Η εικόνα στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου έχει αλλάξει θεαματικά μέσα σε λίγες εβδομάδες. Εκεί όπου κυριαρχούσαν οι φόβοι για σοβαρές ελλείψεις και εκτίναξη των τιμών λόγω της κρίσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, σήμερα οι αναλυτές προειδοποιούν για το αντίθετο ενδεχόμενο: μια περίοδο υπερπροσφοράς που θα ασκήσει ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις στις τιμές του αργού.
Η προσωρινή ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ επέτρεψαν την επιστροφή στην αγορά εκατομμυρίων βαρελιών που είχαν παραμείνει εγκλωβισμένα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Υπολογίζεται ότι περισσότερο από 60 εκατ. βαρέλια άρχισαν να διοχετεύονται εκ νέου στις διεθνείς αγορές, μεταβάλλοντας άμεσα τις ισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Το Brent έχασε τα κέρδη της κρίσης
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Brent να χάσει όλα τα κέρδη που είχε καταγράψει κατά τη διάρκεια της κρίσης, με την τιμή του να κινείται πλέον κοντά στα 70 δολάρια το βαρέλι.
Παράλληλα, η φυσική αγορά πετρελαίου εμφανίζει ενδείξεις αδυναμίας που, σύμφωνα με αναλυτές, θυμίζουν την περίοδο της κατάρρευσης της ζήτησης κατά την πανδημία.
Για την παγκόσμια οικονομία, η υποχώρηση των τιμών αποτελεί θετική εξέλιξη, καθώς περιορίζει τον κίνδυνο νέου κύματος πληθωριστικών πιέσεων που θα προκαλούνταν από το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Ωστόσο, για τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες και ιδιαίτερα για τη συμμαχία OPEC+, δημιουργείται ένα νέο δίλημμα: εάν θα συνεχίσουν να αυξάνουν την παραγωγή τους ή αν θα χρειαστεί να προχωρήσουν εκ νέου σε περιορισμό της προσφοράς προκειμένου να στηρίξουν τις τιμές.
Πλεόνασμα πετρελαίου παντού
Μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι, όπως η Morgan Stanley και η Goldman Sachs, εκτιμούν ότι μέσα στο επόμενο έτος η αγορά ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με πλεόνασμα πετρελαίου, εφόσον η παραγωγή συνεχίσει να αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της ζήτησης.
Στην αύξηση της προσφοράς συμβάλλει η επιστροφή των εξαγωγών από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στα επίπεδα πριν από την κρίση, αλλά και η επανεμφάνιση του ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές μετά τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων.
Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να διοχετεύονται στην αγορά ποσότητες από τα στρατηγικά αποθέματα των Ηνωμένων Πολιτειών, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση των ελλείψεων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Υποτονική ζήτηση λόγω Κίνας
Παρά τη σημαντική αύξηση της προσφοράς, η ζήτηση παραμένει υποτονική, κυρίως λόγω της στάσης της Κίνας. Η μεγαλύτερη εισαγωγική χώρα πετρελαίου στον κόσμο δεν έχει επιστρέψει ακόμη δυναμικά στις αγορές, διατηρώντας τις εισαγωγές της σημαντικά χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα.
Η απουσία των Κινέζων αγοραστών δυσκολεύει την απορρόφηση των επιπλέον ποσοτήτων και εντείνει τις πιέσεις στις τιμές.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς στη διεθνή αγορά. Φορτία πετρελαίου ταξιδεύουν σε ασυνήθιστους προορισμούς αναζητώντας αγοραστές, ενώ αρκετά δεξαμενόπλοια παραμένουν αγκυροβολημένα για ημέρες χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πώληση του φορτίου τους.
Παράλληλα, ορισμένες ποικιλίες αργού από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική διατίθενται με τις μεγαλύτερες εκπτώσεις των τελευταίων ετών.
Σημάδια εξισορρόπησης της αγοράς
Παρά τις ανησυχίες, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η σημερινή υπερπροσφορά ενδέχεται να αποδειχθεί προσωρινή. Η μαζική επιστροφή των αποθεμάτων που είχαν εγκλωβιστεί στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί έκτακτο γεγονός και δεν αναμένεται να επαναλαμβάνεται σε μόνιμη βάση.
Επιπλέον, η παραγωγή αρκετών χωρών του Κόλπου εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση.
Στήριξη στην αγορά θα μπορούσε επίσης να προσφέρει η σταδιακή αναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων από πολλές κυβερνήσεις, καθώς και μια πιθανή επιστροφή της κινεζικής ζήτησης, εφόσον οι χαμηλότερες τιμές καταστήσουν πιο ελκυστικές τις εισαγωγές.
Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι καθοριστικοί για την πορεία της αγοράς πετρελαίου.
Η διατήρηση της εκεχειρίας στη Μέση Ανατολή, οι αποφάσεις του OPEC+ για την παραγωγή και η στάση της Κίνας θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν εάν η σημερινή υπερπροσφορά θα εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλών τιμών ή αν η αγορά θα επανέλθει σε πιο ισορροπημένα επίπεδα.
