πληρωμές, και τώρα αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να σώσει μια από τις μεγαλύτερες αλλά και πιο προβληματικές fintech της Wall Street. Ο λόγος για τον Τάκη Γεωργακόπουλο, που πριν από λίγο καιρό δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον Γκόρντον Νίξον, πρόεδρο της προβληματικής αμερικανικής εταιρείας χρηματοοικονομικής τεχνολογίας Fiserv, ο οποίος του πρότεινε να γίνει ο επόμενος διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας.
«Του ζήτησα λίγες ώρες για να το σκεφτώ», δήλωσε στους Financial Times ο 56χρονοςΈλληνας banker, έως πρότινος συμπρόεδρος της εταιρείας, που πλέον αναλαμβάνει ίσως το δυσκολότερο εγχείρημα αναδιάρθρωσης στον χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Από τον Ιούνιο, λοιπόν, βρίσκεται στο τιμόνι ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους στον χώρο των ηλεκτρονικών πληρωμών και της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας.
Ο 56χρονος Έλληνας έχει σημαντική εμπειρία στον κλάδο. Πριν από τη Fiserv εργάστηκε για 17 χρόνια στην JPMorgan, φτάνοντας στην κορυφή του τομέα παγκόσμιων πληρωμών της επενδυτικής και εταιρικής τραπεζικής δραστηριότητας. Μάλιστα, θεωρούνταν ο υποψήφιος-έκπληξη για να διαδεχθεί τον εμβληματικό διευθύνοντα σύμβουλο Τζέιμι Ντάιμον. Ωστόσο, αυτό δεν ευοδώθηκε. Το 2024 μετακόμισε στη Fiserv και το Ουισκόνσιν και σε λιγότερο από δύο χρόνια ανέβηκε στην κορυφή της διοίκησης.
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει είναι μεγάλη. Η χρηματιστηριακή αξία της Fiserv έχει βυθιστεί από 90 δισ. δολάρια σε λιγότερα από 30 δισ. δολάρια.
Βασικός στόχος του είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πελατών και των επενδυτών, βελτιώνοντας την αξιοπιστία των τεχνολογικών πλατφορμών και την εξυπηρέτηση των πελατών. Παράλληλα, θέλει να αξιοποιήσει περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη και να απλοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και εμπορεύεται τις υπηρεσίες της η Fiserv.
Η αγορά, πάντως, παραμένει επιφυλακτική. Αναλυτές θεωρούν ότι ο νέος CEO έχει περιορισμένο χρόνο για να αποδείξει ότι μπορεί να αναστρέψει την κατάσταση.
Για τον Γεωργακόπουλο, η αποστολή είναι διπλή: να σταθεροποιήσει μια εταιρεία που έχει χάσει σημαντικό μέρος της χρηματιστηριακής της αξίας και ταυτόχρονα να την προετοιμάσει για την επόμενη φάση ανάπτυξης στην αγορά των ψηφιακών πληρωμών.
Το στοίχημα είναι μεγάλο, αλλά ο ίδιος διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: γνωρίζει την αγορά των πληρωμών σε βάθος και έχει ήδη εργαστεί από την πλευρά τόσο μιας μεγάλης τράπεζας όσο και μιας κορυφαίας εταιρείας fintech.
Βάζει ψηλά τον πήχη ο Έλληνας banker
Ο Γεωργακόπουλος είναι ίσως ο κατάλληλος άνθρωπος για τη Fiserv ακριβώς επειδή γνωρίζει πολύ καλά τις πληρωμές. Αλλά τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από κορυφαίο τραπεζικό στέλεχος: πρέπει να γίνει CEO που μπορεί να μεταμορφώσει μια προβληματική εταιρεία.
Έχει πολύ δυνατό βιογραφικό ως operator στον τομέα των πληρωμών, ωστόσο πλέον δοκιμάζεται σε ένα πολύ διαφορετικό επίπεδο: πρέπει να αλλάξει κουλτούρα, τεχνολογία, επιχειρηματικό μοντέλο και την εικόνα της εταιρείας στη Wall Street, ταυτόχρονα.
