Επιτόκια: Σε συμπληγάδες ο νέος επικεφαλής της Fed απέναντι στο νέο σοκ πληθωρισμού

Ο Κέβιν Γουόρς ανάμεσα στις απαιτήσεις Τραμπ για τα επιτόκια και την πίεση του πληθωρισμού. Μάχη για την ανεξαρτησία της Fed μετά τον Πάουελ

Ο Κέβιν Γουόρς © EPA/WILL OLIVER

Πονοκέφαλος στη Fed και στον Τραμπ. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ συνέχισε να επιταχύνεται τον Απρίλιο, καθώς η παρατεταμένη άνοδος στις τιμές της βενζίνης λόγω του πολέμου με το Ιράν, αλλά και η αύξηση στο κόστος των τροφίμων, ενίσχυσαν τις πιέσεις στα αμερικανικά νοικοκυριά.

Ο δείκτης τιμών καταναλωτή εκτοξεύτηκε 3,8% σε ετήσια βάση, καταγράφοντας τον ταχύτερο ρυθμό ανόδου από το 2023. Σε μηνιαία βάση, οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 0,6%. Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί τις τιμές τροφίμων και ενέργειας, αυξήθηκε κατά 0,4% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα και κατά 2,8% σε ετήσια βάση.

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή μεταφέρονται πλέον άμεσα στην αμερικανική οικονομία μέσω της ενέργειας προκαλώντας ρίγη στη Fed σχετικά με τα επιτόκια και τις πιέσεις Τραμπ να μειωθούν από τον νέο επικεφαλής Κέβιν Γουόρς που αναμένεται να αναλάβει από Παρασκευή στη θέση του Τζερόμ Πάουελ.

Οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν περισσότερο από 5% τον Απρίλιο, μετά από άλμα 21% τον Μάρτιο. Παράλληλα, σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν και στα είδη ούπετ μαρκετ, καθώς και στα αεροπορικά εισιτήρια. Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν στο Bloomberg ότι μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών θα μπορούσε να περιορίσει την καταναλωτική δαπάνη.

Ακόμη και αν διατηρηθεί η εκεχειρία και επαναλειτουργήσει σύντομα το Στενό του Ορμούζ, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το υψηλό κόστος θα συνεχίσει να επηρεάζει την οικονομία τους επόμενους μήνες, καθώς η παραγωγή πετρελαίου και οι διεθνείς μεταφορές θα χρειαστούν χρόνο για να ομαλοποιηθούν.

Fed και πληθωρισμός: Ο φόβος επανάληψης του 2021

Πέντε χρόνια μετά το μεγάλο λάθος εκτίμησης για τον «παροδικό πληθωρισμό», η Fed, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επιχειρεί να θωρακιστεί απέναντι σε ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, που προκαλούν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακές αναταράξεις, οι εμπορικοί δασμοί, αλλά και οι φούσκες με αιχμή την τεχνητή νομοσύνη και την ιδιωτική πίστωση.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα γνώριμο οικονομικό σκηνικό. Πέντε χρόνια μετά την εκτόξευση του πληθωρισμού το 2021 — όταν η Fed υποστήριζε ότι οι αυξήσεις τιμών θα ήταν προσωρινές — οι αξιωματούχοι της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας προσπαθούν τώρα να αποφύγουν μια νέα σοβαρή αστοχία πρόβλεψης.

Το σημερινό περιβάλλον χαρακτηρίζεται ξανά από ισχυρά σοκ στις τιμές, γεωπολιτική αβεβαιότητα και πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν επηρεάζει την αγορά ενέργειας και το παγκόσμιο εμπόριο. Στη Fed επικρατεί έντονη ανησυχία ότι ένας νέος επίμονος πληθωρισμός θα μπορούσε να πλήξει την ανάπτυξη και να επιβαρύνει μακροπρόθεσμα τα αμερικανικά νοικοκυριά, σύμφωνα με το Axios.

Το νέο εργαλείο της Fed για τον πληθωρισμό

Σε ομιλία της στο ετήσιο συνέδριο νομισματικής πολιτικής του Hoover Institution, η πρόεδρος της Fed του Σαν Φρανσίσκο, Μέρι Ντέιλι, παρουσίασε ένα νέο «διαγνωστικό εργαλείο» που — όπως εκτιμά — θα μπορούσε να είχε εντοπίσει νωρίτερα το λάθος της Fed το 2021.

Ο πίνακας παρακολούθησης συγκεντρώνει σχεδόν δώδεκα δείκτες πληθωρισμού, από τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη στενότητα στην αγορά εργασίας έως τις προσδοκίες των καταναλωτών. Σύμφωνα με τη Ντέιλι, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2021 αρκετοί από αυτούς τους δείκτες εμφάνιζαν «κόκκινο συναγερμό», προειδοποιώντας ότι ο πληθωρισμός δεν ήταν τελικά τόσο παροδικός όσο θεωρούσε η Fed.

«Πολλά από τα στοιχεία που συνδέονται με επίμονο πληθωρισμό είχαν ήδη περάσει σε κόκκινη ζώνη», δήλωσε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι το συγκεκριμένο εργαλείο δεν υπήρχε τότε στη διάθεση των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Fed και πληθωρισμός υπό τη σκιά πολέμου και δασμών

Η νέα ανάλυση της Fed εμφανίζεται προς το παρόν πιο καθησυχαστική για τις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές εισαγόμενων προϊόντων παραμένουν περιορισμένες. Ωστόσο, οι εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν προκαλούν πολύ μεγαλύτερη ανησυχία.

Οι δείκτες που σχετίζονται με το πετρέλαιο και τα διεθνή εμπορεύματα αρχίζουν να εκπέμπουν προειδοποιητικά σήματα, εντείνοντας τους φόβους για νέα αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τη Μέρι Ντέιλι που , ένα σοβαρό ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να προκαλέσει εκ νέου προβλήματα στις αλυσίδες εφοδιασμού, δημιουργώντας πιέσεις που θα διαρκούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Παράλληλα, η Fed παρακολουθεί στενά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και το κατά πόσο μετακυλίουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές. Μέχρι στιγμής, οι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες και η αγορά εργασίας παραμένουν σχετικά σταθερές, στοιχείο που λειτουργεί ως προσωρινό ανάχωμα.

Η τεχνητή νοημοσύνη και η νέα εξίσωση επιτοκίων

Στη συζήτηση για τις μελλοντικές προκλήσεις της οικονομίας προστίθεται πλέον και η τεχνητή νοημοσύνη. Η Ντέιλι συνέδεσε την ανάλυσή της με τις εκτιμήσεις του προέδρου της Fed του Σικάγο, Όσταν Γκούλσμπι, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της AI θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια, εφόσον οι αγορές αρχίσουν να προεξοφλούν μια νέα οικονομική άνθηση.

Η Fed φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η εποχή των παραδοσιακών προβλέψεων έχει αλλάξει ριζικά. Οι γεωπολιτικές κρίσεις, οι ενεργειακές αναταράξεις, οι εμπορικοί πόλεμοι και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας, στο οποίο η έγκαιρη ανίχνευση κινδύνων θεωρείται πλέον κρίσιμο εργαλείο για τη σταθερότητα της αμερικανικής οικονομίας.

Όπως παραδέχθηκε η Μέρι Ντέιλι, «κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως βέβαιος για το μέλλον». Για τη Fed, όμως, το βασικό ζητούμενο είναι να μη βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με έναν πληθωρισμό που θα ξεφύγει από τον έλεγχο πριν γίνει αντιληπτός.

Πολιτική θύελλα στη Fed για τον εκλεκτό του Τραμπ, Κέβιν Γουόρς

Η υποψηφιότητα του Κέβιν Γουόρς για την ηγεσία της Fed περνά πλέον σε κρίσιμη φάση, καθώς η Γερουσία έδωσε το πρώτο διαδικαστικό «πράσινο φως», ενισχύοντας τις πιθανότητες να αποτελέσει τον διάδοχο του Τζερόμ Πάουελ στην αμερικανική κεντρική τράπεζα, την Παρασκευή που λήγει η θητεία του.

Με 49 ψήφους υπέρ έναντι 44 κατά, οι γερουσιαστές ενέκριναν τη συνέχιση της διαδικασίας επιβεβαίωσης, ανοίγοντας τον δρόμο για την τελική ψηφοφορία που αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στην εβδομάδα. Ο Γουόρς αναμένεται αρχικά να επικυρωθεί ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Fed και στη συνέχεια να ακολουθήσει ξεχωριστή διαδικασία για την ανάληψη της προεδρίας της κεντρικής τράπεζας.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισε η απόφαση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τομ Τίλις να αποσύρει τις ενστάσεις του για τους διορισμούς στη Fed, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης ότι σταματά την έρευνα εις βάρος του Τζερόμ Πάουελ σχετικά με το κόστος ανακαίνισης κτιρίων της Federal Reserve.

Η υποψηφιότητα Γουόρς, ωστόσο, έχει προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον. Οι Δημοκρατικοί εκφράζουν φόβους ότι η Fed ενδέχεται να χάσει μέρος της ανεξαρτησίας της, υποστηρίζοντας πως ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια πιο ελεγχόμενη νομισματική πολιτική και πιέζει ανοιχτά για μειώσεις επιτοκίων.

Ο Κέβιν Γουόρς ένα βήμα πριν από την ηγεσία της κεντρικής τράπεζας

Ιδιαίτερα αιχμηρή εμφανίστηκε η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν, η οποία χαρακτήρισε τον Γουόρς «μαριονέτα» του Τραμπ, επικρίνοντάς τον παράλληλα για τη στάση του κατά την ακρόασή του στη Γερουσία. Από την πλευρά του, ο ίδιος επιμένει ότι θα λειτουργήσει με πλήρη θεσμική ανεξαρτησία εφόσον αναλάβει την ηγεσία της Fed.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της συγκυρίας. Η Fed βρίσκεται αντιμέτωπη με επίμονο πληθωρισμό, γεωπολιτικές πιέσεις από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό της για την πορεία των επιτοκίων.

Σε αυτό το κλίμα, η τελευταία δημόσια παρέμβαση του Τζερόμ Πάουελ είχε ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο απερχόμενος πρόεδρος της Fed ανακοίνωσε ότι θα παραμείνει στο Διοικητικό Συμβούλιο ως διοικητής, προκειμένου —όπως άφησε να εννοηθεί— να συμβάλει στη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας απέναντι στις αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι τιμές ενέργειας και οι δασμοί εξακολουθούν να τροφοδοτούν κινδύνους για τον πληθωρισμό, ενώ αναγνώρισε ότι οι εσωτερικές διαφωνίες στους κόλπους της Fed για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων έχουν λάβει πρωτοφανείς διαστάσεις.

Η Wall Street μεταθέτει τις προβλέψεις για τη Fed – Τι λένε Goldman Sachs και Bank of America

Οι μεγαλύτερες τράπεζες της Wall Street επανεξετάζουν τις προβλέψεις τους για τη νομισματική πολιτική της Fed, καθώς τα ισχυρά στοιχεία απασχόλησης και οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύουν το σενάριο διατήρησης των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα έως και το 2027.

Η Goldman Sachs και η Bank of America συγκαταλέγονται πλέον στις τελευταίες μεγάλες τράπεζες της Wall Street που μεταθέτουν χρονικά τις εκτιμήσεις τους για μειώσεις επιτοκίων από τη Fed, υποστηρίζοντας ότι τόσο τα στοιχεία για την αγορά εργασίας όσο και οι ενδείξεις επιμονής του πληθωρισμού δικαιολογούν τη διατήρηση της νομισματικής πολιτικής σε αυστηρή τροχιά τουλάχιστον έως το τέλος του έτους.

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν έχει προκαλέσει νέους κραδασμούς στις αγορές πετρελαίου, ενισχύοντας παράλληλα τους φόβους για αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδυτές αυξάνουν τα στοιχήματα ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια ακόμη και έως το 2026, ενώ δεν αποκλείεται ακόμη και νέα αύξηση επιτοκίων στις αρχές του 2027.

Η μεταστροφή αυτή αποτυπώνεται και στις τοποθετήσεις αξιωματούχων της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Δύο μέλη που διαφώνησαν στην τελευταία συνεδρίαση της Fed προειδοποίησαν ότι η επόμενη κίνηση της κεντρικής τράπεζας θα μπορούσε να είναι ακόμη και αύξηση επιτοκίων αντί για μείωση.

Fed: Τα στοιχεία απασχόλησης αλλάζουν το κλίμα

Ο επικεφαλής οικονομολόγος των ΗΠΑ στην Bank of America, Αντίτια Μπάβε, σημείωσε σε ανάλυσή του στις 8 Μαΐου ότι «τα δεδομένα απλώς δεν δικαιολογούν μειώσεις επιτοκίων φέτος». Όπως τόνισε, ο δομικός πληθωρισμός παραμένει υπερβολικά υψηλός και συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ η ισχυρή έκθεση για την αγορά εργασίας τον Απρίλιο αποτέλεσε «τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι», ιδιαίτερα μετά τις αυστηρές δηλώσεις στελεχών της Fed.

Ο ίδιος και οι συνεργάτες του εκτιμούν πλέον ότι η επόμενη μείωση επιτοκίων από τη Fed δεν θα πραγματοποιηθεί πριν από τον Ιούλιο του 2027. Προηγουμένως, η τράπεζα προέβλεπε ότι η πρώτη μείωση θα ερχόταν τον Σεπτέμβριο του 2026.

Η έκθεση για την απασχόληση του Απριλίου έδειξε ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις δημιούργησαν περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες ανέμενε η αγορά για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται πλέον στα νέα στοιχεία για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, με τις ανακοινώσεις για τον δείκτη τιμών καταναλωτή και παραγωγού να θεωρούνται κρίσιμες για τις επόμενες κινήσεις της Fed.

Άνοδος αποδόσεων και πίεση στα αμερικανικά ομόλογα

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου τη Δευτέρα πυροδότησε ισχυρές πιέσεις στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οδηγώντας χαμηλότερα τις τιμές τους και υψηλότερα τις αποδόσεις.

