Τα μηνύματα Fed και EKT: Το δύσκολο φθινόπωρο με πληθωρισμό και αυξήσεις επιτοκίων

Η εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων και οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό ενισχύουν σενάρια αύξησης επιτοκίων στις ΗΠΑ και την ευρωζώνη

Οι επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ και της Fed Κέβιν Γουόρς © EPA/SHAWN THEW/ RONALD WITTEK/ Powergame.gr

Η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στο εύρος του 3,5%-3,75%, όπου βρίσκεται από τον Δεκέμβριο, δεν καθησύχασε τις αγορές. Αντίθετα, οι επενδυτές εκτιμούν ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού απέχει από το τέλος της, με τις προσδοκίες να στρέφονται πλέον σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο φθινόπωρο για τις κεντρικές τράπεζες στον πλανήτη.

Αντίστοιχα μηνύματα εκπέμπει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη προσοχή τις πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωσή τους που για αρκετούς αναλυτές μοιάζει πρόσκαιρη όσο συνεχίζονται οι πιέσεις από τους δύο πολέμους σε Ιράν και Ουκρανία, με την οικονομία σε πίεση.

  • Δύσκολο σταυροδρόμι: Ο πληθωρισμός επιμένει, αλλά η οικονομία επιβραδύνεται

Η Fed, όπως και οι περισσότερες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον στόχο του 2% για πέμπτη συνεχή χρονιά, γεγονός που θα δικαιολογούσε μια νέα αύξηση των επιτοκίων. Από την άλλη, η αμερικανική οικονομία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, ενισχύοντας τις πιέσεις για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

Τα μακροοικονομικά στοιχεία από τις ΗΠΑ την Πέμπτη ήταν, συνολικά, ασθενέστερα των προσδοκιών, αναφέρει η ING. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο κινήθηκε με ρυθμό μόλις 1,5%, έναντι 2% της συγκλίνουσας εκτίμησης των αναλυτών, επίδοση που ουσιαστικά ευθυγραμμίζεται με τον ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης. Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική επιβράδυνση σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης 2,1% του πρώτου τριμήνου του έτους.

Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, ο οποίος τοποθετήθηκε στη θέση από τον Ντόναλντ Τραμπ, επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα στις πιέσεις για μείωση των επιτοκίων και στη δέσμευσή του να περιορίσει τον πληθωρισμό. Όπως υποστηρίζει, η αγορά έχει ήδη αυστηροποιήσει τις χρηματοδοτικές συνθήκες, καθώς τα επιτόκια στεγαστικών δανείων, οι αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων και το κόστος δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007.

Με αυτό το σκεπτικό, η Fed θεωρεί ότι δεν απαιτείται άμεση παρέμβαση, καθώς οι ίδιες οι αγορές περιορίζουν ήδη τη ζήτηση και ασκούν πιέσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Παράλληλα, ο Γουόρς εκφράζει την προσδοκία ότι η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης θα συμβάλει σταδιακά στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Ωστόσο, οι αγορές εξακολουθούν να αμφιβάλλουν αν η στρατηγική αυτή θα αποδειχθεί επαρκής, διατηρώντας ζωντανό το ενδεχόμενο νέας αύξησης των επιτοκίων τους επόμενους μήνες.

Ένα παράδοξο για τις κεντρικές τράπεζες είναι ότι, συχνά, ο καλύτερος τρόπος για να μειωθούν τα επιτόκια είναι να αυξηθούν πρώτα. Όταν μια κεντρική τράπεζα δείχνει αποφασισμένη να δράσει στα βραχυπρόθεσμα επιτόκια για να ανακόψει τον πληθωρισμό, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις, που καθορίζονται από την αγορά, τείνουν να αποκλιμακώνονται.

Οι αγορές βλέπουν νέα άνοδο στα επιτόκια της Fed

Η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια για έβδομο συνεχόμενο μήνα προκάλεσε έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων, καθώς οι επενδυτές έσπευσαν να αναθεωρήσουν τις εκτιμήσεις τους για την πορεία της νομισματικής πολιτικής.

