SSM: Δύο παγίδες για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων

Αναγκαία η πολιτική συναίνεση για την Τραπεζική Ένωση. Παραμένουν οι ανάγκες για υψηλά κεφάλαια, αλλά ο SSM ελαφραίνει το ρυθμιστικό πλαίσιο

Η επικεφαλής του SSM Κλαούντια Μπουχ © europarl.europa.eu

Η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης για την προώθηση της τραπεζικής ένωσης και ο κίνδυνος οι χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τράπεζες να εκληφθούν ως στρατηγική ανάπτυξης, αποτελούν τις δύο παγίδες που πρέπει να αποφύγουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Παράλληλα, πρέπει να υλοποιηθεί μία ατζέντα μεταρρυθμίσεων που θα διασφαλίσει ότι το τραπεζικό σύστημα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, ενισχύοντας παράλληλα την ανθεκτικότητά του.

Μιλώντας στο πάνελ των ετήσιων συναντήσεων του Bruegel με θέμα «Θωράκιση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα για το μέλλον», η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Claudia Buch επεσήμανε το δίπτυχο ανάπτυξης και διασφάλισης της ανθεκτικότητας των τραπεζών, επιμένοντας στην δεύτερη υπό το πρίσμα των αυξημένων χρηματοπιστωτικών και λειτουργικών κινδύνων. Όπως είπε, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι έχουν ήδη εκδηλωθεί, αλλά οι επιπτώσεις τους στους ισολογισμούς των τραπεζών αναδεικνύονται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, υπάρχουν και νέοι κίνδυνοι συνυφασμένοι με την ψηφιοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς επίσης και κυβερνοκίνδυνοι που μπορούν να απειλήσουν τη λειτουργία των τραπεζών. Επομένως, η ανθεκτικότητα των τραπεζών είναι απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση των καταθέσεων, την εύρυθμη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και τη συνεχή ροή πιστώσεων, ακόμη και σε περιόδους πίεσης.

Όπως είπε η επικεφαλής του SSM, η βιώσιμη ανάπτυξη και η ανθεκτικότητα αποτελούν, στην πραγματικότητα, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και μπορούν να συμβαδίσουν. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα της ΕΕ παρέχει την ευκαιρία για την προώθηση και των δύο. Όπως είπε η κα Buch, μια ισορροπημένη δέσμη μεταρρυθμίσεων πρέπει να ενισχύσει την ενοποίηση της αγοράς, να ολοκληρώσει την τραπεζική ένωση και να εξαλείψει τις αδικαιολόγητες περιπλοκές.

Η μείωση των εμποδίων στις διασυνοριακές τραπεζικές

Η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων αφορά καταρχάς στη μείωση των εμποδίων στις διασυνοριακές τραπεζικές δραστηριότητες, διευκολύνοντας τη σύναψη διασυνοριακών σχέσεων δανεισμού και οδηγώντας τελικά σε υψηλότερη ανάπτυξη. Όπως είπε η επικεφαλής του SSM, εξακολουθούν να υφίστανται πολλές διαφορές στους εθνικούς κανόνες που αφορούν τις τράπεζες, υπό τη μορφή αποκλίσεων στα καθεστώτα αφερεγγυότητας, στους κανόνες προστασίας των καταναλωτών ή στη ρύθμιση της αγοράς στεγαστικών δανείων. Η περαιτέρω εναρμόνιση των εθνικών κανόνων θα συνέβαλε τόσο στην απλούστευση όσο και στην ενοποίηση. Θα καθιστούσε το ρυθμιστικό πλαίσιο λιγότερο περίπλοκο και θα επέτρεπε στις τράπεζες να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους και να αναπτύξουν πανευρωπαϊκά επιχειρηματικά μοντέλα.

