Στάση αναμονής συνιστούν πλέον επαγγελματίες της αγοράς μετά τις δύο τελευταίες συνεδριάσεις στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς θεωρούν ότι αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη, αν και δεν αποτελεί απαραιτήτως αλλαγή της μακροπρόθεσμης τάσης, σηματοδοτεί μία σημαντική αναδιάταξη θέσεων έπειτα από τα μεγάλα κέρδη που έχουν προηγηθεί.
Οι ισχυρές ρευστοποιήσεις έφεραν τον τραπεζικό δείκτη να χάνει ενδοσυνεδριακά χθες Παρασκευή 2 Οκτωβρίου σχεδόν 6% και να κλείνει τελικά με απώλειες 2,77%. Πίσω από τις πωλήσεις, σύμφωνα με επαγγελματίες της αγοράς, υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι.
Τα active funds μπαίνουν στην τελική ευθεία της χρονιάς έχοντας ήδη καταγράψει εντυπωσιακές αποδόσεις από τις ελληνικές τράπεζες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κέρδη από την αρχή του έτους έχουν προσεγγίσει ακόμη και το 60%.
Επομένως, οι διαχειριστές έχουν κάθε λόγο να κατοχυρώσουν μέρος αυτών των αποδόσεων και να τις περάσουν στα βιβλία τους.
«Θα ήταν ανόητοι να μην το πράξουν», σχολίαζε χαρακτηριστικά Έλληνας διαχειριστής. Όπως εξηγούσε, ένας fund manager θα έπρεπε διαφορετικά να δικαιολογήσει στους επενδυτές του γιατί επέλεξε να διατηρήσει ακέραιη μια θέση που είχε ήδη αποφέρει τόσο μεγάλα κέρδη μέσα στη χρονιά.
Με άλλα λόγια, δεν πουλάνε κατ’ ανάγκη επειδή ξαφνικά έπαψαν να πιστεύουν στις ελληνικές τράπεζες. Πουλάνε επειδή έχουν κέρδη να κατοχυρώσουν.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που πολλαπλασιάζει την ένταση της διόρθωσης.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει αποκτήσει έντονα τραπεζοκεντρικά χαρακτηριστικά. Στις τελευταίες συνεδριάσεις, περισσότερο από 53% της συναλλακτικής δραστηριότητας πραγματοποιήθηκε στις τέσσερις συστημικές τράπεζες.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όταν οι ξένοι διαχειριστές μειώνουν τραπεζικές θέσεις, δεν πιέζεται μόνο ο κλαδικός δείκτης. Το βάρος περνά σχεδόν αμέσως στον Γενικό Δείκτη και επηρεάζει συνολικά την εικόνα του Χ.Α. Γι’ αυτό και η συμπεριφορά των τραπεζών τις επόμενες συνεδριάσεις αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη βραχυπρόθεσμη τεχνική εικόνα της αγοράς.
Ομόλογα και Γαλλία προσθέτουν νευρικότητα
Το εξωτερικό περιβάλλον, πάντως, δεν διευκολύνει τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα επαναφέρει τον δημοσιονομικό κίνδυνο στο επίκεντρο. Το γαλλικό CDS έχει αναρριχηθεί σε υψηλό 13 ετών, αποτυπώνοντας την αυξημένη νευρικότητα γύρω από τη δημοσιονομική εικόνα της Γαλλίας.
Την ίδια στιγμή, το κόστος δανεισμού στη Γερμανία έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την εποχή των μηδενικών και αρνητικών επιτοκίων.
Στο κάδρο μπαίνει η ενέργεια. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν απαιτητικό χειμώνα, χωρίς το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο του παρελθόντος και με το πετρέλαιο να κινείται γύρω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Στις οικονομικές αβεβαιότητες προστίθενται και οι πολιτικές ανακατατάξεις στη Γερμανία, με την ενίσχυση κομμάτων της άκρας δεξιάς σε περιφερειακές αναμετρήσεις να αυξάνει την πολιτική αβεβαιότητα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το ευρωπαϊκό story γίνεται λιγότερο εύκολο για τους διεθνείς διαχειριστές.
Το Χρηματιστήριο της Αθήνας δεν είναι πια απομονωμένο
Η μετάβαση του ελληνικού χρηματιστηρίου στην κατηγορία των ώριμων αγορών αλλάζει, σύμφωνα με χρηματιστές, και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζεται η καθημερινή του συμπεριφορά.
Η Αθήνα βρίσκεται περισσότερο από πριν στο ίδιο επενδυτικό ραντάρ με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Επομένως, όταν ένας διεθνής διαχειριστής μειώνει συνολικά την έκθεσή του στις ευρωπαϊκές τράπεζες ή στο ευρωπαϊκό ρίσκο, οι ελληνικοί τίτλοι δύσκολα μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι. Γι’ αυτό και η βραχυπρόθεσμη κατεύθυνση του Χ.Α. θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από το τι θα συμβεί στις ξένες αγορές.
Χαρακτηριστικό ήταν το ενδοσυνεδριακό γύρισμα της Παρασκευής. Η αντίδραση από το χαμηλό των περίπου 2.620 μονάδων συνέπεσε με τη βελτίωση του κλίματος στο εξωτερικό και κυρίως με το θετικό ξεκίνημα της Wall Street, όπου οι βασικοί δείκτες άνοιξαν με άνοδο κοντά στο 1%. Ο καταλύτης ήρθε από την αμερικανική αγορά εργασίας.
Η οικονομία των ΗΠΑ δημιούργησε τον Σεπτέμβριο λιγότερες θέσεις εργασίας από όσες ανέμεναν οι αναλυτές, ενώ το ποσοστό ανεργίας κινήθηκε ελαφρώς υψηλότερα. Η αγορά διάβασε τα στοιχεία ως έναν ακόμη λόγο για να μην πιεστεί η Federal Reserve να αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια στην επόμενη συνεδρίασή της. Και κάπου εκεί άλλαξε προσωρινά και η ψυχολογία στην Αθήνα.
Το κρίσιμο σημείο των επόμενων συνεδριάσεων δεν είναι απλώς εάν ο Γενικός Δείκτης θα κινηθεί μερικές δεκάδες μονάδες υψηλότερα ή χαμηλότερα.
Το ερώτημα είναι εάν οι πωλήσεις των funds στις τράπεζες αποτελούν φυσιολογικό profit taking μετά το μεγάλο ράλι ή εάν θα εξελιχθούν σε ευρύτερη μείωση της έκθεσή τους προς τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο και την Ευρώπη.
Μέχρι να δοθεί καθαρή απάντηση, οι επαγγελματίες της αγοράς προκρίνουν στάση αναμονής. Γιατί, μετά από αποδόσεις που σε ορισμένες τραπεζικές μετοχές έφτασαν κοντά στο 60%, το γεγονός ότι κάποιοι ξένοι βάζουν τα κέρδη στο ταμείο δεν αποτελεί έκπληξη.
