Ελληνο-γερμανικές συνεργασίες στο πεδίο του defence tech και των τεχνολογιών διττής χρήσης χτίζονται αυτή την περίοδο, με φόντο τις αυξημένες ευρωπαϊκές δαπάνες για το defence και την προσπάθεια της Ευρώπης για τεχνολογική αυτονομία στο πεδίο της Άμυνας. Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τόσο η ελληνική όσο και η γερμανική πλευρά, όπως έγινε σαφές κατά τη χθεσινή παρουσίαση της μελέτης του ΙΟΒΕ για το αποτύπωμα του γερμανικού επιχειρείν στην ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με όσα ανέφςρε σε ψηφιακή εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου ο γενικός διευθυντής του Επιμελητηρίου, Dr Ilja Nothnagel «τουλάχιστον από την εμπειρία μας μπορούμε να πούμε ότι αμοιβαία αυξάνονται οι επαφές μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας σε αυτό το πεδίο». Από την πλευρά του ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, επεσήμανε ότι ο τομέας της Άμυνας μπορεί να εξελιχθεί σε κομβικό πεδίο ανάπτυξης κοινών τεχνολογιών, επενδύσεων και παραγωγικών συνεργασιών.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης, μιλώντας στο πλαίσιο της παρουσίασης της έκτης μελέτης του ΙΟΒΕ για το γερμανικό αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία, υπογράμμισε ότι τόσο οι εθνικές όσο και οι ευρωπαϊκές επενδυτικές δραστηριότητες συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και το dual use (ήτοι τεχνολογίες που έχουν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές εφαρμογές).
Οι χθεσινές επισημάνσεις για την εξέλιξη της αμυντικής τεχνολογίας σε νέο αναδυόμενο πεδίο ελληνο-γερμανικών συνεργασιών έρχονται σε μια συγκυρία όπου η Ελλάδα αρχίζει να εμφανίζεται όλο και πιο έντονα στον χάρτη του ευρωπαϊκού defence tech, όχι μόνο ως αγοραστής αμυντικών συστημάτων, αλλά ως πιθανός κόμβος engineering, παραγωγής και συνεργασιών.
Στα ραντάρ του γερμανικού μονόκερου STARK Defence
Δεν είναι τυχαίο ότι, για παράδειγμα, η γερμανική STARK Defence, μια εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας νέας γενιάς με αποτίμηση ήδη πάνω από 1 δισ., προχωρά στην ίδρυση περιφερειακού γραφείου για τη Νότια Ευρώπη στην Ελλάδα, εντάσσοντας τη χώρα στο ευρύτερο πανευρωπαϊκό δίκτυο παραγωγής και τεχνολογίας που αναπτύσσει. Η STARK δραστηριοποιείται στον σχεδιασμό και την παραγωγή μη επανδρωμένων αμυντικών συστημάτων και βλέπει την Ελλάδα ως κρίσιμο σημείο για την υποστήριξη επιχειρήσεων από τη Μεσόγειο έως τη Μαύρη Θάλασσα.
Σύμφωνα με όσα έχουν αναφέρει στελέχη της STARK στο powergame.gr, το ελληνικό γραφείο δεν θα περιοριστεί σε εμπορικό ρόλο, αλλά θα λειτουργήσει ως κόμβος engineering και περιφερειακών συνεργασιών, συνδέοντας τοπικούς εταίρους με το ευρωπαϊκό παραγωγικό δίκτυο της εταιρείας. Πρακτικά, η STARK δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως απλό σημείο εμπορικής παρουσίας, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αλυσίδας ανάπτυξης και παραγωγής αμυντικής τεχνολογίας.
Μάλιστα σύμφωνα με πληροφορίες, αυτή την περίοδο η εταιρεία συνεχίζει τη στελέχωση των εν Ελλάδι δραστηριοτήτων της στη Θεσσαλονίλη, με την ίδια τη STARK να εξηγεί ότι η δραστηριότητά της στην ελληνική αγορά δεν επικεντρώνεται στη μαζική βιομηχανική κατασκευή, αλλά στην ανάπτυξη, πρωτοτυποποίηση, επιχειρησιακή αξιολόγηση και μικρής κλίμακας παραγωγή μη επανδρωμένων αμυντικών συστημάτων.
Στόχος είναι η ελληνική ομάδα να λειτουργεί «στη διασταύρωση engineering και manufacturing», υποστηρίζοντας γρήγορους κύκλους ανάπτυξης, δοκιμών και επιχειρησιακής προσαρμογής νέων συστημάτων. Η εταιρεία περιγράφει τον εαυτό της ως «μια νέα γενιά αμυντικής τεχνολογικής εταιρείας», που αναπτύσσει software-defined, μαζικά κλιμακούμενα και χαμηλού κόστους αυτόνομα συστήματα για ιδιαίτερα απαιτητικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα.
