Έντονη προειδοποίηση για τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην αγορά εργασίας απευθύνει ο διακεκριμένος Αμερικανός ειδικός στα εργασιακά ζητήματα William Gould, ο οποίος περιγράφει την AI ως ένα «τρένο που έρχεται με ταχύτητα» και απειλεί να σαρώσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας, τονίζοντας με έμφαση ότι «ως κοινωνία δεν είμαστε έτοιμοι».
Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Stanford, πρώην επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Εργασιακών Σχέσεων των ΗΠΑ (NLRB) και με πολυετή εμπειρία σε ζητήματα εργασιακού δικαίου και ανισοτήτων, επισημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική εξέλιξη, αλλά μια αλλαγή «ευρείας κλίμακας και βάθους» που θα επηρεάσει θεμελιωδώς την αγορά εργασίας.
«Έρχονται απώλειες θέσεων εργασίας – και δεν υπάρχει σχέδιο»
Ο Gould σημειώνει ότι μέχρι στιγμής οι επιπτώσεις είναι περιορισμένες, ωστόσο προειδοποιεί πως οι απώλειες θέσεων εργασίας είναι αναπόφευκτες.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει για τους νέους που εισέρχονται τώρα στην αγορά εργασίας χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, θέτοντας το ερώτημα τι είδους προοπτικές θα έχουν σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία.
Όπως τονίζει, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η τεχνολογία, αλλά η έλλειψη προετοιμασίας του κοινωνικού κράτους: η απουσία ενός επαρκούς «δίχτυ ασφαλείας» για όσους θα επηρεαστούν από τις αλλαγές.
Κοινωνικές εντάσεις και ιστορικές αναλογίες
Ο ειδικός προειδοποιεί ότι εκτεταμένες απώλειες θέσεων εργασίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βαθιές κοινωνικές εντάσεις, ακόμη και σε φυλετικές ή θρησκευτικές αντιπαραθέσεις.
Κάνει μάλιστα αναφορά στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης του 1930, όταν η οικονομική κατάρρευση οδήγησε σε πολιτικές ανακατατάξεις αλλά και στην άνοδο ακραίων κινημάτων.
Κατά τον ίδιο, η έλλειψη κοινωνικής συνοχής σε περιόδους κρίσης μπορεί να ενισχύσει φαινόμενα πόλωσης και ριζοσπαστικοποίησης.
«Το πολιτικό σύστημα δεν προετοιμάζει λύσεις»
Σε πιο αιχμηρή τοποθέτηση, ο Gould υποστηρίζει ότι η απουσία πολιτικής βούλησης και η αυξανόμενη οικονομική ανισότητα αποτελούν βασικά εμπόδια για την προστασία των εργαζομένων.
Αναφέρεται επίσης στη συγκέντρωση πλούτου και επιρροής, σημειώνοντας ότι η «τάξη των δισεκατομμυριούχων» έχει αποκτήσει δυσανάλογη δύναμη στη χάραξη πολιτικής και στα μέσα ενημέρωσης.
Όπως επισημαίνει, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη ανεπτυγμένη χώρα που δεν διαθέτει ουσιαστικό σύστημα «ασφάλισης μισθού» για εργαζομένους που χάνουν τη δουλειά τους λόγω τεχνολογικών αλλαγών.
Τι είναι η «ασφάλιση μισθού»
Ο Gould προτείνει την επέκταση ενός μοντέλου ασφάλισης του μισθού, που έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για απολύσεις λόγω διεθνούς ανταγωνισμού, ώστε να καλύπτει πλέον και τις απώλειες θέσεων εργασίας από την αυτοματοποίηση και την AI.
Το σύστημα αυτό, όπως εξηγεί, θα προσέφερε προσωρινή οικονομική ενίσχυση, αλλά και υποστήριξη για επανεκπαίδευση και επαγγελματική επανένταξη.
Υπενθυμίζει ότι αντίστοιχα μοντέλα έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία σε σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες έχουν αναπτύξει ισχυρό πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων απέναντι στην τεχνολογική αλλαγή.
Το κόστος και οι πολιτικές επιλογές
Αν και αναγνωρίζει ότι ένα τέτοιο σύστημα θα είναι δαπανηρό, ο ειδικός υπογραμμίζει ότι το κόστος είναι ζήτημα πολιτικών προτεραιοτήτων. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι μια χώρα που δαπανά τεράστια ποσά για πολεμικές επιχειρήσεις μπορεί να χρηματοδοτήσει και ένα σύστημα προστασίας εργαζομένων που πλήττονται από την τεχνολογία.
Ο Gould αναφέρεται και στην κατάσταση των συνδικάτων, σημειώνοντας ότι η επιρροή τους έχει μειωθεί λόγω «γραφειοκρατικοποίησης» και αδυναμίας ανανέωσης. Παράλληλα, επισημαίνει ότι δεν υπάρχει συγκροτημένη εθνική στρατηγική για την προστασία των εργαζομένων απέναντι στην επερχόμενη τεχνολογική ανατροπή.
Σε σχέση με τα προγράμματα διαφορετικότητας, ισότητας και ένταξης (DEI), ο καθηγητής εκτιμά ότι η σημερινή αντίδραση εναντίον τους δεν είναι νέα, αλλά επανάληψη παλαιότερων επιχειρημάτων από τις πρώτες δεκαετίες εφαρμογής της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στις ΗΠΑ.
Κατά τον ίδιο, η αμφισβήτηση αυτών των πολιτικών τροφοδοτεί κοινωνικές εντάσεις και υπονομεύει τη δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων.
«Ο κόσμος έχει αντιστραφεί»
Τέλος, αναφερόμενος στην πολιτική συζήτηση γύρω από την είσοδο λευκών Νοτιοαφρικανών στις ΗΠΑ ως πρόσφυγες, ο Gould κάνει λόγο για «αντεστραμμένη πραγματικότητα», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πολιτική εργαλειοποίηση και όχι για πραγματικό ζήτημα διακρίσεων.
Ο καθηγητής καταλήγει με μια κεντρική προειδοποίηση: η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς τεχνολογική πρόοδος, αλλά ένας καταλύτης κοινωνικών και οικονομικών αναταράξεων, για τις οποίες – όπως τονίζει – οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί δεν έχουν ακόμη επαρκές σχέδιο αντιμετώπισης.
