Με τις τράπεζες στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, το Χρηματιστήριο Αθηνών ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση στα χαμηλότερα επίπεδα της ημέρας, καθώς η αγορά αποτίμησε τις επιπτώσεις της απόφασης του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στις 2.340 μονάδες, σημειώνοντας απώλειες 0,52%, σε μια συνεδρίαση όπου ο τραπεζικός κλάδος λειτούργησε ως βασικός παράγοντας πίεσης. Ο κλαδικός δείκτης των τραπεζών υποχώρησε κατά 1,81%, ενώ η αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 238,4 εκατ. ευρώ, επίπεδο που δεν παραπέμπει σε γενικευμένη φυγή κεφαλαίων, αλλά περισσότερο σε επιλεκτικές κινήσεις αναπροσαρμογής θέσεων.
Η αφορμή για τις πιέσεις ήρθε από τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις υποθέσεις του νόμου Κατσέλη. Το ανώτατο δικαστήριο δικαίωσε τους δανειολήπτες, κρίνοντας ότι οι τόκοι θα πρέπει να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου της οφειλής, όπως υποστήριζαν τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι τράπεζες ανέμεναν επί μακρόν το πλήρες κείμενο της απόφασης, προκειμένου να αξιολογήσουν το σκεπτικό και τις πιθανές επιπτώσεις του σε υφιστάμενες και μελλοντικές υποθέσεις.
Οι μεγαλύτερες απώλειες στον κλάδο καταγράφηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία υποχώρησε κατά 2,99%, κλείνοντας στα 8,70 ευρώ. Η Εθνική Τράπεζα έχασε 2,52% και διαμορφώθηκε στα 14,33 ευρώ, ενώ η Alpha Bank υποχώρησε κατά 2,50%. Απώλειες 1,79% κατέγραψε και η Eurobank. Παρά το αρνητικό κλείσιμο, στις τελικές δημοπρασίες εμφανίστηκαν αγοραστές, περιορίζοντας μέρος των ενδοσυνεδριακών πιέσεων.
Την ίδια ώρα, το εξωτερικό περιβάλλον ήταν σαφώς πιο υποστηρικτικό. Ο δείκτης DAX στη Φρανκφούρτη κινήθηκε ανοδικά, ενώ θετικό πρόσημο εμφάνιζε και η Wall Street κατά τις ευρωπαϊκές απογευματινές ώρες. Παράλληλα, η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου προς τα 94 δολάρια το βαρέλι συνέβαλε στη βελτίωση του διεθνούς επενδυτικού κλίματος.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η Allwyn συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των επενδυτών. Η εταιρεία ανακοίνωσε πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών ύψους έως 150 εκατ. ευρώ, παράλληλα με ισχυρά αποτελέσματα πρώτου τριμήνου. Τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 21%, φθάνοντας τα 1,2 δισ. ευρώ, ενώ τα προσαρμοσμένα EBITDA ενισχύθηκαν κατά 24%, στα 443 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, η διοίκηση γνωστοποίησε την πρόθεσή της να διανείμει προμέρισμα 0,20 ευρώ ανά μετοχή στο δεύτερο εξάμηνο και επανέλαβε τον στόχο για συνολικές διανομές τουλάχιστον 1 ευρώ ανά μετοχή. Η μετοχή έκλεισε με άνοδο 1,59% στα 13,38 ευρώ, έχοντας κινηθεί ενδοσυνεδριακά πάνω από τα 13,50 ευρώ.
Αντίθετα, επιφυλακτική ήταν η υποδοχή των αποτελεσμάτων της Άβαξ. Παρά την αύξηση του κύκλου εργασιών στα 208,4 εκατ. ευρώ από 177,7 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, η κερδοφορία εμφάνισε κάμψη, με καθαρά κέρδη που διαμορφώθηκαν στα 10,6 εκατ. ευρώ από 11,9 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία αποδίδει την εξέλιξη σε αυξημένες αποσβέσεις, υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση και προσωρινή πίεση στο κεφάλαιο κίνησης, η οποία οδήγησε σε αύξηση του καθαρού δανεισμού. Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων παραμένει σε υψηλά επίπεδα, στα 2,6 δισ. ευρώ. Η μετοχή υποχώρησε κατά 1,94%, κλείνοντας στα 3,54 ευρώ.
Στις μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης ξεχώρισε η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η οποία ενισχύθηκε κατά 2,10%, στα 42,70 ευρώ, στον απόηχο των πρόσφατων αποτελεσμάτων και της θετικής αξιολόγησης από τη Santander, που τοποθετεί την τιμή-στόχο στα 58 ευρώ. Θετική ήταν και η συμβολή της Coca-Cola HBC, η οποία κατέγραψε άνοδο 2,57%, αν και με περιορισμένο όγκο συναλλαγών.
Στον αντίποδα, η HELLENiQ ENERGY δεν κατάφερε να διατηρήσει τα υψηλά πολυετών επιπέδων που προσέγγισε ενδοσυνεδριακά. Παρά το υψηλό των 10,68 ευρώ, η μετοχή έκλεισε τελικά στα 10,30 ευρώ, σημειώνοντας απώλειες 2,28%.
Η εικόνα της συνεδρίασης ανέδειξε για ακόμη μια φορά τον καθοριστικό ρόλο των τραπεζών στη βραχυπρόθεσμη πορεία της αγοράς. Παρά τις επιμέρους θετικές επιχειρηματικές ειδήσεις και τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα, η προσοχή των επενδυτών παρέμεινε στραμμένη στις εξελίξεις που αφορούν τον τραπεζικό κλάδο και στις πιθανές συνέπειες της δικαστικής απόφασης.
