CNBC: Έρχεται ισχυρό sell off έως 20% στη Wall Street -Το επενδυτικό καταφύγιο στην Ευρώπη

Αναλυτής προειδοποιεί για μεγάλη διόρθωση στη Wall Street, καθώς αυξάνονται οι πιέσεις σε μετοχές και ομόλογα. Οι ανθεκτικές ευρωπαϊκές μετοχές

Αγορές © Magnific

 Μια μεγάλη χρηματιστηριακή διόρθωση, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλειες έως και 20% στη Wall Street, βρίσκεται προ των πυλών, σύμφωνα με τον Κρις Γουάτλινγκ, διευθύνοντα σύμβουλο και επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Longview Economics. Την ώρα που οι αμερικανικοί δείκτες καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, στις διεθνείς αγορές συσσωρεύονται επικίνδυνες πιέσεις, οι οποίες θυμίζουν προηγούμενες περιόδους έντονων χρηματιστηριακών αναταράξεων.

Όπως προειδοποιεί ο αναλυτής μιλώντας στο CNBC, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, η συρρίκνωση της διεθνούς ρευστότητας και η αυξανόμενη εξάρτηση των χρηματιστηριακών δεικτών από μια χούφτα τεχνολογικών κολοσσών συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Κατά την εκτίμησή του, ένα ισχυρό κύμα ρευστοποιήσεων μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, προκαλώντας αναταράξεις στις διεθνείς αγορές για διάστημα δύο έως έξι μηνών.

Μιλώντας στο CNBC», ο Γουάτλινγκ υποστήριξε ότι οι αγορές εμφανίζουν ανησυχητικές ομοιότητες με προηγούμενες περιόδους αναταραχής, όπως το 2011, το 2015 και το 2018.

«Η ρευστότητα περιορίζεται παγκοσμίως και αυτό γίνεται πλέον ορατό σε πολλά διαφορετικά σημεία», ανέφερε, εκτιμώντας ότι μια μεγάλη διόρθωση στα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου μπορεί να ξεκινήσει ανά πάσα στιγμή και να διαρκέσει από δύο έως έξι μήνες.

Τα προειδοποιητικά σημάδια από τη Γαλλία και τα ομόλογα

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Longview Economics, οι ενδείξεις πίεσης δεν περιορίζονται στις μετοχές, αλλά επεκτείνονται σε διαφορετικές κατηγορίες επενδύσεων. Μεταξύ των χαρακτηριστικότερων παραδειγμάτων είναι η αύξηση του ασφαλίστρου κινδύνου για το γαλλικό δημόσιο χρέος και η διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων μεταξύ των γαλλικών ομολόγων και εκείνων άλλων χωρών της Ευρωζώνης.

Παράλληλα, καταγράφονται πιέσεις στην αμερικανική αγορά εταιρικών ομολόγων υψηλού κινδύνου, ιδιαίτερα στους τίτλους με αξιολόγηση CCC, δηλαδή ομόλογα επιχειρήσεων με ιδιαίτερα χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα και αυξημένο κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους, αλλά και στην ευρύτερη αγορά ομολόγων υψηλών αποδόσεων.

«Είναι σαν μια χύτρα ταχύτητας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Γουάτλινγκ, εξηγώντας ότι τέτοιες συνθήκες εμφανίζονται συνήθως όταν οι κεντρικές τράπεζες αλλάζουν κατεύθυνση στη νομισματική πολιτική τους.

Κατά τον ίδιο, οι σημερινές πιέσεις στις αγορές συνδέονται με την αλλαγή κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής διεθνώς, καθώς οι κεντρικές τράπεζες στρέφονται από τις μειώσεις στις αυξήσεις των επιτοκίων, περιορίζοντας τη ρευστότητα και καθιστώντας ακριβότερη τη χρηματοδότηση.

Γιατί οι αγορές θυμίζουν το 2018

Ο Γουάτλινγκ εντοπίζει σημαντικές ομοιότητες με τις χρηματιστηριακές αναταράξεις του 2011, του 2015 και του 2018. Όπως εξήγησε, σε αντίστοιχες περιόδους οι βασικοί δείκτες αρχικά κινούνταν χωρίς σαφή κατεύθυνση, προκαλώντας σύγχυση στους επενδυτές. Σταδιακά, όμως, η άνοδος στηριζόταν σε ολοένα μικρότερο αριθμό μετοχών, ενώ η πλειονότητα της αγοράς έχανε έδαφος. Ακολουθούσε μια απότομη και εκτεταμένη πτώση.

Κατά την εκτίμησή του, η ίδια εικόνα διαμορφώνεται και σήμερα, καθώς οι χρηματιστηριακές επιδόσεις εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από μια μικρή ομάδα μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.

«Οι αισιόδοξοι επενδυτές λένε ότι υπάρχουν επτά μετοχές με εντυπωσιακή αύξηση κερδών και επομένως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα υποχωρούν σταδιακά. Τα ντόμινο πέφτουν», σημείωσε.

