Οι ευρωπαϊκές τράπεζες εμφανίζονται ανθεκτικές, όμως το γεωπολιτικό περιβάλλον μεταβάλλει τους κινδύνους που καλούνται να διαχειριστούν.
Τα γεωπολιτικά stress test της ΕΚΤ για τις τράπεζες, σε συνδυασμό με το κεντρικό στοίχημα για τη μεταρρύθμιση της τραπεζικής ένωσης ώστε να αναδειχθούν ευρωπαϊκοί πρωταθλητές και η πορεία των «κόκκινων δανείων», αναδεικνύονται σε κρίσιμους δείκτες για τις μελλοντικές επιδόσεις των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τους αναλυτές στης Scope Ratings.
Τράπεζες: Η γεωπολιτική γίνεται το νέο stress test ανθεκτικότητας
Τα γεωπολιτικά stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) διαφέρουν σημαντικά από τις προηγούμενες ασκήσεις αξιολόγησης των ευρωπαϊκών τραπεζών. Στις παλαιότερες διαδικασίες, οι αναλυτές μπορούσαν να συγκρίνουν άμεσα τις επιπτώσεις στα κεφάλαια κάθε τράπεζας. Αυτή τη φορά, όμως, τα αποτελέσματα δεν προσφέρονται εύκολα για συγκρίσεις μεταξύ των ιδρυμάτων.
Οι τράπεζες κλήθηκαν να σχεδιάσουν οι ίδιες σενάρια που θα οδηγούσαν σε συγκεκριμένη μείωση κατά 300 μονάδες βάσης του δείκτη CET1 και να εξηγήσουν πώς θα μπορούσε να προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Το τελικό υλικό αποτελείται κυρίως από αφηγηματικές αναλύσεις και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει μια συνεπή αξιολόγηση των επιπτώσεων ανά τράπεζα.
Ωστόσο, αυτό δεν περιορίζει τη χρησιμότητα της άσκησης. Αντίθετα, η διαδικασία φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία από τα ίδια τα αποτελέσματα. Υποχρέωσε τις τράπεζες να εξετάσουν σε βάθος τις δικές τους ευπάθειες απέναντι στους γεωπολιτικούς κινδύνους, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη διαχείριση κινδύνων. Πρόκειται, άλλωστε, για μια από τις λιγότερο προβεβλημένες αλλά ουσιαστικές λειτουργίες των τακτικών εποπτικών stress test.
Τράπεζες: Από τον πόλεμο και την ενέργεια έως τις κυβερνοεπιθέσεις
Η ανακοίνωση της ΕΚΤ προσφέρει μια σαφή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο ένας γεωπολιτικός κλυδωνισμός μπορεί να μετατραπεί σε τραπεζικό κίνδυνο. Μεταξύ των σεναρίων που εξέτασαν οι τράπεζες περιλαμβάνονται στρατιωτικές συγκρούσεις, εμπορικές αναταράξεις, διαταραχές στην ενέργεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οικονομικές κυρώσεις, μακροοικονομικά σοκ και κυβερνοεπιθέσεις.
Οι τράπεζες ήταν, σε γενικές γραμμές, σε θέση να δημιουργήσουν οικονομικά ουσιαστικά σενάρια, εξηγούν οι αναλυτές της Scope. Ωστόσο, η ΕΚΤ εντόπισε και περιθώρια βελτίωσης.
Όπως και στις προηγούμενες ασκήσεις, οι βασικές επιπτώσεις στα κεφάλαια προέρχονται κυρίως από την αύξηση του πιστωτικού κινδύνου και την υποχώρηση της κερδοφορίας, με το μεγαλύτερο μέρος των πιέσεων να μεταδίδεται μέσω της πραγματικής οικονομίας.
Η άσκηση δεν αναμένεται να οδηγήσει σε αλλαγές στις απαιτήσεις του Πυλώνα 2, θα ενσωματωθεί όμως στις ποιοτικές αξιολογήσεις της εποπτικής διαδικασίας SREP.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο οι τράπεζες σκοπεύουν να αντιδράσουν σε μια κρίση. Στο πλαίσιο της άσκησης κλήθηκαν να περιγράψουν τα μέτρα που θα μπορούσαν να λάβουν για να περιορίσουν τις απώλειες.
Μεταξύ αυτών ήταν η άντληση νέων κεφαλαίων, η μείωση των διανομών προς τους μετόχους, η περικοπή του κόστους και η πώληση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Η ΕΚΤ, ωστόσο, εξέφρασε επιφυλάξεις για τον ρεαλισμό ορισμένων από αυτές τις παραδοχές σε συνθήκες συστημικής κρίσης. Τα μέτρα προστασίας των κεφαλαίων μπορεί να πλήξουν κυρίως τους μετόχους, ενώ βαθύτερες αναδιαρθρώσεις και πωλήσεις δραστηριοτήτων ενδέχεται να έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην πιστοληπτική εικόνα, περιορίζοντας τη διαφοροποίηση των επιχειρηματικών μοντέλων.

