Στέγαση: Τριπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ το κόστος για τους νέους έως 30 ετών στην Ελλάδα

Σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με την ΕΕ είναι το βάρος της στέγασης, ως ποσοστό του εισοδήματος, για τους νέους έως 29 ετών στην Ελλάδα

Σπίτια στην Αθήνα © Freepik

Σχεδόν τριπλάσιο ως προς το ποσοστό του εισοδήματος είναι το βάρος που καλούνται να σηκώσουν οι νέοι έως 29 χρονών στην Ελλάδα για τη στέγασή τους σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την έκθεση του Youth Wiki με τίτλο «Youth access to affordable and quality housing – A comparative analysis of national policies», η οποία δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 από τον Ευρωπαϊκό Εκτελεστικό Οργανισμό Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής .

Η μελέτη, που βασίζεται σε ποσοτικά δεδομένα της Eurostat και του Ευρωβαρόμετρου, καθώς και σε ποιοτική ανάλυση πολιτικών από 34 ευρωπαϊκές χώρες, καταγράφει με συστηματικό τρόπο μια κρίση που πλήττει συνολικά τη νεότερη γενιά στην Ευρώπη, αλλά στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερα οξείες διαστάσεις.

Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται ο δείκτης της «υπέρμετρης στεγαστικής δαπάνης», δηλαδή το ποσοστό των νέων που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, περισσότεροι από ένας στους δέκα νέους ηλικίας 20–29 ετών βρίσκονται σε αυτήν τη θέση. Στην Ελλάδα, όμως, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 31%, τοποθετώντας τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ, πίσω μόνο από τη Δανία. Πρόκειται για ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που αποτυπώνει τη βαθιά αναντιστοιχία μεταξύ εισοδημάτων και κόστους κατοικίας.

Σε αντίθεση με χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, όπου οι νέοι φεύγουν από το πατρικό σπίτι σε ηλικία 21-23 ετών και τα υψηλά ποσοστά συνδέονται με χαμηλά εισοδήματα στα πρώτα χρόνια ανεξαρτησίας, στην Ελλάδα η αυτονόμηση καθυστερεί σημαντικά. Ωστόσο, ακόμη και όταν οι νέοι αποκτούν δική τους κατοικία, το κόστος παραμένει δυσανάλογο σε σχέση με τα εισοδήματά τους – στοιχείο που αναδεικνύει τη δομική φύση της κρίσης.

Η Ελλάδα στις χειρότερες επιδόσεις και στην ποιότητα κατοικίας

Η κρίση δεν περιορίζεται στην προσιτότητα, αλλά επεκτείνεται και στην ποιότητα της στέγης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 27% των νέων ηλικίας 15–29 ετών ζει σε συνθήκες υπερπληρότητας, ενώ για όσους βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας το ποσοστό φτάνει το 42%. Παράλληλα, το 7% των νέων αντιμετωπίζει σοβαρή στεγαστική στέρηση.

Η Ελλάδα καταγράφει επιδόσεις χειρότερες από τον μέσο όρο και στους δύο αυτούς δείκτες. Ιδιαίτερα στους νέους που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, ένας στους πέντε ζει σε συνθήκες σοβαρής στεγαστικής υποβάθμισης, δηλαδή σε κατοικίες που είναι ταυτόχρονα υπερπλήρεις και παρουσιάζουν βασικές ελλείψεις, όπως διαρροές, απουσία μπάνιου ή ανεπαρκή φωτισμό.

Η εικόνα αυτή κατατάσσει τη χώρα στην ίδια κατηγορία με κράτη όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία, αναδεικνύοντας τη διπλή διάσταση του προβλήματος, υψηλό κόστος και χαμηλή ποιότητα.

Παρά τα επιβαρυμένα δεδομένα, η έρευνα καταγράφει ένα φαινομενικά αντιφατικό εύρημα. Στην Ελλάδα, το ποσοστό των νέων που δηλώνουν ότι η στεγαστική προσιτότητα αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία τους είναι σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες, όπως η Τσεχία ή η Γερμανία.

Η εξήγηση βρίσκεται στη δομή της ελληνικής κοινωνίας: πολλοί νέοι δεν έχουν ακόμη εισέλθει στην αγορά κατοικίας ως ανεξάρτητα νοικοκυριά, καθώς παραμένουν στο πατρικό σπίτι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας των 20 ή και αργότερα. Έτσι, η κρίση δεν βιώνεται πάντα ως άμεση καθημερινή πίεση, αν και είναι αντικειμενικά παρούσα.