Για τον Γουάτλινγκ, αυτή η σταδιακή αποδυνάμωση της αγοράς αποτελεί προάγγελο ενός ισχυρού sell-off, που θα μπορούσε να οδηγήσει τον S&P 500 σε απώλειες μεταξύ 10% και 20%.

Δεν βλέπει ύφεση στην αμερικανική οικονομία

Παρά τη δυσοίωνη πρόβλεψή του για τις μετοχές, ο αναλυτής δεν θεωρεί ότι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με επικείμενη ύφεση. Αντίθετα, περιγράφει την οικονομία των ΗΠΑ ως υγιή, εκτιμώντας ότι η πιθανή χρηματιστηριακή πτώση θα αποτελέσει μια διόρθωση στη μέση του οικονομικού κύκλου.

Όπως υποστηρίζει, η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την επιτάχυνση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και την αυξανόμενη έκδοση εταιρικού χρέους για τη χρηματοδότηση νέων επενδυτικών σχεδίων.

Οι εξελίξεις αυτές, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα.

Μια σημαντική πτώση των μετοχών θα μπορούσε, μάλιστα, να οδηγήσει σε αναπροσαρμογή των προσδοκιών για τα επιτόκια και τελικά σε βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας.

Η προειδοποίηση της ΕΚΤ για την τεχνητή νοημοσύνη

Η προειδοποίηση έρχεται ενώ ο S&P 500 κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό αυτή την εβδομάδα, παρά τις αυξήσεις επιτοκίων, τις υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, το ενεργειακό σοκ και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα από τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει το CNBC, αντίστοιχους προβληματισμούς είχαν διατυπώσει τον Αύγουστο και οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Σε σχετική έκθεσή τους υποστήριξαν ότι η ιστορική εμπειρία από προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις καθιστά πιθανή μια διόρθωση των σημερινών χρηματιστηριακών αποτιμήσεων.

Οι οικονομολόγοι συνέκριναν την εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης με την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, την ηλεκτροδότηση και την επανάσταση του διαδικτύου.

Σε τέτοιες περιόδους, οι υψηλές προσδοκίες μπορούν να οδηγήσουν σε υπερβολικές αποτιμήσεις, προτού οι επενδυτές αρχίσουν να απαιτούν υψηλότερη ανταμοιβή για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν, πιέζοντας τις τιμές των μετοχών.

Πού βλέπει επενδυτικό καταφύγιο

Σε μια περίοδο αυξανόμενης αβεβαιότητας για τις διεθνείς αγορές, ο Γουάτλινγκ στρέφει την προσοχή σε έναν από τους λιγότερο δημοφιλείς κλάδους των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, ο οποίος, κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσε να προσφέρει προστασία στους επενδυτές σε περίπτωση ισχυρής διόρθωσης. Πρόκειται για τις εταιρείες βασικών καταναλωτικών αγαθών της Ευρωζώνης, που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως τα τρόφιμα, τα ποτά, τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και άλλα είδη καθημερινής ανάγκης.

Το πλεονέκτημα αυτών των επιχειρήσεων είναι ότι η ζήτηση για τα προϊόντα τους παραμένει σχετικά σταθερή ακόμη και σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης, γεγονός που καθιστά τις μετοχές τους περισσότερο ανθεκτικές στις αναταράξεις.

«Δεν είναι ο πιο συναρπαστικός κλάδος της αγοράς, αλλά η αποτίμησή του σε σχέση με το σύνολο της αγοράς δεν ήταν ποτέ τόσο χαμηλή», επισήμανε.

Όπως εξήγησε, οι συγκεκριμένες μετοχές έχουν βρεθεί για μεγάλο διάστημα εκτός του επενδυτικού ενδιαφέροντος, καταγράφοντας σημαντικές απώλειες και διαπραγματευόμενες πλέον σε ιδιαίτερα χαμηλές σχετικές αποτιμήσεις. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, η οποία καθιστά λιγότερο ελκυστικές τις επενδύσεις σε παραδοσιακά αμυντικούς χρηματιστηριακούς κλάδους.

Ωστόσο, ο Γουάτλινγκ εκτιμά ότι αυτή η εικόνα μπορεί να αντιστραφεί όταν σταματήσει η ανοδική πορεία των αποδόσεων. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι μετοχές των εταιρειών βασικών καταναλωτικών αγαθών θα μπορούσαν να ανακτήσουν την ελκυστικότητά τους, προσφέροντας στους επενδυτές ένα σχετικά ασφαλέστερο καταφύγιο για τους επόμενους μήνες.

Η εκτίμησή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ιστορικά υψηλά της Wall Street δεν αποτυπώνουν απαραίτητα τη συνολική εικόνα των αγορών. Και αυτό γιατί, όπως προειδοποιεί, ενώ μια μικρή ομάδα ισχυρών μετοχών εξακολουθεί να στηρίζει τους βασικούς δείκτες, ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη χρηματιστηριακή διόρθωση.