Οι πωλήσεις στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα διάρκειας 30 ετών εντάθηκαν αμέσως μετά την ανακοίνωση της Fed, οδηγώντας την απόδοσή τους έως το 5,23%, επίπεδο που αποτελεί υψηλό σχεδόν δύο δεκαετιών. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι δείκτες που αποτυπώνουν τις προσδοκίες για τον μελλοντικό πληθωρισμό, ενώ οι μετοχές κινήθηκαν πτωτικά, καθώς οι αγορές εκτιμούν ότι η κεντρική τράπεζα απλώς μεταθέτει χρονικά μια νέα αύξηση επιτοκίων.

Το μήνυμα που εκπέμπουν οι αγορές είναι σαφές: οι επενδυτές αμφιβάλλουν κατά πόσο ο νέος πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, κινείται αρκετά γρήγορα ώστε να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%, μετά από πέντε συνεχόμενα χρόνια κατά τα οποία κινείται πάνω από τον επιδιωκόμενο στόχο.

Η αντίδραση των ομολόγων αποτυπώνει αυτή την ανησυχία. Οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων υποχώρησαν, καθώς οι επενδυτές μείωσαν τα στοιχήματα για άμεση αύξηση των επιτοκίων. Αντίθετα, στις μεγαλύτερες διάρκειες απαίτησαν υψηλότερες αποδόσεις, προκειμένου να αποζημιωθούν για τον αυξημένο κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού τα επόμενα χρόνια.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε μία από τις μεγαλύτερες απότομες κλίσεις της καμπύλης αποδόσεων μετά από συνεδρίαση της Fed από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, στοιχείο που θεωρείται ένδειξη μειωμένης εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της μελλοντικής νομισματικής πολιτικής.

Ο πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς © EPA/WILL OLIVER

Ο πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς © EPA/WILL OLIVER

Η αξιοπιστία της Fed στο επίκεντρο

Όπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς, η σκληρή ρητορική από μόνη της δεν αρκεί για να πείσει τους επενδυτές.

Ο Μπεν Έμονς, επικεφαλής στρατηγικής σταθερού εισοδήματος της Highline Asset Management, εκτιμά ότι η στρατηγική της Fed εμφανίζει έλλειμμα αξιοπιστίας, καθώς η αυστηρή στάση δεν συνοδεύεται μέχρι στιγμής από συγκεκριμένες κινήσεις.

Όπως υποστηρίζει, η επιλογή να χρησιμοποιείται επιθετική ρητορική χωρίς αντίστοιχες αποφάσεις αφήνει ουσιαστικά τις ίδιες τις αγορές να κάνουν τη «δουλειά» της Fed, μέσω της ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων και της αυστηροποίησης των χρηματοδοτικών συνθηκών.

Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι αυτή η τακτική ενδέχεται να αποδειχθεί επικίνδυνη. Εάν ο πληθωρισμός επιταχυνθεί εκ νέου, υπάρχει ο κίνδυνος οι αγορές να θεωρήσουν πως η Fed βρίσκεται, για ακόμη μία φορά, πίσω από τις εξελίξεις.

Η αμφισβήτηση αυτή αποτυπώθηκε και την επόμενη ημέρα της συνεδρίασης, όταν οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών ομολόγων συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, ενώ αυξήθηκαν και οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων, πλησιάζοντας στα υψηλότερα επίπεδα από τις αρχές του 2025. Αντίστοιχη εικόνα παρουσίασαν και οι ευρωπαϊκές αγορές κρατικών ομολόγων, με τις αποδόσεις στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ενισχύονται.

Η Fed διατήρησε το βασικό της επιτόκιο στο εύρος 3,50%-3,75%, όπου βρίσκεται από την τελευταία μείωση του Δεκεμβρίου, μόλις δύο μήνες μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Κέβιν Γουόρς, ο οποίος τοποθετήθηκε στη θέση αυτή από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα υποβαθμίσει τους κινδύνους του πληθωρισμού και είχε ασκήσει έντονη κριτική στον προκάτοχο του Γουόρς, Τζερόμ Πάουελ, επειδή δεν προχωρούσε σε μειώσεις επιτοκίων. Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν προκαλέσει ανησυχίες στις αγορές για τον βαθμό ανεξαρτησίας της Fed, στοιχείο που θεωρείται καθοριστικό για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της.

Επιτόκια © 123rf

Επιτόκια © 123rf

Επιτόκια: Οι αγορές δεν πείθονται από τη στάση αναμονής της Fed

Παρά τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις του Κέβιν Γουόρς ότι η Fed θα κάνει ό,τι απαιτείται για να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%, οι αγορές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τη στρατηγική της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.