Η συνοπτική ιστορία της νέας του εταιρείας έχει ως εξής: Ο τέως διευθύνων σύμβουλος Μάικ Λάιονς αποχώρησε απρόσμενα σπέρνοντας την ανησυχία ότι ο προκάτοχός του Φρανκ Μπισινιάνο είχε θέσει μη ρεαλιστικούς στόχους ανάπτυξης, είχε αναβάλει επενδύσεις και είχε περικόψει το κόστος στο ελάχιστο, πριν αποχωρήσει με προορισμό τον Λευκό Οίκο. Ο τελευταίος, εκλεκτός του Τραμπ, ανέλαβε τη διοίκηση της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων (IRS) και της Διοίκησης Κοινωνικής Ασφάλισης των ΗΠΑ πουλώντας τις μετοχές του στη Fiserv, αξίας άνω των 500 εκατ. δολαρίων.
«Ένιωσα υπεύθυνος όχι μόνο απέναντι στους ανθρώπους που μόλις είχα προσλάβει, αλλά και απέναντι στις εκατοντάδες εξαιρετικούς συνεργάτες που απέκτησα», δήλωσε ο Γεωργακόπουλος στην πρώτη του συνέντευξη μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως διευθύνοντος συμβούλου, τον περασμένο Ιούνιο. «Και κυρίως ένιωθα πως η εταιρεία είχε μια εξαιρετική βάση, πάνω στην οποία μπορούσε να χτίσει και να καινοτομήσει προς όφελος των πελατών της».
Πολλοί πιστεύουν ότι ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Εάν οι επενδυτές δεν δουν επαρκείς ενδείξεις προόδου, ενδέχεται να προκύψουν ερωτήματα σχετικά με την ίδια τη βιωσιμότητα της Fiserv υπό τη σημερινή της δομή.
Τον Μάιο του 2025, όταν ανακοινώθηκαν χαμηλότερα τριμηνιαία έσοδα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών και σημαντικά μειωμένες προβλέψεις για αύξηση εσόδων, η μετοχή της εταιρείας υποχώρησε περισσότερο από 40%. Έκτοτε έχει σημειώσει περαιτέρω πτώση.
«Η στρατηγική της εταιρείας είναι αρκετά απλή: να ακούς τους πελάτες σου, να διατηρείς σταθερότητα και ανθεκτικότητα, να συνεχίζεις να εκσυγχρονίζεσαι και να κάνεις σωστά τα βασικά πράγματα», δηλώνει σήμερα ο Γεωργακόπουλος. «Η λέξη-κλειδί είναι το “συνεχίζεις”, επειδή αυτά τα πράγματα δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Επομένως, η εκτέλεση της στρατηγικής είναι το σημαντικότερο πράγμα για την εταιρεία αυτή τη στιγμή».
Η πρώτη τηλεδιάσκεψη του Γεωργακόπουλου για τα οικονομικά αποτελέσματα, στις αρχές Αυγούστου, αποτέλεσε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Μείωσε τις προβλέψεις για το 2026 και δήλωσε ότι θα διευρύνει τη στρατηγική επανεξέταση των δραστηριοτήτων της Fiserv, χωρίς να αποκλείει σε πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων ή άλλες αποεπενδύσεις.
«Δεν είναι επιστήμη πυραύλων», είπε. «Το θέμα είναι να σηκώνεις το τηλέφωνο όταν σε καλούν οι πελάτες, να απαντάς στις ερωτήσεις τους και να αισθάνεσαι ότι έχεις την ευθύνη να δώσεις τη λύση».
Από την Αθήνα στην JP Morgan
Πρώην εταίρος της McKinsey στην Αθήνα, με διδακτορικό στα οικονομικά μαθηματικά, ο Γεωργακόπουλος εντάχθηκε στην JPMorgan το 2007 όπου παρέμεινε σχεδόν δύο δεκαετίες. Εργάστηκε ως επικεφαλής εταιρικής στρατηγικής προτού, το 2017, του αναθέσει ο Ντάιμον να διευθύνει τον τομέα πληρωμών της τράπεζας.
