Εξοχικές κατοικίες: Νέο ρεκόρ τιμών στις Κυκλάδες – Έως 30.000 ευρώ το τ.μ. στη Μύκονο

Αύξηση για 9η συνεχόμενη χρονιά καταγράφεται στις ζητούμενες τιμές πώλησης θερινών εξοχικών κατοικιών στα πέντε νησιά που εξετάζει η GEOAXIS

Εξοχικές κατοικίες στην Μύκονο © Magnific

Ανοδικά κινήθηκαν και το 2026 οι ζητούμενες τιμές πώλησης θερινών κατοικιών στις Κυκλάδες, με τη Μύκονο, τη Σαντορίνη και την Πάρο να διατηρούν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στην πολυτελή αγορά εξοχικής κατοικίας.

Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Αξιών Θερινών Εξοχικών Κατοικιών της GEOAXIS, αυξήσεις καταγράφηκαν για ένατη διαδοχική χρονιά και στα πέντε νησιά που πραγματοποιήθηκε η έρευνα -Μύκονο, Πάρο, Σαντορίνη, Σέριφο και Κέα. Την ίδια στιγμή, η απόσταση ανάμεσα στις πολυτελείς και τις τυπικές κατοικίες παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη: στη Σαντορίνη η διάμεση τιμή ενός πολυτελούς ακινήτου είναι έως 5,9 φορές υψηλότερη, ενώ στη Σέριφο η αντίστοιχη αναλογία διαμορφώνεται στις 2,4 φορές.

Η συνέχιση της ανόδου, ωστόσο, συνοδεύεται από προβληματισμό για τα όρια του σημερινού μοντέλου ανάπτυξης. Ο υπερτουρισμός, η πίεση στις υποδομές, το υψηλό κόστος μετακίνησης και διαμονής, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η γεωπολιτική αβεβαιότητα ενδέχεται τα επόμενα χρόνια να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές στην αγορά και συνολικά στο κυκλαδίτικο οικοσύστημα.

Η Μύκονος παραμένει η ακριβότερη αγορά

Οι πολυτελείς κατοικίες σε προνομιακές τοποθεσίες, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, υψηλές κατασκευαστικές προδιαγραφές και πρόσθετες παροχές, εξακολουθούν να διατίθενται σε τιμές πολλαπλάσιες των τυπικών εξοχικών.

Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο της GEOAXIS, η Μύκονος διατηρεί την πρώτη θέση, με τη διάμεση ζητούμενη τιμή των πολυτελών κατοικιών να ανέρχεται στα 16.790 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αυξημένη κατά 4,94% σε ετήσια βάση.

Ακολουθεί η Σαντορίνη με 13.943 ευρώ ανά τετραγωνικό και άνοδο 4,9%, ενώ στην Πάρο η διάμεση τιμή ξεπέρασε τις 10.000 ευρώ, φτάνοντας στα 10.026 ευρώ ανά τετραγωνικό, αυξημένη κατά 5,55%. Στην Κέα διαμορφώθηκε στα 6.549 ευρώ, με αύξηση 5,36%, και στη Σέριφο στα 3.984 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 4,1%.

Ακόμη υψηλότερες είναι οι ανώτατες τιμές που εντοπίστηκαν σε μεμονωμένες αγγελίες. Στη Μύκονο έφτασαν τα 30.000 ευρώ ανά τετραγωνικό, στη Σαντορίνη τα 25.000 ευρώ, στην Πάρο τα 20.000 ευρώ, στην Κέα τα 16.000 ευρώ και στη Σέριφο τα 6.542 ευρώ.

Η GEOAXIS διευκρινίζει ότι τα στοιχεία αφορούν ζητούμενες και όχι τελικές τιμές συναλλαγών, ενώ για τις ανάγκες της έρευνας έχουν μειωθεί κατά 10%.

 

Μεγάλες κατοικίες και νεότερες κατασκευές

Οι πολυτελείς θερινές κατοικίες χαρακτηρίζονται και από ιδιαίτερα μεγάλες επιφάνειες. Στην Πάρο, η διάμεση επιφάνεια φτάνει περίπου τα 275 τετραγωνικά μέτρα και στη Μύκονο τα 270 τετραγωνικά.

Ακολουθούν η Κέα με 209 τετραγωνικά, η Σαντορίνη με 170 και η Σέριφος με 136 τετραγωνικά μέτρα.

