Δύο χρηματιστηριακές αγορές, δύο ήπειροι, ένα μοτίβο. Ενώ ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν εκτίναξε το ενεργειακό κόστος και η αναταραχή στην παγκόσμια αγορά ομολόγων ανέβασε το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, τα αποτελέσματα των μεγαλύτερων εισηγμένων ομίλων σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη κινούνται στον αντίποδα της γεωπολιτικής έντασης. Οι αριθμοί που δημοσιεύουν οι εταιρείες δεν δείχνουν συρρίκνωση, δείχνουν την ισχυρότερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας.
Στη Νέα Υόρκη, οι εταιρείες του δείκτη S&P 500 βρίσκονται σε τροχιά καταγραφής ετήσιας αύξησης κερδών 47,4% για το δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας χρηματοοικονομικών δεδομένων FactSet. Ο υπολογισμός βασίζεται στις αναφορές από περισσότερους από 300 ομίλους και στις εκτιμήσεις των αναλυτών για όσους δεν έχουν ακόμη ανακοινώσει αποτελέσματα. Πρόκειται, πάντα σύμφωνα με τη FactSet, για το ισχυρότερο τρίμηνο ως προς την αύξηση των κερδών εδώ και πέντε χρόνια.
Το εύρος της επίδοσης είναι εξίσου σημαντικό με το μέγεθός της. Σχεδόν εννέα στις 10 εταιρείες του δείκτη έχουν ξεπεράσει τις μέσες προβλέψεις των αναλυτών για τα κέρδη τους, ενώ οκτώ από τους 11 κλάδους του S&P 500 αναφέρουν διψήφια αύξηση κερδών. Όπως δήλωσε στους Financial Times ο Hugh Gimber, στρατηγικός αναλυτής παγκόσμιων αγορών στην JPMorgan Asset Management, αν και η τεχνολογία ανήκει και πάλι στους πρωταγωνιστικούς κλάδους, εμφανίζονται υγιή αποτελέσματα από ένα ευρύτερο φάσμα τομέων σε σύγκριση τα προηγούμενα τρίμηνα.
Και όμως, το τρίμηνο Απριλίου με Ιούνιο δεν ήταν εύκολο. Οι τιμές της βενζίνης κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο πάνω από τα 4 δολάρια το γαλόνι, τα επιτόκια δανεισμού εκτινάχθηκαν λόγω των ρευστοποιήσεων στα ομόλογα, ενώ το κλίμα των καταναλωτών υποχώρησε σε χαμηλά ρεκόρ. Ο Daniel Morris, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής αγοράς στην BNP Paribas Asset Management, αποδίδει την εικόνα στις συμπαγείς καταναλωτικές δαπάνες και στις οικονομικές επιδράσεις των μεγάλων επενδύσεων στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Τετραπλασιασμός για τη Google, cloud για την Amazon
Οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων απέφεραν απρόσμενα κέρδη για τον ενεργειακό τομέα, ενώ οι όμιλοι των υπηρεσιών επικοινωνίας και της τεχνολογίας πληροφοριών σημείωσαν επίσης μεγάλες αυξήσεις. Τα καθαρά έσοδα της Google τετραπλασιάστηκαν στα 112 δισ. δολάρια, με τη βοήθεια κερδών από τις επενδύσεις της, μεταξύ των οποίων και το μερίδιο που κατέχει στη SpaceX, η οποία πραγματοποίησε τον περασμένο μήνα τη μεγαλύτερη αρχική δημόσια προσφορά μετοχών στην ιστορία. Ο υπερτριπλασιασμός των κερδών της Amazon οδηγήθηκε από τις πωλήσεις στον τομέα του cloud computing.
Για τον Richard Saldanha, διαχειριστή χαρτοφυλακίου μετοχών στην Aviva Investors, τη διαχειρίστρια κεφαλαίων του βρετανικού ασφαλιστικού ομίλου, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το μέγεθος των μεμονωμένων επιδόσεων αλλά η κατανομή τους. «Το βασικό σημείο για μένα είναι να βλέπω αυτή την ευρύτητα», δήλωσε. «Η τεχνολογία και η ενέργεια εξακολουθούν να είναι μεγάλοι οδηγοί, αλλά βλέπετε και άλλους τομείς να συμμετέχουν. Αυτό είναι πραγματικά σημαντικό». Και συμπλήρωσε ότι η διεύρυνση αυτή είναι κομβική για την πορεία των αγορών μετοχών από εδώ και πέρα, καθώς δεν μπορεί να σηκώνει μόνη της το βάρος η τεχνολογία.