Οι επικεφαλής της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ © .consilium.europa.eu
Τράπεζες: Η ρευστότητα είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα
Παρά την καθησυχαστική εικόνα, ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης που αναδείχθηκε από την άσκηση —ένας γεωπολιτικός κλυδωνισμός που πλήττει την πραγματική οικονομία, μειώνει την κερδοφορία και τελικά αποδυναμώνει τη φερεγγυότητα— ενδέχεται να μην αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή μελλοντικού κινδύνου.
Οι τράπεζες εμφανίζονται ικανές να απορροφήσουν ένα ευρύ φάσμα σοκ, χάρη στην ισχυρή αφετηρία τους σε επίπεδο κεφαλαίων και κερδοφορίας. Περισσότερο κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί στη χρηματοδότηση και τη ρευστότητα σε μια πραγματική κρίση.
Η ΕΚΤ επισήμανε ότι αρκετές τράπεζες εμφάνισαν περιορισμένη αντίδραση σε επίπεδο ρευστότητας, παρά το γεγονός ότι τα μοντέλα τους προέβλεπαν σημαντικό πλήγμα στα κεφάλαια.
Το ζήτημα αναμένεται να εξεταστεί περαιτέρω από τις εποπτικές αρχές και θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό πεδίο εξέλιξης των μελλοντικών stress test.
Παράλληλα, η άσκηση ανέδειξε τη σημασία των κεφαλαιακών αποθεμάτων. Σε αντίθεση με υποθέσεις όπως η δυνατότητα πώλησης χαρτοφυλακίων δανείων ή άντλησης κεφαλαίων σε δυσμενείς αγορές, τα κεφαλαιακά «μαξιλάρια» δεν εξαρτώνται από αισιόδοξες παραδοχές και μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα σε περιόδους έντονης πίεσης.
Η τραπεζική ένωση στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης
Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα δεν αναμένεται να έχει άμεση επίδραση στις αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών, καθώς δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όμως, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές και να κινηθούν προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η μεγαλύτερη ενοποίηση της αγοράς θα μπορούσε να ενισχύσει την πιστοληπτική εικόνα του κλάδου. Περισσότερη ευελιξία στη μεταφορά κεφαλαίων εντός διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων, σε συνδυασμό με πρόοδο στην εναρμόνιση της εγγύησης καταθέσεων και των ρυθμίσεων ρευστότητας σε περίπτωση εξυγίανσης, θα αντιμετώπιζε ορισμένες από τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς.
Η ανολοκλήρωτη τραπεζική ένωση εξακολουθεί να περιορίζει την ελεύθερη μετακίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ χωρών. Παράλληλα, οι εθνικοί περιορισμοί και οι πολιτικές αντιστάσεις αποδυναμώνουν τα κίνητρα για διασυνοριακές συγχωνεύσεις.
Η πρόοδος σε αυτούς τους τομείς θα μπορούσε να δημιουργήσει ισχυρότερους πανευρωπαϊκούς τραπεζικούς ομίλους, με μεγαλύτερη κλίμακα και γεωγραφική διαφοροποίηση, άρα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στον οικονομικό κύκλο.
Ο αντίλογος αφορά τον κίνδυνο η προσπάθεια απλοποίησης της νομοθεσίας να εξελιχθεί σε απορρύθμιση. Μια στοχευμένη απλοποίηση είναι θετική όταν εξαλείφει περιττές απαιτήσεις ή κανόνες που έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικοί. Ωστόσο, η κεφαλαιακή ρύθμιση των τραπεζών είναι εκ φύσεως σύνθετη και υπάρχουν όρια στο πόσο μπορεί να απλοποιηθεί χωρίς να υπονομευθούν οι στόχοι της προληπτικής εποπτείας.
Η αξιολόγηση των προτάσεων για το τραπεζικό πακέτο του 2027 θα βασιστεί, επομένως, σε τρία βασικά κριτήρια: στη διατήρηση της ποιότητας και της ποσότητας των κεφαλαίων, στην ουσιαστική πρόοδο για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ χωρών και στο κατά πόσο η νέα «ρυθμιστική κουλτούρα» θα μεταφραστεί σε αποτελεσματικότερη εποπτεία ή σε μεγαλύτερη ανοχή.

Οι CEO της UniCredit Αντρέα Όρσελ και της Commerzbank Μπετίνα Ορλόπ © EPA/RONALD WITTEK/ UniCredit / Powergame.gr
Τράπεζες: Η μάχη των εξαγορών στην Ευρώπη
Η στάση της Γερμανίας απέναντι στην προσπάθεια εξαγοράς της Commerzbank από την UniCredit αποτυπώνει τις αλλαγές που συντελούνται στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει δηλώσει ότι δεν είναι κατ’ αρχήν αντίθετος σε μια συμφωνία, διατηρώντας επιφυλάξεις κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η ιταλική τράπεζα. Ενδεχόμενη ολοκλήρωση της συναλλαγής θα αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες τραπεζικές συμφωνίες στην Ευρώπη εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, ενισχύοντας την παρουσία της UniCredit σε Γερμανία και Πολωνία και ενδυναμώνοντας τη συζήτηση για τη δημιουργία μεγαλύτερων ευρωπαϊκών ομίλων ικανών να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς κολοσσούς.
