Λέιν (ΕΚΤ): Πώς η ακριβή ενέργεια μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για νέες αυξήσεις επιτοκίων

Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η ΕΚΤ θα χρειαστεί να απαντήσει με διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων, υποστήριξε ο Φίλιπ Λέιν

Φίλιπ Λέιν © EPA/ERIK S. LESSER

Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα χρειαστεί να απαντήσει με διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων, υποστήριξε ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, επισημαίνοντας ότι το ενεργειακό σοκ μπορεί ταυτόχρονα να πλήξει τη ζήτηση και να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη.

Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω αύξηση του κόστους δανεισμού, μετά τα τελευταία στοιχεία που έδειξαν ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφτασε τον Σεπτέμβριο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Η ΕΚΤ αύξησε τον περασμένο μήνα το βασικό επιτόκιό της για δεύτερη φορά από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Ωστόσο, ο Λέιν επιχειρεί να βάλει φρένο στην άμεση σύνδεση της ανόδου των ενεργειακών τιμών με νέες επιθετικές κινήσεις στη νομισματική πολιτική.

Όπως υποστήριξε σε ομιλία του, το «δεύτερο κύμα» του ενεργειακού σοκ μπορεί να λειτουργήσει με διαφορετικό τρόπο από το πρώτο, περιορίζοντας τη ζήτηση μέσω πολλών διαφορετικών διαύλων.

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο, η αύξηση των ενεργειακών τιμών δεν τροφοδοτεί μόνο τον πληθωρισμό. Παράλληλα, αφαιρεί διαθέσιμο εισόδημα από τα νοικοκυριά και επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, οδηγώντας σε χαμηλότερη κατανάλωση και επενδύσεις. Ο Λέιν έκανε λόγο για μηχανισμούς «demand destruction», δηλαδή καταστροφής ή υποχώρησης της ζήτησης, οι οποίοι μπορούν τελικά να περιορίσουν την ανάγκη για μεγαλύτερη νομισματική σύσφιγξη.

«Όλα τα άλλα σταθερά, αυτοί οι δίαυλοι καταστροφής της ζήτησης μπορούν να περιορίσουν την απαιτούμενη προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής ώστε ο πληθωρισμός να επιστρέψει εγκαίρως στον στόχο», ανέφερε. Η τοποθέτησή του κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τις πρόσφατες δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία έχει υπογραμμίσει ότι η αντίδραση της νομισματικής πολιτικής στην αύξηση της ενέργειας πρέπει να είναι «μετρημένη». «Παραμένουμε στη μεσαία οδό για τη νομισματική πολιτική», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Λέιν.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που επικαλείται είναι η σημαντική άνοδος των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης τις τελευταίες εβδομάδες. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι, όσο δεν διαφαίνεται τέλος στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ο πληθωρισμός ενδέχεται να παραμείνει υψηλότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι ανησυχίες για τα δημόσια χρέη ορισμένων χωρών, ιδιαίτερα της Γαλλίας.

Ο Λέιν χαρακτήρισε την άνοδο των αποδόσεων «ουσιαστική σύσφιγξη» των χρηματοπιστωτικών συνθηκών, σημειώνοντας ότι από μόνη της λειτουργεί περιοριστικά για την οικονομία. «Μια αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων έχει ουσιαστική αρνητική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα και μειώνει τον πληθωρισμό μεσοπρόθεσμα», σημείωσε.

Με άλλα λόγια, εφόσον οι αγορές ανεβάζουν ήδη το κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ένα μέρος της δουλειάς που διαφορετικά θα έπρεπε να κάνει η ΕΚΤ μέσω υψηλότερων επιτοκίων πραγματοποιείται ήδη μέσα από τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.

Πώς η ακριβή ενέργεια επιβραδύνει την οικονομία

Ο Λέιν στάθηκε και σε άλλους μηχανισμούς μέσω των οποίων η άνοδος του ενεργειακού κόστους μπορεί να συγκρατήσει την οικονομική δραστηριότητα. Οι κλάδοι που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας πλήττονται άμεσα από τις υψηλότερες τιμές, περιορίζοντας παραγωγή και επενδύσεις. Παράλληλα, καθώς τα νοικοκυριά διαθέτουν περισσότερα χρήματα για εισαγόμενη ενέργεια, μειώνεται το ποσό που μπορούν να κατευθύνουν σε αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται μέσα στην Ευρωζώνη.

Στην εξίσωση προστίθεται και η αβεβαιότητα από τον πόλεμο, η οποία μπορεί να ωθήσει τα νοικοκυριά να αυξήσουν την αποταμίευση και να περιορίσουν την κατανάλωση. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Λέιν, η ΕΚΤ δεν μπορεί να εξετάζει μόνο την άμεση επίδραση της ενέργειας στις τιμές. Πρέπει να συνεκτιμά και τις έμμεσες επιπτώσεις που περνούν μέσω της κατανάλωσης, των επενδύσεων, των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και της ευρύτερης οικονομικής δραστηριότητας.

Η δημοσιονομική πολιτική γίνεται πιο περιοριστική

Ένας ακόμη παράγοντας που ενδέχεται να φρενάρει την ανάπτυξη της Ευρωζώνης είναι η αναμενόμενη μείωση του κρατικού δανεισμού και της δημοσιονομικής στήριξης από το 2027. Ο Λέιν σημείωσε ότι, ενώ η ανάπτυξη παραμένει ανθεκτική μέσα στο 2026, η δημοσιονομική ώθηση προβλέπεται να περάσει από θετική φέτος σε αρνητική το 2027 και το 2028. Η οικονομία της Ευρωζώνης έχει μέχρι στιγμής εμφανιστεί πιο ισχυρή από ό,τι αναμενόταν μετά την έναρξη του πολέμου, ξεπερνώντας μάλιστα τις ΗΠΑ σε ρυθμό ανάπτυξης το τρίμηνο έως τον Ιούνιο, ενώ οι σχετικές έρευνες υποδεικνύουν συνέχιση της επέκτασης και στο τρίτο τρίμηνο.

Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η οικονομία δεν είναι δεδομένο πως θα απορροφήσει το νέο κύμα ενεργειακών ανατιμήσεων με την ίδια ανθεκτικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι εάν το δεύτερο κύμα του ενεργειακού σοκ θα έχει ισχυρότερη επίδραση τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στη δυναμική του πληθωρισμού σε σχέση με το πρώτο. Η παρέμβασή του, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες δηλώσεις άλλων αξιωματούχων της ΕΚΤ, στέλνει επομένως ένα μήνυμα προς τις αγορές: η πορεία των επιτοκίων δεν θα καθοριστεί μηχανικά από την άνοδο των τιμών της ενέργειας. «Η κατάλληλη νομισματική πολιτική δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως καθοδηγούμενη αποκλειστικά από το ενεργειακό σοκ προσφοράς, αλλά απαιτεί μια πολυδιάστατη διαγνωστική αξιολόγηση», τόνισε ο Λέιν.