Το σύστημα ασφάλισης καταθέσεων

Η κα Buch είπε ότι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης θα αποτελούσε βασικό παράγοντα επιτάχυνσης της ενοποίησης. Όπως σημείωσε, το σύστημα ασφάλισης καταθέσεων παραμένει κατακερματισμένο κατά μήκος των εθνικών συνόρων, ενώ ο επιμερισμός των κινδύνων είναι αναποτελεσματικός. Λιγότερο από το 2% των καταθέσεων των νοικοκυριών τηρείται σε διασυνοριακή βάση. Ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων θα διασφάλιζε στους αποταμιευτές ότι απολαμβάνουν ισότιμη προστασία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θα διευκόλυνε τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και, κατ’ επέκταση, θα προήγαγε την ενοποίηση. Δεδομένου ότι δεν θα είχε σημασία ποιο εθνικό ταμείο εγγύησης καταθέσεων κάλυπτε τους κινδύνους, ο δεσμός μεταξύ τραπεζών και κρατών θα αποδυναμωνόταν περαιτέρω.

Οι δύο παγίδες

Η άρση των εμποδίων που εμποδίζουν τους τραπεζικούς ομίλους να μετακινούν ρευστότητα και κεφάλαια αποτελεσματικά πέρα από τα εθνικά σύνορα μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω μια πιο ενοποιημένη και ανταγωνιστική αγορά. Αυτό δεν θα σήμαινε λιγότερο αυστηρό έλεγχο από τις εποπτικές αρχές και τις αρχές εξυγίανσης. Αντιθέτως, θα διατηρούνταν οι δικλείδες ασφαλείας για περιόδους πίεσης, όπως είπε η κα Buch, προσθέτοντας ότι συνολικά, οι μεταρρυθμίσεις αυτές μπορούν να προωθήσουν την ανάπτυξη μέσω της ενίσχυσης της ενοποίησης και του ανταγωνισμού, ενισχύοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα. Τόνισε, ωστόσο, ότι κατά την υλοποίηση αυτής της ατζέντας, πρέπει να αποφευχθούν δύο παγίδες.

Η πρώτη θα ήταν η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης για την προώθηση της τραπεζικής ένωσης και την εναρμόνιση των εθνικών κανόνων. Αυτό θα αποτελούσε χαμένη ευκαιρία για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών τραπεζών σε ένα δύσκολο περιβάλλον. Θα παρέμενε έτσι μια βασική διαρθρωτική αδυναμία: ο κατακερματισμός της αγοράς.

Η δεύτερη παγίδα θα ήταν να εκληφθούν οι χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις ως στρατηγική ανάπτυξης. Απαιτούνται τράπεζες με ισχυρή κεφαλαιακή βάση για τη χρηματοδότηση της οικονομίας και την ανάληψη κινδύνων. Σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, ο δείκτης μόχλευσης και το output floor (σ.σ. πρόκειται για ρυθμιστικό κανόνα της Βασιλείας ΙΙΙ που θέτει ένα κατώτατο όριο στα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού, τα οποία μια τράπεζα μπορεί να υπολογίσει χρησιμοποιώντας τα δικά της εσωτερικά υποδείγματα) λειτουργούν ως δικλείδες ασφαλείας έναντι της υποεκτίμησης των κινδύνων. Η χαλάρωση των προτύπων με την ελπίδα της «απελευθέρωσης» κεφαλαίων είναι απίθανο να τονώσει τη χορήγηση δανείων και την ανάπτυξη.

Η ανάγκη για ισχυρά τραπεζικά κεφάλαια δεν πρέπει να χαλαρώσει

Στην παρούσα συγκυρία, όπως είπε η επικεφαλής του SSM, τα τραπεζικά κεφάλαια δεν αποτελούν περιοριστικό παράγοντα για την παροχή πιστώσεων. Οι διανομές κεφαλαίων στους μετόχους, υπό τη μορφή μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, έχουν μάλιστα αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας παραμένουν επαρκή. Συνολικά, οι τράπεζες που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ διαθέτουν δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1 (CET1) της τάξης του 16%, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τις ελάχιστες απαιτήσεις. Η χαλάρωση των προτύπων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένες πληρωμές προς τους μετόχους αντί για αύξηση των δανειοδοτήσεων ή των επενδύσεων που χρειάζονται οι τράπεζες, για παράδειγμα στον τομέα της πληροφορικής, όπως είπε η επικεφαλής του SSM. Και η μείωση των δικλείδων ασφαλείας θα καθιστούσε το σύστημα πιο ευάλωτο, χωρίς να αντιμετωπίζει τους διαρθρωτικούς παράγοντες που συγκρατούν την ανάπτυξη. Θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποδυνάμωση της δέσμευσης της Ευρώπης στη διεθνή συνεργασία. Τα διεθνώς συμφωνηθέντα πρότυπα της Βασιλείας θα πρέπει να εφαρμόζονται πιστά, με αυστηρή προσήλωση σε κριτήρια που βασίζονται στον κίνδυνο και στα δεδομένα, όπως τόνισε.