Γερμανικό αποτύπωμα
Την ίδια στιγμή, η κινητικότητα δεν περιορίζεται στις startups του defence tech. Οι μεγάλοι γερμανικοί αμυντικοί όμιλοι ενισχύουν επίσης το αποτύπωμά τους στην ελληνική αγορά, με έμφαση πλέον όχι μόνο στις πωλήσεις εξοπλισμού, αλλά και στη βιομηχανική συνεργασία και στη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στην παραγωγική αλυσίδα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Rheinmetall, η οποία υπέγραψε πρόσφατα μνημόνιο συνεργασίας με την ελληνική ΕΛΒΟ για την ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής στην Ελλάδα και τη συναρμολόγηση στρατιωτικών οχημάτων και εξειδικευμένων συστημάτων για τις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η συμφωνία αποσκοπεί στην παραγωγή στρατιωτικών οχημάτων, την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας με βάση τις εγκαταστάσεις της ΕΛΒΟ στη Θεσσαλονίκη.
Παράλληλα, η Rheinmetall έχει ήδη συνάψει συμφωνία με την ελληνική THEON Sensors για την ενσωμάτωση ελληνικών ηλεκτροοπτικών συστημάτων σε λύσεις νέας γενιάς για τεθωρακισμένα οχήματα. Η συνεργασία αφορά την ανάπτυξη και προμήθεια σταθεροποιημένου ηλεκτροοπτικού συστήματος βασισμένου στην τεχνολογία PHYLAX της THEON, το οποίο προορίζεται για σύγχρονες χερσαίες πλατφόρμες και συστήματα πυργίσκων της Rheinmetall. Η συμφωνία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δεν αφορά απλώς προμήθεια εξοπλισμού, αλλά τη θεμελίωση «διαρκούς βιομηχανικής και τεχνολογικής συνεργασίας» μεταξύ των δύο εταιρειών.
Παρουσία στην Ελλάδα διατηρεί εδώ και χρόνια και η KNDS μέσω της KNDS Hellas, η οποία δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος Leopard 2 HEL και δραστηριοποιείται στη συντήρηση, στη βιομηχανική υποστήριξη και στην παραγωγή εξαρτημάτων για αμυντικά συστήματα. Η KNDS έχει ενισχύσει περαιτέρω τη συνεργασία της με ελληνικούς ομίλους, με πιο πρόσφατη τη συμφωνία με τη METLEN για την παραγωγή τμημάτων των αρμάτων Leopard 2A8 στο αμυντικό hub της εταιρείας στον Βόλο. Σύμφωνα δε με δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών η γερμανική αμυντική εταιρεία φέρεται έτοιμη να αγοράσει εργοστάσια της Mercedes και της Volkswagen στη Γερμανία και να τα μετατρέψει σε στρατιωτικά για την κατασκευή τεθωρακισμένων οχημάτων.
Προοπτικές
Την άποψη ότι η το defence tech μπορεί να αποτελέσει ένα νέο πεδίο συνεργασίας συμμερίστηκε χθες ο κ. Βέττας, σχολιάζοντας ότι στο σημερινό περιβάλλον η αμυντική τεχνολογία φαίνεται να εξελίσσεται σε ένα νέο πεδίο όπου οι ελληνογερμανικές σχέσεις μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο βιομηχανικό και τεχνολογικό βάθος. Όπως σημείωσε, η Ευρώπη θα χρειαστεί να δαπανά συστηματικά επιπλέον 1%-2% του ΑΕΠ της για την άμυνα τα επόμενα χρόνια, εξέλιξη που -όπως είπε- δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα για την ήπειρο. Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζητούμενο είναι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες να συνδεθούν με ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και κυρίως τεχνολογιών διττής χρήσης, οι οποίες δεν θα ενισχύσουν μόνο την αμυντική θωράκιση της Ευρώπης, αλλά θα λειτουργήσουν και ως μοχλός ευρύτερης τεχνολογικής προόδου.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του ΙΟΒΕ, από τη γερμανική πλευρά διαμορφώνεται μια σημαντική παραγωγική ευκαιρία, καθώς μέρος της τεχνογνωσίας και του παραγωγικού δυναμικού που συνδέεται παραδοσιακά με τη βιομηχανία οχημάτων και μηχανολογικού εξοπλισμού μπορεί να στραφεί προς την αμυντική βιομηχανία και τα νέα τεχνολογικά συστήματα.
Από την πλευρά της Ελλάδας, τόνισε ότι η χώρα δαπανά διαχρονικά σημαντικό μέρος του εθνικού της προϊόντος για την άμυνα λόγω γεωγραφικής θέσης και γεωπολιτικών συνθηκών. Το ζητούμενο, όπως ανέφερε, είναι αυτές οι δαπάνες να μην περιορίζονται σε αγορές εξοπλισμού από το εξωτερικό, αλλά να συνδέονται με κοινή ανάπτυξη τεχνολογιών, επενδύσεις στην Ελλάδα και ενσωμάτωση της χώρας στις σχετικές ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.