Το ρήγμα ανάμεσα στα funds και τα νοικοκυριά
Η αντίφαση της περιόδου βρίσκεται ακριβώς εδώ. Τα στιβαρά κέρδη έρχονται σε μια στιγμή που πολλοί Αμερικανοί παλεύουν με το κόστος διαβίωσης, γεγονός που απειλεί να προκαλέσει δημόσιες αντιδράσεις, ιδιαίτερα λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας που πυροδότησε ο πόλεμος με το Ιράν.
Η ίδια η άνοδος των χρηματιστηρίων λειτουργεί ως στήριγμα της κατανάλωσης, αλλά μόνο για ένα κομμάτι του πληθυσμού. «Λόγω της διευρυνόμενης ανισότητας μεταξύ εκείνων που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία και εκείνων που δεν κατέχουν στην οικονομία των ΗΠΑ, το φαινόμενο του πλούτου έχει γίνει λίγο ισχυρότερο», εξηγεί ο Joe Brusuelas, επικεφαλής οικονομολόγος στην RSM, εταιρεία λογιστικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Τα νοικοκυριά που κατέχουν χαρτοφυλάκια μετοχών διατήρησαν τις δαπάνες τους. Στην άλλη άκρη της κλίμακας, στελέχη του λιανεμπορίου και των καταναλωτικών αγαθών περιγράφουν πιεσμένους προϋπολογισμούς. «Οι καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος τα βγάζουν πέρα πραγματικά από μισθό σε μισθό», παραδέχθηκε ο Andre Schulten, οικονομικός διευθυντής της Procter & Gamble.
Παρίσι: 74,2 δισ. ευρώ σε ένα εξάμηνο
Η εικόνα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι παρόμοια. Τα αθροιστικά κέρδη των 38 επιχειρήσεων του γαλλικού δείκτη CAC 40 που έχουν ήδη δημοσιεύσει αποτελέσματα έφτασαν τα 74.188 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, αυξημένα κατά 44% σε ένα έτος, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της γαλλικής εφημερίδας «Les Echos». Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε λιγότερο θεαματικά αλλά σταθερά, κατά σχεδόν 6%, ξεπερνώντας τα 862 δισ. ευρώ.
Πίσω από το ποσοστό του 44% κρύβονται δύο έκτακτα γεγονότα. Το πρώτο είναι η ενέργεια. Τα κέρδη της TotalEnergies αυξήθηκαν κατά 72% σε ένα έτος, στα 9.642 εκατ. ευρώ, καθιστώντας τον όμιλο τον πιο κερδοφόρο του δείκτη. Η μέση τιμή του αργού πετρελαίου ανήλθε κοντά στα 90 δολάρια στο πρώτο εξάμηνο, έναντι 70 δολαρίων ένα χρόνο νωρίτερα. «Η εξερεύνηση και παραγωγή εκμεταλλεύεται την άνοδο του πετρελαίου, ενώ η διύλιση και χημεία επωφελείται από ευρωπαϊκά περιθώρια σχεδόν τρεις φορές υψηλότερα από αυτά του πρώτου εξαμήνου του 2025», υπογραμμίζει ο Antoine Fraysse-Soulier, υπεύθυνος ανάλυσης αγορών στην πλατφόρμα επενδύσεων eToro.
