Οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν ανθεκτικές, κερδοφόρες και καλά κεφαλαιοποιημένες, όμως ημιτελής τραπεζική ένωση, γεωπολιτικές εντάσεις, ιδιωτική πίστη και κλιματικοί κίνδυνοι δημιουργούν προκλήσεις. Η μεταρρυθμιστική ατζέντα της ΕΕ μπορεί να ενισχύσει την ενοποίηση, αλλά απαιτεί προσοχή απέναντι στην απορρύθμιση, αναφέρει έκθεση της Scope Ratings.
Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα δεν αναμένεται να έχει άμεση επίδραση στις αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών, καθώς δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις. Ωστόσο, οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις της μπορεί να είναι σημαντικές και να κινηθούν προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η ατζέντα για την ενοποίηση των αγορών θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για την πιστοληπτική εικόνα του κλάδου. Μεγαλύτερη ευελιξία στην κατανομή κεφαλαίων εντός διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων, σε συνδυασμό με πρόοδο προς ένα πιο εναρμονισμένο σύστημα εγγύησης καταθέσεων και κοινές ρυθμίσεις ρευστότητας σε περίπτωση εξυγίανσης, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή αγορά, σύμφωνα με τη Scope Ratings.
Οι τράπεζες στην Ευρώπη και η ημιτελής ένωση
Η ημιτελής τραπεζική ένωση συνεχίζει να περιορίζει την ελεύθερη μετακίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ χωρών. Την ίδια στιγμή, οι εθνικοί περιορισμοί και η πολιτική αντίσταση στη διασυνοριακή ενοποίηση αποδυναμώνουν τα κίνητρα για συγχωνεύσεις και εξαγορές.
Ουσιαστική πρόοδος σε αυτά τα μέτωπα θα μπορούσε να βελτιώσει το λειτουργικό περιβάλλον των τραπεζών και να επιτρέψει την ανάδειξη πανευρωπαϊκών τραπεζικών πρωταθλητών, με μεγαλύτερη κλίμακα και γεωγραφική διαφοροποίηση. Ένα τέτοιο μοντέλο θα καθιστούσε τον κλάδο πιο ανθεκτικό στις οικονομικές διακυμάνσεις.
Η αντίθετη πλευρά, ωστόσο, αφορά τον κίνδυνο η συζήτηση για την απλοποίηση των κανόνων να εξελιχθεί σε ευρύτερη προσπάθεια απορρύθμισης. Η θέση της Scope, όπως αποτυπώνεται στην ευρωπαϊκή τραπεζική προοπτική για το 2026, είναι ότι η απλοποίηση είναι θετική όταν εξαλείφει προφανείς επικαλύψεις ή απαιτήσεις που έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές. Όμως η κεφαλαιακή ρύθμιση των τραπεζών είναι εκ φύσεως σύνθετη και υπάρχουν όρια στο πόσο μπορεί να απλοποιηθεί χωρίς να υπονομευθούν οι στόχοι της prudential εποπτείας.
Μια σωστά σχεδιασμένη απλοποίηση μπορεί να μειώσει την περιττή πολυπλοκότητα και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα. Τα οφέλη αυτά, όμως, πρέπει να σταθμίζονται έναντι των κινδύνων μιας ευρύτερης απορρύθμισης. Μια παγκόσμια «κούρσα προς τα κάτω» στους κανόνες του τραπεζικού τομέα παραμένει ένας ακραίος αλλά υπαρκτός κίνδυνος.

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια ευρωπαϊκών τραπεζών ©Scope
Το μεγάλο στοίχημα: Κεφάλαια, καταθέσεις και διασυνοριακή ενοποίηση
Οι προτάσεις για το τραπεζικό πακέτο του 2027 θα αξιολογηθούν με βάση τρία βασικά κριτήρια: κατά πόσο διατηρούν την ποιότητα και την ποσότητα των κεφαλαίων που απορροφούν ζημίες ενώ η τράπεζα παραμένει σε λειτουργία, αν επιτυγχάνουν ουσιαστική και εφαρμόσιμη πρόοδο στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ χωρών και, τέλος, αν η νέα «κουλτούρα» ρύθμισης επηρεάσει τις εποπτικές πρακτικές, οδηγώντας σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή σε υπερβολική ανοχή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναμόρφωση του ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων, γνωστού ως EDIS. Η Επιτροπή προτίθεται να αποσύρει την πρόταση του 2015, η οποία δεν κατάφερε να συγκεντρώσει επαρκή πολιτική συναίνεση, και να την αντικαταστήσει με ένα απλούστερο και αποτελεσματικότερο μοντέλο.
Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων έχουν ήδη μεταβάλει το προφίλ κινδύνου των τραπεζικών καταθέσεων και έχουν ενισχύσει την εναρμόνιση σε επίπεδο κινδύνου. Ο συνδυασμός υψηλών κεφαλαιακών αποθεμάτων μέσω της Βασιλείας ΙΙΙ, των αποθεμάτων για εξυγίανση και του προνομιακού καθεστώτος των καταθέσεων στην ΕΕ έχει ως αποτέλεσμα η πλειονότητα των καταθέσεων στην τραπεζική ένωση να θεωρείται εξαιρετικά χαμηλού κινδύνου.
Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στη διαχείριση τραπεζικών κρίσεων έχουν θετικές επιπτώσεις. Η γενική προτεραιότητα των καταθέσεων έναντι του ανώτερου μη εξασφαλισμένου χρέους μπορεί να καταστήσει σαφέστερη την ιεράρχηση των υποχρεώσεων των τραπεζών και να περιορίσει τις ανάγκες για ειδική υποβάθμιση του χρέους στο πλαίσιο των απαιτήσεων MREL.
Ωστόσο, χωρίς κοινό σύστημα εγγύησης καταθέσεων, οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις παραμένουν οικονομικά δύσκολες. Η διατήρηση ξεχωριστών θυγατρικών σε κάθε χώρα σημαίνει ότι τα κεφάλαια και η ρευστότητα δεν μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα εντός των ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων.
Αυτό περιορίζει την ενοποίηση του κλάδου και δυσκολεύει τη δημιουργία πανευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων που θα μπορούν να ανταγωνιστούν διεθνώς. Έτσι, παρά το ενδιαφέρον για συγχωνεύσεις και εξαγορές με στόχο μεγαλύτερη κλίμακα και διαφοροποίηση, οι αμιγώς διασυνοριακές συμφωνίες στην ΕΕ παραμένουν εξαίρεση.
Η UniCredit, η Commerzbank και το μήνυμα του Βερολίνου
Την ίδια στιγμή, η στάση της Γερμανίας απέναντι στην πρόταση εξαγοράς της Commerzbank από την UniCredit θεωρείται ενδεικτική των αλλαγών που συντελούνται στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ξεκαθάρισε ότι δεν αντιτίθεται επί της αρχής στη συμφωνία, εκφράζοντας επιφυλάξεις μόνο για τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η ιταλική τράπεζα.
Η πιθανή ολοκλήρωση της εξαγοράς θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη τραπεζική συμφωνία στην Ευρώπη εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, ενισχύοντας σημαντικά τη θέση της UniCredit στη Γερμανία και την Πολωνία.
Παράλληλα, θα αποτελούσε ισχυρό μήνυμα ότι η Ευρώπη επιδιώκει τη δημιουργία μεγαλύτερων και πιο ανταγωνιστικών τραπεζικών ομίλων, ικανών να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς κολοσσούς.

Η Τζόρτζια Μελόνι και ο Φρίντριχ Μερτς © 123rf / EPA/ETTORE FERRARI / EPA/JENS KRICK / FLASHPIC / POOL / PowerGame
Παράλληλα στην Ιταλία γίνεται μάχη για εξαγορές. Η ιταλική Intesa Sanpaolo υπέβαλε πρόταση εξαγοράς της Banca Monte dei Paschi di Siena έναντι 30,6 δισ. ευρώ, σε μια κίνηση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει τον τραπεζικό χάρτη της Ιταλίας και να πυροδοτήσει νέο κύμα συγχωνεύσεων στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Η προσφορά προβλέπει την ανταλλαγή 1,6 μετοχών της Intesa και την καταβολή 1 ευρώ σε μετρητά για κάθε μετοχή της Monte Paschi, αποτιμώντας την τράπεζα υψηλότερα από τη χρηματιστηριακή της αξία.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Intesa σχεδιάζει να μεταβιβάσει το εμπορικό σήμα της Monte Paschi και σημαντικό μέρος των περιουσιακών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων περίπου των μισών καταστημάτων, στην ασφαλιστική Unipol Assicurazioni. Παράλληλα, θα διατηρήσει τη Mediobanca, που απέκτησε η Monte Paschi το 2024, καθώς και το ποσοστό 13% που διαθέτει στην Assicurazioni Generali.
