Σημαντική υποχώρηση καταγράφουν τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, μετά τις ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για συμφωνία προμήθειας ρωσικού ντίζελ και για ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Οι εξελίξεις δημιουργούν προσδοκίες για αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς στις διεθνείς αγορές, περιορίζοντας προσωρινά τις πιέσεις που έχει προκαλέσει η ενεργειακή κρίση.
Το πετρέλαιο μπρεντ υποχωρεί κατά 1,19%, στα 103,48 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό WTI διαμορφώνεται στα 90,48 δολάρια, καταγράφοντας απώλειες 1,49%.
Όπως μεταδίδει το Reuters, η πτώση των τιμών αντανακλά τις εκτιμήσεις ότι μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικών καυσίμων θα μπορούσαν να διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές, μειώνοντας τις ανησυχίες για ελλείψεις. Ωστόσο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει έντονη, με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να διατηρούν το μπρεντ πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων.
Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ
Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή του κλίματος διαδραμάτισε η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ την Παρασκευή, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 2,25 εκατ. βαρέλια, στις αγορές των ΗΠΑ και διεθνώς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διευκρίνισε ότι η Μόσχα θα προχωρήσει στην παράδοση επιπλέον 500.000 τόνων τον Νοέμβριο, ενώ θα ακολουθήσει άλλη μία ποσότητα 1 εκατ. τόνων το επόμενο διάστημα.
Σύμφωνα με το CNBC, η συμφωνία προέκυψε έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία του Τραμπ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, με την αμερικανική πλευρά να κάνει λόγο για συνολικές ποσότητες που θα ξεπεράσουν τους 4 εκατ. τόνους.
Η είδηση προκάλεσε άμεση αντίδραση στην αγορά καυσίμων, με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ στο χρηματιστήριο ICE να υποχωρούν κατά 3%, στα 1.436 δολάρια το βαρέλι.
Πάντως, το μέγεθος της παγκόσμιας κατανάλωσης υποδηλώνει ότι οι επιπλέον ρωσικές ποσότητες δεν επαρκούν από μόνες τους για να ανατρέψουν τις συνθήκες στην αγορά. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η ημερήσια κατανάλωση ντίζελ παγκοσμίως αναμένεται να προσεγγίσει τα 29 εκατ. βαρέλια.
Ενεργειακή εκεχειρία Ρωσίας – Ουκρανίας με ερωτήματα
Νέο στοιχείο στην εξίσωση αποτελεί η αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Τραμπ την Κυριακή ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον των ενεργειακών εγκαταστάσεων της άλλης πλευράς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε, μέσω ανάρτησής του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ότι η ενεργειακή εκεχειρία τίθεται αμέσως σε ισχύ, καλώντας τις δύο πλευρές να την τηρήσουν.
Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν συνοδεύτηκε από σαφή επιβεβαίωση των όρων της συμφωνίας.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η χώρα του υποστηρίζει την κατάπαυση των επιθέσεων, επισημαίνοντας όμως πως αναμένει περισσότερες λεπτομέρειες και ότι είναι απαραίτητο να τηρήσει τη συμφωνία και η Ρωσία. Η Μόσχα δεν είχε τοποθετηθεί επισήμως.
Ο Τιμ Γουότερερ, επικεφαλής αναλυτής της KCM Trade, εκτίμησε μιλώντας στο Reuters ότι οι ανακοινώσεις περιόρισαν μέρος της άμεσης πίεσης που δέχεται η αγορά λόγω των προβλημάτων εφοδιασμού.
Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία και τη διάρκεια της εκεχειρίας. Χωρίς σαφείς ενδείξεις ότι αυτή μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί και να διατηρηθεί, η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται να παραμείνει περιορισμένη.
Την ίδια ώρα, ο εκτελεστικός διευθυντής του IEA, Φατίχ Μπιρόλ, κάλεσε τα κράτη-μέλη να εξετάσουν κατά πόσο απαιτούνται πρόσθετες αποδεσμεύσεις αποθεμάτων ντίζελ. Παράλληλα, ζήτησε από τις χώρες που δεν έχουν ακόμη διαθέσει το σύνολο των ποσοτήτων τις οποίες έχουν δεσμευτεί να αποδεσμεύσουν, να επιταχύνουν τη διαδικασία, δίνοντας προτεραιότητα στο συγκεκριμένο καύσιμο.
Μέση Ανατολή: Χούθι και Ορμούζ κρατούν το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια
Παρά την αποκλιμάκωση των τιμών, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας στήριξης του πετρελαίου.
Οι ανησυχίες ενισχύθηκαν μετά τις επιθέσεις των Χούθι κατά του διεθνούς αεροδρομίου του Ριάντ το Σαββατοκύριακο.
