Πώς να μετατρέψεις ένα παλιό λάπτοπ στην πιο χρήσιμη συσκευή του σπιτιού μέσα σ’ ένα απόγευμα

Ακόμη κι ένας πολύ παλιός υπολογιστής μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμος σε ρόλους που δεν θα φανταζόσουν. Ένας συλλέκτης αφηγείται

Laptop © Christin Hume/Unsplash

Οι συσκευές που κάποτε εξυπηρετούσαν έναν σημαντικό σκοπό στη ζωή μας σταδιακά παραμελούνται, καθώς γίνονται τεχνολογικά ξεπερασμένες ή παρωχημένες. Συλλέκτης τέτοιων συσκευών, που είχε από παλιά ηχεία Hi-Fi μέχρι smartphones και λάπτοπ που, με τα σημερινά δεδομένα, θεωρούνται ξεπερασμένα, αφηγείται στο xda-developers:

Το παλαιότερο λάπτοπ μου ήταν κρυμμένο σ’ ένα ντουλάπι και μάζευε σκόνη, επειδή δεν μπορούσε πλέον να τρέξει τα πιο σύγχρονα λειτουργικά συστήματα. Ήταν επίσης πολύ αδύναμο για δημοφιλείς διανομές Linux, όπως το Ubuntu, οι οποίες λειτουργούσαν με κακές επιδόσεις στο παλιό hardware.

Ωστόσο, αποφάσισα να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία — όχι ως βασικού υπολογιστή, αλλά ως home server, που θα μπορούσε να τρέχει συμβατές εφαρμογές ακόμη και με περιορισμένους πόρους. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία, γιατί ακόμη κι ένας πολύ παλιός υπολογιστής μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμος σε ρόλους που δεν θα φανταζόσουν.

Βρες το κατάλληλο λειτουργικό σύστημα

Η μητέρα μου συχνά σχολιάζει τις παλιές συσκευές που στοιβάζω βιαστικά σε συρτάρια, στα κάτω τμήματα των ντουλαπιών και σε διάφορα άλλα σημεία. Σπάνια πουλάω παλιά κινητά και έχω ακόμη ένα Nokia από τη δεκαετία του 2000 κάπου μαζί με άλλα κινητά πληκτροφόρα.

Το λάπτοπ είναι μεγαλύτερο και πολύ πιο εύκολο να το παρατηρήσει κανείς. Η προφανής πρόταση θα ήταν να το πουλήσω για παλιοσίδερα, αλλά δεν συνηθίζω να ξεφορτώνομαι έτσι τις παλιές συσκευές.

Διαθέτει dual-core Intel Core i3 δεύτερης γενιάς. Πρόκειται για επεξεργαστή που κυκλοφόρησε το 2011 και αποτελούσε ένα πολύ καλό entry-level για καθημερινή χρήση και ελαφρύ gaming, σε συνδυασμό με μια ξεχωριστή κάρτα γραφικών AMD Radeon 6370M.

Έπαιξα πολλά παιχνίδια σ’ αυτό, μεταξύ των οποίων την τριλογία Assassin’s Creed, το Spec Ops και το Splinter Cell Blacklist. Ωστόσο, η GPU σταμάτησε να λειτουργεί το 2016.

Χρησιμοποιούσα το Lenovo μόνο για λήψεις αρχείων, μέχρι που οι browsers σταμάτησαν να υποστηρίζουν τα Windows 7, γεγονός που ουσιαστικά έβαλε τέλος και σε αυτή την περιστασιακή χρήση.

Επομένως, η επιλογή μιας δημοφιλούς διανομής Linux δεν θα ήταν έξυπνη. Οι μόνες ρεαλιστικές επιλογές μου ήταν ελαφριές διανομές Linux, οι οποίες θα χρησιμοποιούσαν ελάχιστη μνήμη, αφήνοντας τους υπόλοιπους πόρους διαθέσιμους για τον server και τις εφαρμογές.