Η Intesa ανακοίνωσε επίσης την απόκτηση επιπλέον ποσοστού 3% στη Generali, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για προσωρινή επένδυση με χρηματοοικονομικό χαρακτήρα. Από την πλευρά της, η Unipol σχεδιάζει να συγχωνεύσει τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτήσει με την BPER Banca, ενώ θα προχωρήσει σε αύξηση κεφαλαίου έως 2,5 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της συναλλαγής.
Η πρόταση της Intesa κατατέθηκε αμέσως μετά από αντίστοιχη προσφορά της Banco BPM για συγχώνευση με τη Monte Paschi, γεγονός που αναδεικνύει τον έντονο ανταγωνισμό για τον έλεγχο της ιστορικότερης τράπεζας του κόσμου και ενισχύει τις προσδοκίες για περαιτέρω συγκέντρωση στον ιταλικό τραπεζικό κλάδο.
Ωστόσο, ττο διοικητικό συμβούλιο της MPS ανακοίνωσε ότι η προσφορά των 30,6 δισ. ευρώ από την Intesa Sanpaolo υποτιμά την αξία της τράπεζας. Το premium 12,5% θεωρήθηκε χαμηλό σε σχέση με τον μέσο όρο (30%) παρόμοιων τραπεζικών deals στην Ιταλία. Παρά τις αντιρρήσεις του διοικητικού συμβουλίου της MPS, δημοσιεύματα (όπως της Il Sole 24 Ore) δείχνουν ότι η δημόσια πρόταση της Intesa έχει ήδη λάβει πρώτες θετικές αντιδράσεις από σημαντικούς μετόχους και επενδυτές της αγοράς.
Ανθεκτικές οι ευρωπαϊκές τράπεζες παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις
Πάντως, σύμφωνα με τη Scope, οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν κερδοφόρες, καλά κεφαλαιοποιημένες και με καθαρούς ισολογισμούς. Η προοπτική για τον κλάδο είναι θετική, παρά τις επιπτώσεις από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, τη νομισματική πολιτική, τις συγχωνεύσεις και εξαγορές και τη διασύνδεση με την ιδιωτική πίστη.
Παρότι η άμεση έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στη Μέση Ανατολή είναι περιορισμένη, οι έμμεσες επιπτώσεις του πολέμου μπορεί να εκδηλωθούν μέσω της μεταβλητότητας στις αγορές, των υψηλότερων τιμών πετρελαίου και των προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ο Μάρκο Τροϊάνο, επικεφαλής χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Scope, επισημαίνει ότι η επιβράδυνση της οικονομίας και μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσαν να προκαλέσουν στασιμοπληθωρισμό, επιβαρύνοντας τις πιστωτικές ζημίες και την αποδοτικότητα των τραπεζών. Ωστόσο, σύμφωνα με προσομοίωση στασιμοπληθωρισμού, πάνω από το 90% των ευρωπαϊκών τραπεζών του αντιπροσωπευτικού δείγματος της Scope θα παρέμεναν κερδοφόρες το 2026 και το 2027.
Η αντιστροφή της πορείας των επιτοκίων της ΕΚΤ λόγω των πληθωριστικών πιέσεων και η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα λειτουργούν ευνοϊκά για τις περισσότερες τράπεζες. Τα καθαρά έσοδα από τόκους ενισχύονται από τη σταθερότητα των επιτοκίων, την αντιστάθμιση κινδύνων στους ισολογισμούς και τη διατηρούμενη ζήτηση για δάνεια, ενώ αυξάνονται και τα έσοδα από προμήθειες.
Η ποιότητα ενεργητικού παραμένει επίσης ισχυρή, αν και υπάρχουν θύλακες ευπάθειας. Η Scope αναμένει αύξηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου κατά 10 μονάδες βάσης το 2026 σε σχέση με το 2025, λόγω των γεωπολιτικών κινδύνων και της μακροοικονομικής αβεβαιότητας, χωρίς ωστόσο οι προβλέψεις να αυξηθούν σημαντικά.