Αγορά εργασίας και στεγαστική επισφάλεια

Η στεγαστική κρίση συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες στην αγορά εργασίας. Οι νέοι αντιμετωπίζουν υψηλότερη ανεργία, μεγαλύτερη επισφάλεια και χαμηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Η εκτεταμένη προσωρινή απασχόληση και ο αυξημένος κίνδυνος φτώχειας περιορίζουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια και ενισχύουν την εξάρτηση από την ενοικίαση, σε μια αγορά όπου οι τιμές αυξάνονται διαρκώς. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: χαμηλά εισοδήματα οδηγούν σε στεγαστική πίεση, η οποία με τη σειρά της εντείνει την οικονομική ανασφάλεια.

Πολιτικές στέγασης: Πρόοδος με κενά

Η έκθεση κατατάσσει την Ελλάδα ανάμεσα στις 21 χώρες που διαθέτουν τόσο ειδικές πολιτικές στέγασης για νέους όσο και ευρύτερες πολιτικές στις οποίες οι νέοι αναγνωρίζονται ως διακριτή ομάδα-στόχος.

Οι βασικές κατηγορίες που καλύπτονται είναι οι φοιτητές, οι νέοι χαμηλού εισοδήματος, οι νέες οικογένειες και οι άνεργοι. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σύνδεση της στεγαστικής πολιτικής με την ανεργία των νέων – μια πρακτική που υιοθετείται μόνο από λίγες χώρες στην Ευρώπη και θεωρείται καλή πρακτική.

Στον τομέα της φοιτητικής στέγασης, η Ελλάδα παρέχει τόσο άμεση οικονομική ενίσχυση όσο και χρηματοδότηση για τη δημιουργία υποδομών, αναγνωρίζοντας τη σημασία της στέγης για την ακαδημαϊκή πορεία των νέων.

Καινοτόμα εργαλεία: «Κάλυψη» και «Εξοικονομώ 2025»

Δύο ελληνικά προγράμματα ξεχωρίζουν στην έκθεση. Το πρώτο είναι το «Κάλυψη», το οποίο αξιοποιεί ιδιωτικές κατοικίες για τη στέγαση ευάλωτων νέων με κρατική εγγύηση ενοικίου και προστασία για τους ιδιοκτήτες. Το πρόγραμμα κατατάσσεται στην κατηγορία της «δημοσίως υποστηριζόμενης ιδιωτικής ενοικίασης», ένα μοντέλο που εφαρμόζεται σε ελάχιστες χώρες.

Το δεύτερο είναι το «Εξοικονομώ 2025», που στοχεύει στην ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών νέων ιδιοκτητών, μειώνοντας παράλληλα το κόστος διαβίωσης μέσω εξοικονόμησης ενέργειας.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και μια μοναδική ευρωπαϊκή διάκριση: η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου, μέσω του προγράμματος «Κάλυψη», εφαρμόζονται ειδικά πρότυπα ποιότητας στην ιδιωτική αγορά ενοικίασης για νέους.

Τα μεγάλα κενά της ελληνικής πολιτικής

Παρά τα παραπάνω, η έκθεση εντοπίζει σημαντικές αδυναμίες. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται να διαθέτει ολοκληρωμένες πολιτικές για την αστεγία των νέων, ούτε περιλαμβάνεται στις χώρες που παρέχουν στοχευμένη υποστήριξη για αγορά κατοικίας.

Αντίστοιχα, απουσιάζει από τον κατάλογο των χωρών με πολιτικές κοινωνικής κατοικίας που στοχεύουν ρητά τους νέους, ένα από τα σημαντικότερα κενά, δεδομένης της έκτασης του προβλήματος.

ΔΝΤ και Τράπεζα της Ελλάδος: Η ανάγκη για ενίσχυση της προσφοράς

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η κρίση στην Ελλάδα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ανεπαρκή αξιοποίηση του υφιστάμενου στεγαστικού αποθέματος. Προτείνει την επιβολή φόρου στα κενά ακίνητα, την ενίσχυση των ανακαινίσεων και την ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, καθώς και μηχανισμούς εγγύησης ενοικίων.

Από την πλευρά της, η Τράπεζα της Ελλάδος, υπό τον διοικητή της, Γιάννη Στουρνάρα, δίνει έμφαση σε διαρθρωτικές λύσεις, αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας μείωση της γραφειοκρατίας και ενίσχυση των επενδύσεων στην κατοικία.

Ένα πρόβλημα με βαθιές κοινωνικές προεκτάσεις

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής αλλά και αντιφατική. Η Ελλάδα καταγράφει από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη σε βασικούς δείκτες στεγαστικής ανασφάλειας των νέων, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζει επιμέρους καινοτόμες πολιτικές. Ωστόσο, το βασικό συμπέρασμα δεν αλλάζει, όταν η στέγη απορροφά σχεδόν το μισό εισόδημα ενός νέου, σε επίπεδα τριπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τότε η κρίση παύει να είναι απλώς οικονομική. Μετατρέπεται σε ζήτημα κοινωνικής συνοχής, δημογραφικής προοπτικής και βιωσιμότητας για μια ολόκληρη γενιά.