Από την πρώτη συνεδρίαση υπό τη νέα ηγεσία, ο Γουόρς έχει επιμείνει ότι η Fed παραμένει προσηλωμένη στη σταθερότητα των τιμών. Ωστόσο, επέλεξε να διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική, παρά το γεγονός ότι –όπως ο ίδιος παραδέχθηκε– η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και ο πληθωρισμός κινείται γύρω στο 3,5%, σημαντικά υψηλότερα από τον επίσημο στόχο.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που ακολούθησε τη συνεδρίαση, ο πρόεδρος της Fed δέχθηκε επανειλημμένες ερωτήσεις για τους λόγους της αναμονής. Η απάντησή του ήταν ότι η σημαντική άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων στις αγορές έχει ήδη συμβάλει στη σύσφιξη των χρηματοδοτικών συνθηκών, επιτελώντας σε έναν βαθμό το έργο που υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσε μια νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων.

Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δεν έπεισε τους επενδυτές. Ο διαχειριστής χαρτοφυλακίων της Brandywine Global Investment Management, Τζακ ΜακΙντάιρ, σχολίασε ότι δύσκολα θυμάται άλλη συνέντευξη Τύπου στην οποία οι δημοσιογράφοι να ζητούσαν με τόση επιμονή περισσότερες διευκρινίσεις από τον πρόεδρο της Fed.

Όπως ανέφερε, η σύγχυση αυτή αντικατοπτρίζει και το κλίμα στις αγορές, οι οποίες εξακολουθούν να αμφιβάλλουν για την αποφασιστικότητα της κεντρικής τράπεζας απέναντι στον πληθωρισμό.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων συνέχισαν να αυξάνονται, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνει πως οι επενδυτές δεν έχουν πειστεί από το αφήγημα της Fed περί αποτελεσματικής αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων.

Παράλληλα, οι συναλλασσόμενοι στις αγορές μετέθεσαν χρονικά τις εκτιμήσεις τους για την επόμενη αύξηση επιτοκίων, θεωρώντας πλέον πιθανότερο να πραγματοποιηθεί αργότερα μέσα στο έτος, ανάλογα με τα στοιχεία που θα προκύψουν για τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας.

Την ίδια στιγμή, οι δείκτες που αποτυπώνουν τις μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο από τον Νοέμβριο του 2024, ενισχύοντας περαιτέρω τις ανησυχίες των επενδυτών.

Η επιφυλακτικότητα δεν περιορίστηκε μόνο στην αγορά ομολόγων. Η Wall Street δέχθηκε ισχυρές πιέσεις, με τον δείκτη S&P 500 να υποχωρεί κατά 1,5%, καθώς οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Fed θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με αυξανόμενη πίεση να προχωρήσει τελικά σε νέα αύξηση επιτοκίων.

Wall Street S&P 500

Wall Street © EPA/JUSTIN LANE

Τρία μέλη της Fed ήθεαν αύξηση επιτοκίων

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και το γεγονός ότι τρία μέλη της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής διαφώνησαν με την τελική απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση των επιτοκίων θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί ήδη στην τελευταία συνεδρίαση.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της WisdomTree, Κέβιν Φλάναγκαν, η δημόσια αυτή διαφωνία αποκαλύπτει ότι στο εσωτερικό της Fed υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ο επίμονος πληθωρισμός.

Λίγες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, αρκετοί μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι της Wall Street είχαν ήδη αρχίσει να προβλέπουν αύξηση των επιτοκίων, ενώ οι πιθανότητες που αποτιμούσαν οι αγορές είχαν φθάσει ακόμη και στο 40%, ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό αβεβαιότητας λίγο πριν από την ανακοίνωση της απόφασης.

Το κλίμα αυτό εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί και τους επόμενους μήνες, καθώς ο Κέβιν Γουόρς φαίνεται να εγκαταλείπει την πρακτική των προκατόχων του να προϊδεάζουν τις αγορές για τις επόμενες κινήσεις της Fed. Η επιλογή αυτή περιορίζει την προβλεψιμότητα της νομισματικής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τη μεταβλητότητα στις αγορές.