Την ίδια ώρα, η Ιταλία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας μάχης για εξαγορές. Η Intesa Sanpaolo κατέθεσε πρόταση 30,6 δισ. ευρώ για τη Monte dei Paschi di Siena, ανταγωνιζόμενη την Banco BPM και ανοίγοντας τον δρόμο για νέα συγκέντρωση στον κλάδο. Η συμφωνία προβλέπει ανταλλαγή μετοχών και μετρητά, ενώ η Intesa σχεδιάζει να μεταβιβάσει στην Unipol το εμπορικό σήμα της MPS και περίπου τα μισά καταστήματά της. Παράλληλα, θα διατηρήσει τη Mediobanca και το 13% της Generali.
Το διοικητικό συμβούλιο της MPS απέρριψε την προσφορά, θεωρώντας το premium 12,5% ανεπαρκές σε σχέση με τον μέσο όρο αντίστοιχων συμφωνιών. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η πρόταση έχει ήδη προκαλέσει θετικές αντιδράσεις μεταξύ σημαντικών μετόχων και επενδυτών.
NPLs: Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αυξάνουν την πίεση
Η ποιότητα ενεργητικού των ευρωπαϊκών τραπεζών παρέμεινε σταθερή και γενικά ευνοϊκή , σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Ωστόσο, οι προοπτικές εμφανίζονται περισσότερο αρνητικές, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις ενισχύουν τους μακροοικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους, προσθέτουν οι αναλυτές της Scope.
H επίδραση στα «κόκκινα δάνεια» προκαλεί προβληατισμό. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στην ΕΕ διαμορφώθηκε στο 1,8%. Στην Ισπανία και το Βέλγιο καταγράφηκε μέτρια αύξηση, εξέλιξη που ενδέχεται να σηματοδοτεί αναστροφή της προηγούμενης τάσης βελτίωσης. Στο Βέλγιο παρατηρήθηκε επίσης επιδείνωση στα εταιρικά δάνεια, ενώ αυξήθηκαν τα NPLs των νοικοκυριών και στις δύο χώρες, αν και οι δείκτες παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της περιόδου 2020-2025.
Σε επίπεδο κλάδων, η επιδείνωση ήταν περιορισμένη στους τέσσερις μεγαλύτερους τομείς, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ της συνολικής εταιρικής χρηματοδότησης. Στους κλάδους χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών και στη μεταποίηση, οι δείκτες NPL αυξήθηκαν κατά περίπου 20 μονάδες βάσης, στο 2,2% και 3,9% αντίστοιχα.
Η βασική εκτίμηση για το 2026 είναι ότι η ποιότητα ενεργητικού θα επιδεινωθεί. Η άνοδος των γεωπολιτικών κινδύνων, ιδιαίτερα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αυξάνει την αβεβαιότητα και μπορεί να επηρεάσει τις τράπεζες μέσω υψηλότερων τιμών ενέργειας, νέων πληθωριστικών πιέσεων, ασθενέστερης οικονομικής δραστηριότητας και μεγαλύτερης μεταβλητότητας στις αγορές.
Η γεωπολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα
Οι άμεσες εκθέσεις των τραπεζών σε εμπόλεμες ζώνες είναι περιορισμένες, όμως οι έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις ενδέχεται να είναι σημαντικότερες, λόγω της μεγάλης έκθεσης των ευρωπαϊκών τραπεζών σε ενεργοβόρους κλάδους. Ακόμη και σε περίπτωση διατήρησης μιας εύθραυστης εκεχειρίας, ο κλάδος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει διαφορετικού βαθμού επιδείνωση της ποιότητας των δανείων και χαμηλότερη ζήτηση για πιστώσεις.
Το κόστος κινδύνου των τραπεζών διαμορφώθηκε στις 56 μονάδες βάσης το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι μέσου όρου 48 μονάδων βάσης την περίοδο 2021-2025. Η αύξηση αντανακλά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση των γεωπολιτικών εντάσεων και την ανάγκη για υψηλότερες προβλέψεις.
Συνολικά, η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ανθεκτικότητα δεν θα κρίνεται μόνο από το ύψος των κεφαλαίων, αλλά και από την ικανότητα διαχείρισης σύνθετων γεωπολιτικών σοκ, κινδύνων ρευστότητας και επιδείνωσης του πιστωτικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, η πορεία προς μια πιο ολοκληρωμένη τραπεζική ένωση θα μπορούσε να ενισχύσει τον κλάδο, υπό την προϋπόθεση ότι η απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου δεν θα οδηγήσει σε αποδυνάμωση των κεφαλαιακών δικλίδων ασφαλείας.