Σύμφωνα με το Reuters, οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη για το πλήγμα του Σαββάτου, από το οποίο σκοτώθηκαν 13 άνθρωποι και τραυματίστηκαν περισσότεροι από 300. Την Κυριακή, οι σαουδαραβικές αρχές ανέφεραν νέους τραυματισμούς έπειτα από δεύτερη επίθεση στο αεροδρόμιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε το Σάββατο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο να συμμετάσχουν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Σαουδικής Αραβίας εναντίον των Χούθι, εξέλιξη που θα μπορούσε να διευρύνει περαιτέρω τη σύγκρουση που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο με τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Στο διπλωματικό πεδίο, πάντως, καταγράφονται προσπάθειες περιορισμού της έντασης. Σύμφωνα με το CNBC, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, Φαϊζάλ μπιν Φαρχάν, κατά την οποία συζητήθηκαν οι τελευταίες εξελίξεις και οι δυνατότητες αποκλιμάκωσης.
Το Al Jazeera μετέδωσε ότι η Τεχεράνη δήλωσε έτοιμη να προσφέρει βοήθεια για την έναρξη διαλόγου μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των Χούθι της Υεμένης.
Την ίδια στιγμή, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να προκαλεί έντονη ανησυχία.
Η βρετανική υπηρεσία United Kingdom Maritime Trade Operations (UKMTO) ανέφερε ότι το Σαββατοκύριακο καταγράφηκαν δύο νέα περιστατικά εναντίον εμπορικών πλοίων. Στην πρώτη περίπτωση, δεξαμενόπλοιο επλήγη από drone κοντά στο αγκυροβόλιο της Σοχάρ, στο Ομάν, ενώ στη δεύτερη άλλο δεξαμενόπλοιο υπέστη ζημιές από άγνωστο βλήμα κατά τη διέλευσή του από τα Στενά του Ορμούζ.
Οι νέες επιθέσεις δημιουργούν φόβους ότι η ανάκαμψη των εξαγωγών αργού πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, η οποία είχε αρχίσει να διαφαίνεται τον Σεπτέμβριο, ενδέχεται να ανακοπεί.
Goldman Sachs: Στα 90 δολάρια η νέα πρόβλεψη για το μπρεντ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Goldman Sachs αναθεώρησε ανοδικά τις προβλέψεις της για τις τιμές του πετρελαίου. Σύμφωνα με το Reuters, οι αναλυτές της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας, με επικεφαλής τον Ντάαν Στράιβεν, αύξησαν την εκτίμησή τους για το μπρεντ τον Δεκέμβριο του 2026 στα 90 δολάρια το βαρέλι, από 85 δολάρια προηγουμένως.
Η τράπεζα εξακολουθεί να θεωρεί βασικό σενάριο τη σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών, καθώς οι παραγωγοί και οι εμπορικές ροές προσαρμόζονται στις συνθήκες που έχει δημιουργήσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να πυροδοτήσει σημαντική άνοδο, εκτιμώντας ότι το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου που ενσωματώνεται σήμερα στις τιμές ξεπερνά ελαφρώς τα 20 δολάρια ανά βαρέλι.
Για το αμερικανικό WTI, η Goldman Sachs προβλέπει μέση τιμή 81 δολαρίων τον Δεκέμβριο του 2026 και 73 δολαρίων το 2027.
Η τράπεζα αποδίδει τη σημερινή ασυνήθιστα μεγάλη διαφορά τιμής μεταξύ Brent και WTI, μεταξύ άλλων, στο αυξημένο κόστος μεταφοράς πετρελαίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρώπη.
Ο τυφώνας Isaias προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας
Πρόσθετη πηγή ανησυχίας για την προσφορά αποτελεί η κατάσταση στον Κόλπο του Μεξικού, μετά το πέρασμα του τυφώνα Isaias, ο οποίος έπληξε τις αμερικανικές ακτές νωρίς το Σάββατο.
Οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι Shell, Chevron και BP επιχειρούν να επαναφέρουν το προσωπικό στις υπεράκτιες εγκαταστάσεις τους και να αποκαταστήσουν την παραγωγή που διακόπηκε εξαιτίας των ακραίων καιρικών συνθηκών.
Η UOB, σε ανάλυσή της που επικαλείται το CNBC, επισημαίνει ότι οι διακοπές της υπεράκτιας παραγωγής, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία, ενισχύουν το ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου και θα μπορούσαν να διατηρήσουν ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Παρά τη σημερινή πτώση, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου παραμένουν αντιμέτωπες με σημαντικές αβεβαιότητες. Οι προσδοκίες για ενίσχυση της προσφοράς από τη Ρωσία και η προοπτική ενεργειακής εκεχειρίας με την Ουκρανία δημιουργούν περιθώρια αποκλιμάκωσης, την ώρα που η συνεχιζόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή συντηρεί τους φόβους για νέες διαταραχές στον παγκόσμιο εφοδιασμό.
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία των τιμών το επόμενο διάστημα αναμένεται να διαδραματίσουν η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, η τήρηση της ενδεχόμενης εκεχειρίας μεταξύ Μόσχας και Κιέβου και η υλοποίηση της συμφωνίας για τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ. Από αυτές τις εξελίξεις θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό εάν η υποχώρηση των τιμών αποκτήσει διάρκεια ή αποδειχθεί πρόσκαιρη, με το ενδεχόμενο νέας ανόδου να παραμένει ανοιχτό.