Ανάλογη εντύπωση προκάλεσε και η στάση του απέναντι στο ετήσιο συμπόσιο των κεντρικών τραπεζιτών στο Τζάκσον Χολ στα τέλη Αυγούστου. Ενώ παραδοσιακά το συγκεκριμένο φόρουμ αξιοποιείται από τους επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών για να δώσουν κατευθύνσεις σχετικά με τη μελλοντική πολιτική τους, ο πρόεδρος της Fed απέφυγε να αποκαλύψει τις προθέσεις του, χαρακτηρίζοντας την ομιλία του «λευκή σελίδα».

Η επικεφαλής επενδύσεων της Conning για τη Βόρεια Αμερική, Σίντι Μπολιέ, εκτιμά ότι η επιλογή αυτή ενισχύει την αβεβαιότητα, καθώς οι αγορές δυσκολεύονται να εκτιμήσουν πόσο κοντά βρίσκεται τελικά η Fed σε μια νέα αύξηση επιτοκίων.

Την ίδια στιγμή, οι αυξανόμενες αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων λειτουργούν ήδη ως ένας μηχανισμός επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Πέρα όμως από τον επίμονο πληθωρισμό, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι στην άνοδο των αποδόσεων συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες, όπως η συνεχής διόγκωση του αμερικανικού δημόσιου χρέους, αλλά και οι τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες των μεγάλων τεχνολογικών ομίλων, οι οποίοι επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια στις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Όπως επισημαίνει ο Κέβιν Φλάναγκαν, οι ίδιες οι αγορές έχουν ήδη αυστηροποιήσει σημαντικά τις χρηματοδοτικές συνθήκες πριν ακόμη παρέμβει η Fed. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι αν ο Κέβιν Γουόρς συνεχίσει να υιοθετεί σκληρή ρητορική χωρίς αντίστοιχες αποφάσεις και τα οικονομικά στοιχεία εξακολουθήσουν να δικαιολογούν αύξηση των επιτοκίων, τότε η αξιοπιστία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας θα τεθεί ακόμη πιο έντονα υπό αμφισβήτηση.

ΕΚΤ ΛΑΓΚΑΡΝΤ

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/FILIP SINGER

Η ΕΚΤ κρατά ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων

Την ίδια ώρα, αντίστοιχα μηνύματα εκπέμπει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη προσοχή τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωσή τους.

Η ΕΚΤ προσπαθεί να τα ρίξει ξανά στους μισθούς, που σύμφωνα με την κυριάρχη οικονομική θεωρία, φταίνε (κι αυτοί) για τον πληθωρισμό. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΚΤ, οι μισθολογικές αυξήσεις στην Ευρωζώνη αναμένεται να επιταχυνθούν εκ νέου έως τις αρχές του 2027, αν και θα παραμείνουν αισθητά χαμηλότερα από τα ιστορικά υψηλά που καταγράφηκαν το 2024.

Ο δείκτης παρακολούθησης μισθών (wage tracker) της κεντρικής τράπεζας προβλέπει ότι οι αποδοχές θα αυξηθούν κατά 2,7% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους, έναντι 2,6% το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Παρά την ήπια επιτάχυνση, ο ρυθμός αυτός απέχει σημαντικά από την κορύφωση του 5,2% που είχε σημειωθεί το 2024.

Η ΕΚΤ αποδίδει τη μικρή αυτή ενίσχυση κυρίως στην εξασθένηση της επίδρασης έκτακτων εφάπαξ πληρωμών που είχαν δοθεί το 2024 και δεν επαναλήφθηκαν το 2025, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι οι ενδείξεις για το 2026 και τις αρχές του 2027 εξακολουθούν να παραπέμπουν σε σταθερές μισθολογικές πιέσεις και όχι σε ανεξέλεγκτη άνοδο των αποδοχών.

