Οι επενδυτές στοιχημάτισαν περίπου 760 εκατ. δολάρια στην πτώση της τιμής του πετρελαίου περίπου 20 λεπτά πριν ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν ανακοινώσει την Παρασκευή ότι τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν, σύμφωνα με πληροφορίες από το Reuters.
Μεγάλες συναλλαγές τους τελευταίους μήνες έχουν προκαλέσει ανησυχία σε Αμερικανούς νομοθέτες και νομικούς ειδικούς, καθώς θεωρούν ότι αποφάσεις γύρω από τον πόλεμο και τη διπλωματία μπορεί να δίνουν πλεονέκτημα σε ορισμένους επενδυτές.
Μεταξύ 12:24 και 12:25 GMT, επενδυτές πούλησαν συνολικά 7.990 συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης Brent crude, σύμφωνα με δεδομένα της LSEG, όπως μεταδίδει το Reuters.
Με βάση την τιμή εκείνη τη στιγμή, οι συναλλαγές αυτές είχαν αξία περίπου 760 εκατ. δολάρια.
Στις 12:45 GMT, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν ανάρτησε στο X ότι η διέλευση για όλα τα εμπορικά πλοία μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει κηρυχθεί πλήρως ανοικτή για την υπόλοιπη περίοδο της εκεχειρίας στον Λίβανο.
Πτώση τιμών 11% μέσα σε λίγα λεπτά
Η ανακοίνωση προκάλεσε πτώση του πετρελαίου έως και 11% μέσα σε λίγα λεπτά.
Το Reuters ανέφερε ότι στις 7 Απριλίου έγιναν στοιχήματα αξίας περίπου 950 εκατ. δολαρίων λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση ΗΠΑ–Ιράν για δίμηνη εκεχειρία.
Στις 23 Μαρτίου, επενδυτές πούλησαν συμβόλαια πετρελαίου αξίας 500 εκατ. δολαρίων 15 λεπτά πριν από την ανακοίνωση του Προέδρου των ΗΠΑ ότι θα καθυστερούσε επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές του Ιράν, προκαλώντας πτώση 15% στην τιμή του αργού πετρελαίου.
Η Επιτροπή Εμπορίας Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης των ΗΠΑ (U.S. Commodity Futures Trading Commission) διερευνά μια σειρά συναλλαγών πετρελαϊκών συμβολαίων, συμπεριλαμβανομένων αυτών της 23ης Μαρτίου και της 7ης Απριλίου, που πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν από μεγάλες αλλαγές πολιτικής του Τραμπ σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν, σύμφωνα με άτομο που γνωρίζει την υπόθεση.
Ευρύτερες προεκτάσεις
Η αποκάλυψη του Reuters εντείνει τις ανησυχίες για πιθανή προεξόφληση κρίσιμων γεωπολιτικών εξελίξεων από την αγορά.
Η χρονική σύμπτωση τέτοιων κινήσεων με αποφάσεις ή ανακοινώσεις υψηλής πολιτικής σημασίας από ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους και ηγέτες αναζωπυρώνει το ερώτημα κατά πόσο υπήρξε πρόσβαση σε μη δημόσια πληροφορία ή έμμεση «διαρροή» από κύκλους λήψης αποφάσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για πιθανή εσωτερική πληροφόρηση ή προνομιακή γνώση σε σχέση με αμερικανικές αποφάσεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν, όπου αξιωματούχοι και αγορές φαίνεται να κινούνται σε ασυνήθιστα «συγχρονισμένους ρυθμούς», ενισχύοντας τις υποψίες για θολά όρια ανάμεσα στη διπλωματία, την ηγεσία, τους επενδυτές, την ασφάλεια και τη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία.