Το κύμα απορρύθμισης που έχει σαρώσει τον αμερικανικό τραπεζικό κλάδο επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ αρχίζει να γίνεται αισθητό και στην Ευρώπη, όπου οι μεγάλες τράπεζες εντείνουν τις πιέσεις προς τις Βρυξέλλες για χαλάρωση των περιορισμών που θεωρούν ότι τις φέρνουν σε μειονεκτική θέση απέναντι στους ανταγωνιστές τους στη Wall Street.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες εμφανίζονται πλέον αισιόδοξοι ότι ορισμένοι από τους αυστηρούς κανονιστικούς περιορισμούς των τελευταίων ετών μπορούν να αναθεωρηθούν, μετά και τις πρόσφατες κινήσεις της Κομισιόν.
Ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί στις ευρωπαϊκές τράπεζες είναι η στάση του διευθύνοντος συμβούλου της Société Générale και προέδρου της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας, Σλάβομιρ Κρούπα. Στο γραφείο του έχει έναν μαγνήτη με το σύνθημα «Stop Basel Endgame!», παραπέμποντας στην έντονη εκστρατεία των αμερικανικών τραπεζών κατά των αυστηρότερων κεφαλαιακών κανόνων της Βασιλείας III.
Οι πιέσεις του τραπεζικού κλάδου στις ΗΠΑ φαίνεται ότι απέδωσαν, καθώς εγκαταλείφθηκε σχέδιο που προέβλεπε αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων κατά 16%. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Bloomberg, η εφαρμογή του θα μπορούσε να επιφέρει επιβάρυνση περίπου 160 δισ. δολαρίων στις αμερικανικές τράπεζες.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει μια σαφώς πιο χαλαρή προσέγγιση στην εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, προχωρώντας σε επανεξέταση σειράς ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν μετά την κρίση του 2008, με στόχο –όπως υποστηρίζει– τον περιορισμό των υπερβολικών κανονιστικών βαρών.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες ζητούν ίσους όρους ανταγωνισμού
Στην Ευρώπη οι αλλαγές κινούνται με πολύ πιο αργό ρυθμό. Ωστόσο, η πρόσφατη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι θα εξετάσει ορισμένα από τα βασικά παράπονα των τραπεζών έχει δημιουργήσει προσδοκίες ότι η στάση των Βρυξελλών αρχίζει να μεταβάλλεται.
Ο Κρούπα χαρακτήρισε τις προτάσεις «ένα αποφασιστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για πρώτη φορά εδώ και χρόνια». Σύμφωνα με το Bloomberg, οι αλλαγές που βρίσκονται υπό συζήτηση θα μπορούσαν να απελευθερώσουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε κεφάλαια και ρευστότητα, τα οποία σήμερα παραμένουν δεσμευμένα εξαιτίας εθνικών περιορισμών και απαιτήσεων.
Πίσω από τη στροφή βρίσκεται κυρίως η ανησυχία για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών. Πολιτικοί και τραπεζικά στελέχη ζητούν τη διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα τώρα που οι αμερικανικές τράπεζες επωφελούνται και από την πολιτική απορρύθμισης της κυβέρνησης Τραμπ.
Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας είχε έρθει στο προσκήνιο στην Ευρώπη και μέσα από τις εκθέσεις του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι και του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα, οι οποίες ανέδειξαν τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας στη χρηματοδότηση επενδύσεων και την ανάπτυξη.
Οι τράπεζες αξιοποίησαν αυτή τη συζήτηση για να υποστηρίξουν ότι χρειάζονται πιο ευέλικτους κανόνες ώστε να μπορούν να διοχετεύσουν περισσότερα κεφάλαια στην οικονομία.
Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα των πιέσεων μέχρι στιγμής ήταν η απόφαση της ΕΕ να αναβάλει την εφαρμογή μέρους των νέων διεθνών κανόνων για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών των τραπεζών, γνωστών ως Fundamental Review of the Trading Book (FRTB), έως ότου αποσαφηνιστεί τι θα πράξουν οι ΗΠΑ.
Οι συγκεκριμένοι κανόνες αυξάνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για δραστηριότητες συναλλαγών, έναν τομέα στον οποίο οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες ανταγωνίζονται άμεσα τη Wall Street. Η πρόωρη εφαρμογή τους στην Ευρώπη, χωρίς αντίστοιχη κίνηση στις ΗΠΑ, θα μπορούσε επομένως να επιβαρύνει τους ευρωπαϊκούς ομίλους.
«Νομίζω ότι χάσαμε δύο χρόνια», δήλωσε στο Bloomberg ο Κρούπα, αναφερόμενος στις προσπάθειες των ευρωπαϊκών τραπεζών να εξασφαλίσουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Η μάχη για τη Βασιλεία III και το «output floor»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει πλέον το λεγόμενο output floor, ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της τελικής συμφωνίας της Βασιλείας III. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κατώτατο όριο που περιορίζει το πόσο μπορούν οι τράπεζες να μειώνουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις χρησιμοποιώντας δικά τους εσωτερικά μοντέλα υπολογισμού του κινδύνου.
Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν νωρίτερα φέτος ότι δεν θα εφαρμόσουν τον συγκεκριμένο κανόνα. Η άμεση επίδραση στις αμερικανικές τράπεζες είναι περιορισμένη, καθώς αυτές ήδη δεν μπορούν να χρησιμοποιούν εσωτερικά μοντέλα για τον υπολογισμό του κινδύνου στα δανειακά τους χαρτοφυλάκια.
Η απόφαση όμως έδωσε ένα ισχυρό επιχείρημα στις ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες επηρεάζονται πολύ περισσότερο από το μέτρο. Υπό το επιχείρημα των «ίσων όρων ανταγωνισμού», ζήτησαν επανεξέταση του κανόνα και η Κομισιόν άνοιξε πλέον την πόρτα προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Κρίστιαν Ζέβινγκ, δήλωσε πρόσφατα ότι αισθάνεται «ενθαρρυμένος» από την αυξανόμενη έμφαση που δίνεται στην «απλοποίηση και την ανάπτυξη». Ο Βιμ Μέις, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας σε επιχειρησιακό επίπεδο, χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία «σημείο καμπής», σύμφωνα με το Bloomberg.
Το «φρένο» της ΕΚΤ
Η πορεία προς μια ουσιαστικότερη χαλάρωση των κανόνων δεν είναι, ωστόσο, δεδομένη. Σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις θέσεις της ΕΚΤ και μίλησαν στο Bloomberg υπό καθεστώς ανωνυμίας, αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας θεωρούν ότι το κατώτατο όριο των κεφαλαιακών απαιτήσεων πρέπει να διατηρηθεί όπως έχει συμφωνηθεί.
Η επίτροπος Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της ΕΕ, Μαρία Λουίς Αλμπουκέρκε, αναγνώρισε ότι θα χρειαστεί διάλογος με τις εποπτικές αρχές προκειμένου να βρεθεί η σωστή ισορροπία.
Η ανάγκη συνεννόησης μεταξύ της Κομισιόν, της ΕΚΤ και των 27 κρατών-μελών, που συχνά έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους οι ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές δεν αντέδρασαν με ισχυρή άνοδο στις τελευταίες ανακοινώσεις των Βρυξελλών.
Οι φόβοι για μια νέα εποχή απορρύθμισης
Την ίδια ώρα, η κατεύθυνση που έχει πάρει η Ουάσιγκτον προκαλεί ανησυχία σε Ευρωπαίους κεντρικούς τραπεζίτες και εποπτικές αρχές.
Ανώτεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δήλωσαν στο Bloomberg ότι η διαφορετική προσέγγιση ΗΠΑ και Ευρώπης έχει πλέον μεταφερθεί και σε διεθνή φόρα, όπως η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία.
Έμπειρος Ευρωπαίος αξιωματούχος ανέφερε ότι σε σχεδόν δύο δεκαετίες συμμετοχής στις διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν έχει δει μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης ως προς την αξιολόγηση των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Οι ευρωπαϊκές ανησυχίες δεν περιορίζονται στις τράπεζες. Αφορούν επίσης την τεχνητή νοημοσύνη, την ιδιωτική πίστωση και τη γενικότερη υποχώρηση της εποπτικής έντασης στις ΗΠΑ.
Ο Πολ Τάκερ, πρώην υποδιοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας και σήμερα ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, σημείωσε ότι η ΕΚΤ, η Τράπεζα της Αγγλίας και άλλες αρχές θα πρέπει να αξιολογήσουν εάν η αμερικανική εποπτεία κινδυνεύει να καταστεί ανεπαρκής.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στους αμερικανικούς κανόνες ρευστότητας, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτρέψουν στις τράπεζες να μεταφέρουν κεφάλαια από περιουσιακά στοιχεία χαμηλής απόδοσης, όπως τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, προς πιο επικίνδυνες τοποθετήσεις.
Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται ένα νέο ρήγμα μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες ζητούν χαλάρωση των κανόνων για να μη χάσουν περαιτέρω έδαφος έναντι των αμερικανικών ανταγωνιστών τους, ενώ οι εποπτικές αρχές φοβούνται ότι μια υπερβολική υποχώρηση μπορεί να επαναφέρει κινδύνους που το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα προσπάθησε επί σχεδόν δύο δεκαετίες να περιορίσει.
Και, όπως επισημαίνει το Bloomberg, η σύγκρουση αυτή μπορεί να καταστήσει πολύ δυσκολότερη όχι μόνο την αναθεώρηση των σημερινών τραπεζικών κανόνων, αλλά και τη διεθνή συμφωνία για τους νέους κινδύνους που ήδη εμφανίζονται.