Το δεύτερο είναι η αποκλιμάκωση της πίεσης στην αυτοκινητοβιομηχανία. Στο πρώτο εξάμηνο του 2025 η Renault είχε εγγράψει απομείωση άνω των 11 δισ. ευρώ για τη λογιστική μεταχείριση της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της Nissan, ενώ η Stellantis είχε αναλάβει έκτακτες επιβαρύνσεις άνω των 2 δισ. ευρώ, συνδεδεμένες με το φρένο στην ηλεκτροκίνηση. Φέτος οι δύο όμιλοι επέστρεψαν στα κέρδη, με 705 και 656 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Διορθωμένη από αυτά τα δύο στοιχεία, η αύξηση των κερδών των εταιρειών του CAC 40 διαμορφώνεται στο 9%, ποσοστό που παραμένει ενδεικτικό της ανθεκτικότητάς τους. Το πιο εύγλωττο στοιχείο είναι άλλο. Ενώ πέρυσι πέντε όμιλοι του δείκτη ήταν ζημιογόνοι, η Orange, η STMicroelectronics και η Carrefour επιπλέον των δύο αξιών του αυτοκινήτου, φέτος και οι 40 είναι κερδοφόρες.
Τράπεζες, κέντρα δεδομένων και θετικές εξελίξεις
Οι χρηματοοικονομικές αξίες ξεχωρίζουν δημοσίευση με δημοσίευση. Η BNP Paribas ανεβαίνει στη δεύτερη θέση της κατάταξης των πιο κερδοφόρων ομίλων με 7.562 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 22%. Ακολουθούν η Crédit Agricole SA με 4.875 εκατ. ευρώ και άνοδο 7% και η Société Générale με 3.487 εκατ. ευρώ και άνοδο 14%. «Ο όμιλος επωφελήθηκε σημαντικά από τα έσοδα της επενδυτικής τραπεζικής, ενώ τα αποτελέσματα των Société Générale και Crédit Agricole ευνοήθηκαν περισσότερο από τη λιανική τραπεζική», εξηγεί ο Pierre-Marie Gérez, διαχειριστής εξειδικευμένος στον τραπεζικό τομέα στην Exane AM, τη διαχειρίστρια κεφαλαίων του ομίλου Exane. Οι αριθμοί, όπως σημειώνει, επιβεβαιώνουν ότι οι ευρωπαϊκοί χρηματοπιστωτικοί όμιλοι γύρισαν τη σελίδα των ετών των αρνητικών επιτοκίων και της αυστηροποίησης των προληπτικών απαιτήσεων. «Το περιβάλλον έχει γίνει πολύ πιο προσιτό», συνοψίζει.
Η τεχνητή νοημοσύνη στηρίζει τα αποτελέσματα ακόμη και σε έναν δείκτη με λίγες επιχειρήσεις αιχμής. Ο κύκλος εργασιών της Legrand αυξήθηκε κατά περισσότερο από 13%, με τα καθαρά κέρδη στα 698 εκατ. ευρώ και άνοδο 11%. «Μια αύξηση που εξηγείται ουσιαστικά από τη ζήτηση που προέρχεται από τα κέντρα δεδομένων. Παρατηρείται επίσης στη Schneider Electric, η οποία τραβά εξάλλου όφελος από τις προσπάθειες ελέγχου των κοστών της για να βελτιώσει το λειτουργικό της περιθώριο», αναφέρει ο Damien Dierickx, διαχειριστής εξειδικευμένος στις βιομηχανικές αξίες στην Exane AM. Η Schneider Electric εμφάνισε κέρδη 2.488 εκατ. ευρώ με άνοδο 30%. Οι κατασκευαστικοί όμιλοι υποστηρίχθηκαν επίσης από τη ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη, με τη Vinci στα 2.078 εκατ. ευρώ και άνοδο 10% και την Bouygues στα 287 εκατ. ευρώ με άλμα 66%, χάρη ιδιαίτερα στη θυγατρική της Equans.
Στις πιο αξιοσημείωτες ανακάμψεις ανήκει η Airbus, με κέρδη 2.243 εκατ. ευρώ και αύξηση 47%. «Μετά το Covid, η επιχείρηση ήρθε αντιμέτωπη με προβλήματα εφοδιαστικών αλυσίδων που περιόρισαν την παραγωγή της. Αλλά οι προσπάθειες που έγιναν από την Airbus απέδωσαν καρπούς στο δεύτερο τρίμηνο και οι όγκοι παράδοσης επιταχύνονται πλέον γρήγορα», υπενθυμίζει ο Dierickx. Η Orange, ζημιογόνος πέρυσι, κατέγραψε 3.206 εκατ. ευρώ κερδών. «Οι όμιλοι τηλεπικοινωνιών βγαίνουν από μια δεκαετία βαριών επενδύσεων και καταφέρνουν πλέον να αυξήσουν τις τιμές τους, κάτι που βελτιώνει την κερδοφορία. Και το ρυθμιστικό περιβάλλον έχει γίνει πιο ευνοϊκό, ιδιαίτερα ως προς τις ενοποιήσεις», σημειώνει ο Stanislas de Bailliencourt, υπεύθυνος κατανομής στην Sycomore AM, γαλλική εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων.