Τα κεφαλαιακά αποθέματα βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο από την πανδημία, λόγω των υψηλότερων απαιτήσεων κεφαλαίου, των επιστροφών προς τους μετόχους και των συγχωνεύσεων, αλλά παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα. Παράλληλα, η Scope παρακολουθεί τις συναλλαγές μεταφοράς συνθετικού πιστωτικού κινδύνου, καθώς τα οφέλη κεφαλαίου για τις τράπεζες διαφέρουν σημαντικά και η διαφάνεια παραμένει ελλιπής.

Απόδοση ενεργητικού σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο των ευρωπαϊκών τραπεζών ©Scope
Ιδιωτική πίστη και κλιματικοί κίνδυνοι στο ραντάρ
Η διασύνδεση των τραπεζών με την αγορά ιδιωτικής πίστης αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που απαιτεί προσοχή. Περιπτώσεις απάτης, περιορισμών ρευστότητας και σημαντικών κενών στα δεδομένα έχουν αποκαλύψει διαρθρωτικές αδυναμίες. Η άμεση έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών εκτιμάται στο 1%-5% των δανείων προς πελάτες, σύμφωνα με τις ίδιες τις τράπεζες, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν αποσπασματικά.
Η παράλληλη χρήση άμεσου δανεισμού, χρηματοδότησης βάσει καθαρής αξίας ενεργητικού και γραμμών χρηματοδότησης για κεφαλαιακές ανάγκες μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλές εκθέσεις που στηρίζονται στις ίδιες ταμειακές ροές. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε υποεκτίμηση της μόχλευσης και να δυσκολέψει την αξιολόγηση συγκεντρωμένων κινδύνων.
Στο μεταξύ, η κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται σταδιακά σε παράγοντα κινδύνου για τις τράπεζες. Μέχρι σήμερα, η επίδρασή της στις οικονομικές επιδόσεις και στις αξιολογήσεις παραμένει περιορισμένη, όμως η Scope αναμένει ότι η σημασία της θα αυξηθεί.
Η κλιματική διάσταση δεν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό μοντέλο αξιολόγησης, αλλά ενσωματώνεται στους υφιστάμενους πυλώνες της μεθοδολογίας, από το λειτουργικό περιβάλλον και το επιχειρηματικό μοντέλο έως την κερδοφορία, τους κινδύνους, τη χρηματοοικονομική διαχείριση και τα κριτήρια ESG.

Εξωτερική άποψη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) © EPA/RONALD WITTEK
Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η κλιματική αλλαγή έχει προκαλέσει μέχρι σήμερα περιορισμένες ζημίες και, ως εκ τούτου, η αναμενόμενη επιδείνωση του κλίματος δεν θεωρείται από μόνη της επαρκής λόγος για προληπτικές αναπροσαρμογές στις αξιολογήσεις.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες διαχειρίζονται τους περιβαλλοντικούς κινδύνους και ενσωματώνουν την ενεργειακή μετάβαση στη μεσοπρόθεσμη στρατηγική τους. Για ορισμένους ομίλους, η σαφής δέσμευση σε βιώσιμες χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις μπορεί να προσφέρει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ιδίως στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.
Η Scope επισημαίνει, τέλος, ότι οι μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις βιωσιμότητας τείνουν να έχουν θετική επίδραση στις τραπεζικές αξιολογήσεις. Ωστόσο, από τις 72 αξιολογούμενες οντότητες, μόλις 13 διαθέτουν θετική αξιολόγηση βιωσιμότητας. Και στις περισσότερες περιπτώσεις, ο βασικός παράγοντας δεν είναι το περιβάλλον, αλλά οι προηγμένες ψηφιακές δυνατότητες.
Το συνολικό μήνυμα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένει επομένως θετικό, αλλά υπό προϋποθέσεις: η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και η διευκόλυνση των διασυνοριακών δραστηριοτήτων μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την κερδοφορία του κλάδου. Αντίθετα, μια υπερβολικά επιθετική χαλάρωση των κεφαλαιακών κανόνων θα μπορούσε να υπονομεύσει τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη που στηρίζουν σήμερα την πιστοληπτική εικόνα των ευρωπαϊκών τραπεζών.