Η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου, που θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη στις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Fed, αυξήθηκε περισσότερο από έξι μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 3,95% στη Νέα Υόρκη.

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν βρίσκεται σε «οριακή κατάσταση», ενισχύοντας περαιτέρω την ανησυχία των αγορών για πιθανή κλιμάκωση της κρίσης.

Οι αποδόσεις συνέχισαν να αυξάνονται και μετά τη χαμηλότερη του αναμενομένου ζήτηση στην πρώτη από τις τριμηνιαίες δημοπρασίες ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, η δημοπρασία τριετών τίτλων ύψους 58 δισ. δολαρίων δεν κάλυψε τις προσδοκίες της αγοράς.

Στο πλαίσιο του προγράμματος αναχρηματοδότησης του αμερικανικού Δημοσίου, θα ακολουθήσει πώληση δεκαετών ομολόγων ύψους 42 δισ. δολαρίων, καθώς και τριακονταετών τίτλων αξίας 25 δισ. δολαρίων.

Οι αγορές βλέπουν υψηλότερο πληθωρισμό και καθυστέρηση στις μειώσεις της Fed

Στρατηγικοί αναλυτές επιτοκίων της Bank of America υποστήριξαν ότι οι αγορές δεν έχουν ακόμη αποτιμήσει επαρκώς τον κίνδυνο νέων αυξήσεων επιτοκίων από τη Fed. Για τον λόγο αυτό, συστήνουν στους επενδυτές να πουλήσουν διετή αμερικανικά ομόλογα και να τοποθετηθούν υπέρ της περαιτέρω ανόδου των βραχυπρόθεσμων αποδόσεων.

Ανάλογη αναθεώρηση πραγματοποίησε και η Goldman Sachs, σύμφωνα με το Bloomberg. Η ομάδα οικονομολόγων υπό τον Γιαν Χάτζιους μετέθεσε την πρόβλεψη για την επόμενη μείωση επιτοκίων από τον Σεπτέμβριο του 2026 στον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ ταυτόχρονα μείωσε και την πιθανότητα ύφεσης της αμερικανικής οικονομίας μέσα στους επόμενους 12 μήνες.

Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι στη Wall Street την ίδια εκτίμηση. Οικονομολόγοι της Citigroup εξακολουθούν να προβλέπουν ότι η Fed θα προχωρήσει σε μείωση επιτοκίων πριν από το τέλος του έτους, υποστηρίζοντας ότι οι αγορές υποτιμούν την πιθανότητα χαλάρωσης της πολιτικής λόγω της ασθενέστερης αύξησης μισθών και προσλήψεων τους τελευταίους μήνες.

Ο επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής μακροοικονομίας της Morgan Stanley, Ματ Χόρνμπαχ, δήλωσε στο Bloomberg Surveillance ότι οι συνεχείς διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία του πληθωρισμού έως το τέλος του έτους.

Η άλλη ανάγνωση για την οικονομία των ΗΠΑ και τα επιτόκια

Υπάρχει κι άλλη ανάγνωση σύμφωνα με αναλυτές. Η αμερικανική οικονομία εμφανίζεται πλέον λιγότερο ευαίσθητη στις μεταβολές των επιτοκίων σε σχέση με το παρελθόν. Η σταδιακή μετάβαση από τη βιομηχανική παραγωγή στις υπηρεσίες έχει αποδυναμώσει έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα, τα υψηλά εισοδήματα και οι τεχνολογικοί κολοσσοί που τροφοδοτούν την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης επηρεάζονται ελάχιστα από το κόστος δανεισμού.

Όπως σημειώνει η Αν Γουόλς της Guggenheim, τα σημερινά οικονομικά μοντέλα έχουν σχεδιαστεί για διαφορετικές εποχές και δεν αποτυπώνουν επαρκώς τη σύγχρονη πραγματικότητα. Επιπλέον, η Fed ελέγχει κυρίως τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, ενώ τα μακροπρόθεσμα κόστη δανεισμού καθορίζονται από προσδοκίες για πληθωρισμό και ανάπτυξη, διατηρώντας υψηλά επίπεδα παρά τις μειώσεις επιτοκίων.

Την ίδια στιγμή, η οικονομία επηρεάζεται περισσότερο από εξωγενείς «σοκ προσφοράς» — όπως ο πόλεμος στο Ιράν, η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης και η πολιτική αβεβαιότητα — παρά από παραδοσιακές μεταβολές στη ζήτηση.

Σε αυτό το περιβάλλον, η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής περιορίζεται, με τη Fed να έχει μικρότερο έλεγχο στις πραγματικές συνθήκες χρηματοδότησης. Η επιλογή Γουόρς, που δίνει έμφαση στη διαχείριση της ρευστότητας και του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας, αντανακλά αυτή τη μετατόπιση.