Η πολυτέλεια, η εξαίρεση του πίνακα
Ο κλάδος που αντιπροσωπεύει από μόνος του πάνω από το 15% του παρισινού δείκτη είναι και ο μοναδικός που συνεχίζει να προβληματίζει. Η ενίσχυση του ευρώ, η επιβράδυνση της κινεζικής ζήτησης και ο πόλεμος ζύγισαν στην απόδοση της πολυτέλειας. Από τους τέσσερις γαλλικούς ομίλους, μόνο η L’Oréal εμφανίζει αύξηση του καθαρού της αποτελέσματος, στα 3.547 εκατ. ευρώ με άνοδο 5%, καθώς η ζήτηση για τα δερματολογικά προϊόντα και τα προϊόντα περιποίησης μαλλιών παρέμεινε ισχυρή. Η LVMH έμεινε στα 5.697 εκατ. ευρώ με μηδενική μεταβολή, η Hermès στα 2.238 εκατ. ευρώ επίσης χωρίς μεταβολή, ενώ η Kering υποχώρησε στα 189 εκατ. ευρώ με πτώση 60%.
Δεν είναι η μόνη υποχώρηση στον πίνακα. Η Sanofi κατέγραψε 1.957 εκατ. ευρώ με πτώση 66%, η ArcelorMittal 1.078 εκατ. ευρώ με μείωση 52%, η Capgemini 498 εκατ. ευρώ με πτώση 31%, η Thales 485 εκατ. ευρώ με μείωση 27%, η Accor 114 εκατ. ευρώ με πτώση 51% και η Carrefour μόλις 30 εκατ. ευρώ, με μεταβολή 107%. Στον αντίποδα, η Unibail-Rodamco-Westfield ανέβηκε 45% στα 1.009 εκατ. ευρώ, η Dassault Systèmes 26% στα 612 εκατ. ευρώ, η Eurofins Scientific 22% στα 301 εκατ. ευρώ, η Safran 21% στα 1.924 εκατ. ευρώ, η Euronext 18% στα 411 εκατ. ευρώ, η Engie 14% στα 3.323 εκατ. ευρώ και η EssilorLuxottica 13% στα 1.566 εκατ. ευρώ, όπως και η Danone στα 1.175 εκατ. ευρώ.
Στις γαλλικές διοικήσεις κυριαρχεί μια επιφυλακτικότητα αλλά με θετικό πρόσημο. Η πλειονότητα των ομίλων δημοσίευσε αποτελέσματα ανώτερα των προσδοκιών και επιβεβαίωσε τους οικονομικούς στόχους που είχαν τεθεί στην αρχή του έτους, χωρίς να τους αναθεωρήσει προς τα πάνω. «Το περιβάλλον είναι πολύ σύνθετο και αβέβαιο. Αλλά οι επιχειρήσεις που επιβεβαιώνουν τους στόχους τους διαθέτουν γενικά περιθώρια ελιγμών για να τους επιτύχουν», υπογραμμίζει ο de Bailliencourt, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων θετικών εκπλήξεων στους επόμενους μήνες.
Το χρηματιστήριο πάντως δεν έχει ενσωματώσει πλήρως αυτή την εικόνα. Από τον Ιανουάριο, ο CAC 40 έχει κερδίσει λιγότερο από 5%, ενώ ο EuroStoxx των μεγάλων ευρωπαϊκών κεφαλαιοποιήσεων έχει κερδίσει περισσότερο από 10%. Ανάμεσα στα 74,2 δισ. ευρώ των γαλλικών κολοσσών, στα 112 δισ. δολάρια της Google και στους καταναλωτές που ζουν από μισθό σε μισθό, το χάσμα μεταξύ των ισολογισμών και της καθημερινότητας παραμένει το πιο κρίσιμο ανοιχτό ζήτημα της χρονιάς.