Παρ’ όλα αυτά, η κεντρική τράπεζα εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά την εξέλιξη των μισθών, καθώς επιδιώκει να αποτρέψει το ενδεχόμενο η άνοδος των ενεργειακών τιμών να οδηγήσει σε έναν νέο φαύλο κύκλο αυξήσεων μισθών και τιμών, όπως είχε συμβεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Επιτόκια: Ο Σεπτέμβριος γίνεται ξανά μήνας-κλειδί για την ΕΚΤ

Αν και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια στην τελευταία συνεδρίασή του, μετά την αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης που είχε προηγηθεί τον Ιούνιο, πληροφορίες από κύκλους με γνώση των συζητήσεων αναφέρουν ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είναι έτοιμοι να προχωρήσουν σε νέα αύξηση ήδη τον Σεπτέμβριο, εφόσον οι προοπτικές για τον πληθωρισμό δεν παρουσιάσουν ουσιαστική βελτίωση.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, επισήμανε ότι οι πρόσφατοι δείκτες επιβεβαιώνουν τη σταδιακή αποκλιμάκωση των μισθολογικών πιέσεων και, προς το παρόν, δεν καταγράφονται ενδείξεις για τις λεγόμενες «δευτερογενείς επιδράσεις», δηλαδή για έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο αυξήσεων μισθών και τιμών.

Ανάλογη είναι και η εκτίμηση των οικονομολόγων της Oxford Economics, Πάολο Γκρινιάνι και Ίαν Σίμονς, οι οποίοι θεωρούν ότι οι πρόδρομοι δείκτες υποδηλώνουν μικρό κίνδυνο επανάληψης των έντονων μισθολογικών πιέσεων που παρατηρήθηκαν κατά την πληθωριστική κρίση του 2022.

Όπως σημειώνουν, η φετινή ενεργειακή αναταραχή είναι σαφώς πιο περιορισμένη τόσο σε διάρκεια όσο και σε ένταση, ενώ οι πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών παραμένουν συγκρατημένες. Επιπλέον, η αγορά εργασίας στην Ευρωζώνη εμφανίζει σαφώς ηπιότερη εικόνα σε σχέση με εκείνη της περιόδου μετά την πανδημία.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Χριστόδουλος Πατσαλίδης, ο οποίος υποστήριξε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν ανεξέλεγκτες μισθολογικές πιέσεις.

«Από τα στοιχεία για τους μισθούς δεν προκύπτει κάποια ιδιαίτερη ανησυχία. Αντίθετα, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι οι μισθολογικές απαιτήσεις παραμένουν συγκρατημένες», ανέφερε σε συνέντευξή του.

To μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ και κεντρικός τραπεζίτης της Σλοβακίας, Πίτερ Κάζιμιρ @ consilium.europa.eu

To μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ και κεντρικός τραπεζίτης της Σλοβακίας, Πίτερ Κάζιμιρ @ consilium.europa.eu

Το φθινόπωρο θα κρίνει την πορεία των επιτοκίων

Παρά τις καθησυχαστικές εκτιμήσεις, δεν συμμερίζονται όλοι οι αξιωματούχοι την ίδια αισιοδοξία. Μεταξύ αυτών είναι και ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβακίας, Πέτερ Καζίμιρ, ο οποίος προειδοποιεί ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να περιμένει έως ότου οι δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις γίνουν πλήρως ορατές στην οικονομία.

Όπως υποστηρίζει, εάν η κεντρική τράπεζα αντιδράσει μόνο όταν οι αυξήσεις μισθών και τιμών αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε ενδέχεται να είναι ήδη πολύ αργά για να ανακοπεί η νέα πληθωριστική δυναμική.

Η στάση αυτή ενισχύει τις προσδοκίες των αγορών ότι η περίοδος σταθερότητας στη νομισματική πολιτική ίσως αποδειχθεί προσωρινή. Τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρωζώνη, οι κεντρικές τράπεζες διατηρούν επίσημα στάση αναμονής, όμως ταυτόχρονα αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων εφόσον ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος από τις αρχικές προβλέψεις.

Η εικόνα που διαμορφώνεται στις αγορές είναι ότι το φθινόπωρο θα αποτελέσει κρίσιμη περίοδο για τις αποφάσεις τόσο της Fed όσο και της ΕΚΤ. Οι αποδόσεις των ομολόγων, οι εξελίξεις στον πληθωρισμό, τα στοιχεία για την αγορά εργασίας και η πορεία των μισθών θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν τις επόμενες κινήσεις των δύο μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του κόσμου.

Με άλλα λόγια, παρά τη σημερινή παύση, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: ο κύκλος της νομισματικής σύσφιξης δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί οριστικά λήξας. Αν οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι αγορές θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα δύσκολο φθινόπωρο, στο οποίο οι αυξήσεις επιτοκίων θα επιστρέψουν δυναμικά στο επίκεντρο των αποφάσεων της Fed και της ΕΚΤ.