Ισχυρές πιέσεις δέχθηκε σήμερα Πέμπτη ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq στη Wall Street, καταγράφοντας πτώση 1,25%, καθώς τα νέα στοιχεία γύρω από τα έσοδα της OpenAI προκάλεσαν έντονο προβληματισμό στους επενδυτές, βάζοντας προσωρινό «φρένο» στο επενδυτικό κύμα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε κατά 0,47%, ενώ ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones διαφοροποιήθηκε ελαφρώς, σημειώνοντας άνοδο 52 μονάδων.
Η αλλαγή του κλίματος στον τεχνολογικό τομέα πυροδοτήθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι τα ετησιοποιημένα έσοδα της OpenAI υπολείπονταν των αρχικών εκτιμήσεων. Η είδηση αυτή παρέσυρε σε υποχώρηση κορυφαίους τεχνολογικούς κολοσσούς, με τη μετοχή της Oracle να σημειώνει απώλειες άνω του 5%, ενώ οι εταιρείες κατασκευής ημιαγωγών Nvidia και Advanced Micro Devices (AMD) υποχώρησαν κατά 2% και 3% αντίστοιχα.
Στην αρνητική ψυχολογία της αγοράς συνέβαλε επίσης η έντονη νευρικότητα στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, η οποία τροφοδοτήθηκε από τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Οι δηλώσεις του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με το Ιράν οδήγησαν το αργό τύπου Brent στα 104,28 δολάρια το βαρέλι (+4,07%) και το αμερικανικό WTI στα 91,49 δολάρια (+3,64%).
Παράλληλα, οι επενδυτές παρακολούθησαν στενά τις διακυμάνσεις στις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οι οποίες βρέθηκαν πρόσφατα σε υψηλά 24 ετών. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου υποχώρησε στο 5,244%, ενώ η απόδοση του 30ετούς διαμορφώθηκε στο 5,621% μετά από μια επιτυχημένη δημοπρασία του Υπουργείου Οικονομικών.
Αναλύοντας τις πιέσεις που ασκούνται στις αγορές, ο στρατηγικός αναλυτής επενδύσεων της Baird, Ρος Μέιφιλντ, υπογράμμισε τη σύνδεση μεταξύ ενέργειας, πληθωρισμού και επιτοκίων, αναφέροντας: «Στο τέλος της ημέρας, θεωρώ ότι είναι οι πληθωριστικές πιέσεις, καθοδηγούμενες κυρίως από την ενέργεια, που έχουν αλλάξει τη στάση της Fed και έχουν μετατοπίσει σε μεγάλο βαθμό και το μακροπρόθεσμο άκρο της καμπύλης». Ο ίδιος πρόσθεσε: «Αν ανακοινώναμε αύριο μια δομικά στέρεη συμφωνία με το Ιράν που θα αφαιρούσε τις εντάσεις από την περιοχή και το πετρέλαιο υποχωρούσε από τα 90 στα 70 δολάρια το βαρέλι, οι αποδόσεις θα υποχωρούσαν σημαντικά».
Παρά την ανθεκτικότητα των μετοχών, ο Μέιφιλντ εκτιμά ότι οι αποδόσεις θα μπορούσαν να σταθεροποιηθούν στο εύρος του 5% με 6%, επισημαίνοντας: «Βρισκόμαστε στη διαδικασία προσαρμογής της αγοράς σε αυτές τις νέες αποδόσεις». Συμπλήρωσε επίσης: «Σε μεγάλο βαθμό, οι υψηλότερες αποδόσεις αντικατοπτρίζουν ισχυρότερη ονομαστική ανάπτυξη και ελαφρώς υψηλότερο πληθωρισμό, και αν αυτό ισχύσει μελλοντικά, ενισχύεται το επιχειρήματα ότι αυτό το περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων ήρθε για να μείνει, εκτός αν υπάρξει μια μεγάλη ύφεση όπου η Fed θα μειώσει τα επιτόκια στο μηδέν».
Στον αντίποδα της γενικής υποχώρησης, η μετοχή της Palantir Technologies ενισχύθηκε κατά 2%, λαμβάνοντας ώθηση από την αναβάθμιση της Goldman Sachs, η οποία βλέπει προοπτικές ανάπτυξης λόγω της στροφής προς την κρατική τεχνητή νοημοσύνη.