Πρέπει να αρθούν οι περιττές ρυθμίσεις

Από την άλλη πλευρά, η κα Buch εκτίμησε ότι το θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιούνται οι τράπεζες θα μπορούσε να γίνει πιο απλό, με λιγότερες ρυθμίσεις που το καθιστούν σήμερα περίπλοκο. Μάλιστα, ορισμένες «υπερ – ρυθμίσεις» σε επίπεδο εποπτείας και υποβολής στοιχείων μπορούν να εξαλειφθούν χωρίς να μεταβληθούν οι κανονισμοί. Όπως είπε η κα Buch, σε γενικές γραμμές, η άρση των περιττών περιπλοκών οδηγεί σε αποτελεσματικότερη παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ενισχύοντας έτσι την ανάπτυξη. Παράλληλα, ενισχύει την εστίαση στους κινδύνους που έχουν ουσιαστική σημασία.

Όπως είπε, ο SSM ήδη εξορθολογίζει διαδικασίες που θα μπορούσαν να αποσπάσουν την προσοχή από την ορθή διαχείριση κινδύνων και τη διακυβέρνηση. «Η φιλοσοφία μας είναι σαφής: επιδιώκουμε η εποπτεία μας να είναι αποδοτική, αποτελεσματική και να βασίζεται στην αξιολόγηση κινδύνου. Δεν είναι απαραίτητο να αξιολογούμε κάθε κίνδυνο για κάθε τράπεζα με την ίδια ένταση κάθε χρόνο. Ωστόσο, εάν προκύπτουν σχετικά ευρήματα, οφείλουμε να διασφαλίζουμε ότι οι τράπεζες προβαίνουν στις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες και ότι εμείς κλιμακώνουμε την εποπτική μας δράση, εφόσον κρίνεται αναγκαίο», είπε χαρακτηριστικά η επικεφαλής του SSM, αναφέροντας ενδεικτικά ότι επανεξετάζοντας τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές προς τις τράπεζες, ο SSM θα καταργήσει περίπου 40 από τα περισσότερα από 100 σχετικά έγγραφα, καθώς δεν είναι πλέον επίκαιρα.

Είπε επίσης ότι οι βασικές εποπτικές διαδικασίες έχουν καταστεί πιο στοχευμένες, επιτρέποντας την ταχύτερη διεκπεραίωση υποθέσεων χαμηλού κινδύνου και την αφιέρωση μεγαλύτερης προσοχής σε υποθέσεις υψηλότερου κινδύνου. Η αξιολόγηση απλών κεφαλαιακών συναλλαγών μπορεί πλέον να διεκπεραιώνεται μέσω διαδικασίας ταχείας έγκρισης και να ολοκληρώνεται εντός μίας εβδομάδας περίπου. Οι διαδικασίες αδειοδότησης βασίζονται περισσότερο στην εκτίμηση κινδύνου. Στις περιπτώσεις επαναξιολόγησης της καταλληλότητας (fit-and-proper assessments), δεν απαιτείται εκ νέου υποβολή εγγράφων εφόσον δεν έχουν επέλθει ουσιώδεις μεταβολές.

Επιπλέον, οι διαδικασίες διενέργειας των stress tests και οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων γίνονται πιο απλουστευμένες. Όπως είπε η κα Buch, στο πλαίσιο του επόμενου stress test σε επίπεδο ΕΕ, την οποία ο SSM θα διενεργήσει από κοινού με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, συμφωνήθηκε να μειωθεί στο μισό ο αριθμός των επιμέρους στοιχείων που οφείλουν να υποβάλλουν οι τράπεζες. Η κίνηση αυτή συμπληρώνει τη μείωση —κατά περίπου 20%— των στοιχείων που υποβάλλονται για εποπτικούς σκοπούς στο πλαίσιο της αξιολόγησης μεμονωμένων τραπεζών.