Μεταξύ 2019 και 2023, υπό την ηγεσία του Γεωργακόπουλου, τα έσοδα της JPMorgan από τις υπηρεσίες πληρωμών προς επιχειρήσεις εκτινάχθηκαν 60%, ξεπερνώντας τα 9 δισ. δολάρια. Ωστόσο, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει προαγωγή στην αναδιοργάνωση του 2024 και λίγους μήνες αργότερα μετακινήθηκε στη Fiserv, αρχικά ως ανώτερος σύμβουλος και μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της εταιρείας, ενώ αργότερα προήχθη σε συμπρόεδρο και ανέλαβε τη διεύθυνση του τομέα τεχνολογίας και λύσεων για εμπόρους.
Δεν είναι απλώς ένας ακόμη τραπεζίτης που ανέλαβε μια προβληματική εταιρεία. Είναι στέλεχος που έχτισε την καριέρα του γύρω από στρατηγική, τεχνολογία και κυρίως τις παγκόσμιες πληρωμές.
Υπήρξε πιθανός διάδοχος του Τζέιμι Ντάιμον; Σε κάποιο βαθμό, ναι. Δεν ήταν το φαβορί, αλλά θεωρούνταν αρκετά σημαντικός ώστε να βρίσκεται στη συζήτηση, τονίζουν οι Financial Times.
Ο καίριος ρόλος στην υπόθεση Viva Wallet
Στην υπόθεση της στρατηγικής επένδυσης και μετέπειτα δικαστικής διαμάχης μεταξύ της JP Morgan και της Viva Wallet, ο Τάκης Γεωργακόπουλος είχε τον ρόλο του κύριου αρχιτέκτονα και εμπνευστή του deal. Ως παγκόσμιος επικεφαλής του τμήματος Πληρωμών και μέλος της ανώτατης διοικητικής επιτροπής της αμερικανικής τράπεζας εκείνη την περίοδο, ήταν ο άνθρωπος που εντόπισε τη Viva Wallet, εισηγήθηκε την εξαγορά του 48,5% των μετοχών της και ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της συμφωνίας το 2022.
Ήταν οραματιστής της συμφωνίας, πίστεψε έντονα στην τεχνολογική πλατφόρμα της Viva και προώθησε το deal των 800 εκατ. ευρώ (με αποτίμηση της Viva τότε στα 2 δισ. ευρώ) ως μια μεγάλη ευκαιρία επέκτασης της JP Morgan στην ευρωπαϊκή αγορά λιανικών πληρωμών.
Όταν οι σχέσεις μεταξύ του ιδρυτή της Viva Χάρη Καρώνη και της JP Morgan οδηγήθηκαν στα δικαστήρια του Λονδίνου (λόγω διαφωνιών για την αποτίμηση και τους όρους εξαγοράς), η πλευρά Καρώνη στράφηκε ουσιαστικά κατά των όρων της συμφωνίας που είχε σχεδιάσει ο Γεωργακόπουλος. Ειδικότερα, ο Καρώνης υποστήριξε ότι η συμφωνία του 2022 περιείχε όρους που έδιναν κίνητρο στην JP Morgan να περιορίσει την ανάπτυξη της Viva, ώστε να την εξαγοράσει φθηνότερα στο μέλλον.
Τον Ιούνιο του 2024, εν μέσω της κορύφωσης της δικαστικής διαμάχης, ο Τάκης Γεωργακόπουλος αποχώρησε από την JP Morgan μετά από 17 χρόνια επιτυχημένης πορείας. Η αποχώρησή του, μάλιστα, σχολιάστηκε δημόσια από τον Χάρη Καρώνη, ο οποίος εξέφρασε την ελπίδα ότι η αλλαγή ηγεσίας στο τμήμα πληρωμών της τράπεζας θα βοηθούσε στην επανέναρξη ενός πιο εποικοδομητικού διαλόγου – κάτι που τελικά οδήγησε σε συμβιβασμό και αποκλιμάκωση της έντασης το 2025.