Δοκίμασα τις AntiX, Linux Mint και MX Linux και διαπίστωσα ότι η τρίτη ήταν η καταλληλότερη για τις ανάγκες μου.

Δοκίμασα και τις τρεις και το Linux Mint είχε τη μεγαλύτερη κατανάλωση μνήμης. Οι AntiX και MX Linux είχαν σχεδόν παρόμοια κατανάλωση, όμως με την έκδοση MX Linux Fluxbox μπορούσα να έχω πολύ καλό σύνολο πρόσθετων εργαλείων και εξαιρετικά ελαφρύ περιβάλλον εργασίας.

Χρειάστηκε να διαθέσω μόλις 500 MB μνήμης RAM για το λειτουργικό σύστημα, αφήνοντας άφθονη μνήμη για τα projects μου. Η επιλογή μιας διανομής με ελαφρύ περιβάλλον desktop ήταν απαραίτητη, καθώς το λάπτοπ δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε σύγχρονα περιβάλλοντα όπως τα KDE Plasma και GNOME.

Εργαλεία containerization καλύτερα από την απευθείας εγκατάσταση εφαρμογών

Όταν λειτουργείς έναν server, μερικές φορές χρειάζεται να τον παρακολουθείς και να τον διαχειρίζεσαι εκ του μακρόθεν. Ο παραδοσιακός τρόπος για να εγκαταστήσεις μια εφαρμογή ή ένα εργαλείο είναι να χρησιμοποιήσεις τον προεπιλεγμένο package manager του λειτουργικού.

Το containerization, όμως, ακολουθεί μια κάπως διαφορετική προσέγγιση.

Μια παραδοσιακή εγκατάσταση εφαρμογής μπορεί να χρησιμοποιεί dependencies που υπάρχουν ήδη στο σύστημα ή να εγκαθιστά όσα χρειάζεται. Αυτό είναι καλό για την εξοικονόμηση αποθηκευτικού χώρου, αλλά μερικές φορές διαφορετικές εφαρμογές μπορεί να απαιτούν διαφορετικές εκδόσεις της ίδιας εξάρτησης.

Για παράδειγμα, μια εφαρμογή μπορεί να χρειάζεται μια παλαιότερη έκδοση μιας βιβλιοθήκης, ενώ μια άλλη χρειάζεται μια νεότερη. Έτσι μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις όταν προσπαθείς να εκτελέσεις εφαρμογές που απαιτούν διαφορετικές εκδόσεις.

Το Docker λύνει αυτό το πρόβλημα διαχωρίζοντας κάθε εγκατάσταση εφαρμογής σε ξεχωριστά containers. Κάθε container περιλαμβάνει όλα όσα χρειάζεται η εφαρμογή για να λειτουργήσει.

Αυτό βέβαια χρησιμοποιεί περισσότερο αποθηκευτικό χώρο και μπορεί να φαίνεται σπάταλο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν συγκρούσεις, επειδή το βασικό πλεονέκτημα του Docker είναι η απομόνωση των containers. Όλα τα αρχεία και τα dependencies κάθε container παραμένουν ξεχωριστά, εκτός εάν ορίσεις διαφορετικά.

Είναι επίσης εξαιρετικά πρακτικό για τη διαχείριση πολλών εργαλείων, επειδή το Docker δημιουργεί κάθε container ως ξεχωριστό περιβάλλον. Μπορείς να κάνεις restart ή troubleshooting σ’ ένα container χωρίς να επηρεάσεις τη λειτουργία των υπόλοιπων.

Σ’ ένα παραδοσιακό σύστημα μπορείς, στην καλύτερη περίπτωση, να κάνεις επανεκκίνηση της εφαρμογής ή της υπηρεσίας, αλλά αυτό δεν λειτουργεί πάντα. Με την επανεκκίνηση ενός container αποκτάς ένα καθαρό περιβάλλον εκτέλεσης, και γι’ αυτό προτιμώ το Docker.

Πριν αρχίσω να εγκαθιστώ όλα τα εργαλεία, έκανα ακόμη μια σημαντική προσθήκη στο λάπτοπ. Εγκατέστησα το Tailscale, επειδή χωρίς αυτό το λάπτοπ θα ήταν προσβάσιμο μόνο μέσα από το οικιακό μου δίκτυο.

Η απομακρυσμένη πρόσβαση γίνεται σημαντικό ζήτημα όταν αρχίζεις να χρησιμοποιείς υπηρεσίες self-hosted, επομένως είναι έξυπνο να το αντιμετωπίσεις από την αρχή. Πρόσθεσα το λάπτοπ στον λογαριασμό μου στο Tailscale, στον οποίο είναι ήδη συνδεδεμένες και άλλες συσκευές, όπως το Raspberry Pi Zero 2W.

Υπηρεσίες που εξοικονομούν χρήματα

Μόλις το Docker και το Tailscale λειτουργούσαν κανονικά, το μόνο που έμενε ήταν να βρω και να εγκαταστήσω τα καλύτερα εργαλεία self-hosted.

Ξεκίνησα με κάτι αρκετά απλό, το OmniTool, ένα ελαφρύ toolkit για λειτουργίες αρχείων, μετατροπές και άλλες εργασίες. Πρόσθεσα επίσης το BentoPDF, έναν ελαφρύ PDF editor, καθώς και έναν password manager.

Βασικός μου στόχος ήταν να χρησιμοποιώ το λάπτοπ γι’ αυτές τις εργασίες και παράλληλα ως τοπική συσκευή δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας στο cloud.

Γι’ αυτό τον σκοπό πρόσθεσα το Nextcloud ως επόμενο container και άρχισα να αποθηκεύω εκεί τα προσωπικά μου αρχεία.

Μια τοπική λύση cloud backup προσφέρει αρκετά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων καλύτερη ιδιωτικότητα και απουσία επαναλαμβανόμενων συνδρομών.

Το Nextcloud συγχρονίζει τα δεδομένα από το κινητό και τον υπολογιστή μου και τα αποθηκεύει στον δίσκο. Υπάρχουν ακόμη μερικά εργαλεία, κυρίως για τη διαχείριση του Docker, και όλα λειτουργούν άνετα στο παλιό laptop.

Η μπαταρία δεν λειτουργεί πλέον, αλλά αυτό δεν με ανησυχεί, επειδή έχω εγκαταστήσει ξεχωριστό σύστημα εφεδρικής τροφοδοσίας με inverter στο σπίτι για τις διακοπές ρεύματος.

Το σύστημα παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε συγκεκριμένες πρίζες κάθε δωματίου και μπορεί να τροφοδοτήσει συσκευές χαμηλής κατανάλωσης, όπως λάπτοπ, ρούτερ, φώτα, ανεμιστήρες και μερικές ακόμη οικιακές συσκευές.

Παρότι το hardware μπορεί να μην είναι ιδανικό για σύγχρονη χρήση υπολογιστή desktop, εξακολουθεί να είναι αρκετά ισχυρό για να τρέξει όλα αυτά τα εργαλεία.

Η οθόνη παραμένει κλειστή και η συνολική κατανάλωση ενέργειας δεν ξεπερνά τα 15-20 W.

Όσοι θέλουν να δοκιμάσουν το self-hosting συχνά καταλήγουν να αγοράζουν ένα SBC (Single-Board Computer).

Ωστόσο, ένα παλιό λάπτοπ μπορεί να αποτελέσει έναν απολύτως ικανό server, αρκεί να επιλέξεις το σωστό λειτουργικό σύστημα και τα κατάλληλα εργαλεία.

Δεν χρειάζεται να ξοδέψεις χρήματα για να αγοράσεις SBC και όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ του, ειδικά μετά την απότομη αύξηση των τιμών τους.