Στη Μύκονο, την Πάρο και την Κέα, η διάμεση ηλικία των πολυτελών ακινήτων που προσφέρονται προς πώληση είναι μόλις οκτώ έτη. Στη Σαντορίνη και τη Σέριφο, αντίθετα, ξεπερνά τα 16 χρόνια.

Η πολυτελής κατηγορία εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύει περίπου το 5% έως 15% της συνολικής αγοράς, ανάλογα με το νησί. Απευθύνεται κυρίως σε αγοραστές από το εξωτερικό, οι οποίοι αναζητούν ακίνητα ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, υψηλών προδιαγραφών και σε προνομιακές τοποθεσίες.

Άνοδος περίπου 4% και στις τυπικές κατοικίες

Αυξημένες είναι οι ζητούμενες τιμές και για τις τυπικές θερινές κατοικίες, δηλαδή ακίνητα μεγαλύτερης ηλικίας, χωρίς ιδιαίτερες παροχές ή αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και συχνά μακριά από τη θάλασσα.

Η Μύκονος διατηρεί την πρώτη θέση, με διάμεση τιμή 2.969 ευρώ ανά τετραγωνικό, αυξημένη κατά 4% σε ετήσια βάση.

Στην Πάρο η τιμή ανήλθε στα 2.384 ευρώ ανά τετραγωνικό, με άνοδο 4,8%, ενώ στη Σαντορίνη διαμορφώθηκε στα 2.363 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 3,4%.

Η Κέα ακολουθεί με 2.184 ευρώ ανά τετραγωνικό και αύξηση 3,1%. Τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο κατέγραψε η Σέριφος, κατά 5,1%, με τη διάμεση τιμή να φτάνει τα 1.676 ευρώ ανά τετραγωνικό.

Συνολικά, η μέση αύξηση στα πέντε νησιά κινήθηκε κοντά στο 4%.

Οι τυπικές κατοικίες είναι επίσης μεγάλες σε επιφάνεια, αλλά αισθητά παλαιότερες. Στη Μύκονο η διάμεση επιφάνεια ανέρχεται στα 176 τετραγωνικά μέτρα και στην Πάρο στα 150, ενώ στα υπόλοιπα νησιά κινείται μεταξύ 126 και 146 τετραγωνικών. Η διάμεση ηλικία των κατασκευών φτάνει τα 30 έτη.

Στα υψηλότερα επίπεδα της δεκαετίας

Η ανάλυση της περιόδου 2017-2026 δείχνει ότι οι τιμές των τυπικών θερινών κατοικιών βρίσκονται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας και στα πέντε νησιά.

Τη μεγαλύτερη σωρευτική αύξηση εμφανίζει η Μύκονος, με 38,7%, ενώ τη μικρότερη η Σέριφος, με 26,4%.

Η ανοδική πορεία έχει καταστήσει την αγορά εξοχικής κατοικίας ακόμη πιο δύσκολα προσιτή για την πλειονότητα των Ελλήνων. Η έλλειψη φθηνής χρηματοδότησης, το περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα και το αυξημένο κόστος συντήρησης και κατασκευής κρατούν την αγορά εξοχικού εκτός της οικονομικής ατζέντας πολλών νοικοκυριών.

Παράλληλα, η στροφή μεγάλου μέρους των κατοικιών προς την τουριστική αξιοποίηση έχει περιορίσει περαιτέρω τη διαθεσιμότητα ακινήτων για εργαζομένους και δημοσίους υπαλλήλους που χρειάζονται ετήσια στέγαση στα νησιά.

Υποδομές και υπερτουρισμός οι μεγάλες προκλήσεις

Η GEOAXIS σημειώνει ότι η Μύκονος και η Σαντορίνη έχουν πλέον διαμορφώσει μια εξαιρετικά ακριβή κατηγορία ακινήτων, σαφώς διαφοροποιημένη από την υπόλοιπη αγορά των Κυκλάδων, με την Πάρο να ακολουθεί σε μικρή απόσταση.

Ωστόσο, και τα τρία νησιά βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο ως προς το μοντέλο ανάπτυξης και την ποιότητα ζωής που μπορούν να υποστηρίξουν.

Η ανεπάρκεια υποδομών σε νερό, δρόμους και διαχείριση απορριμμάτων, η ακρίβεια σε εισιτήρια και διαμονή, ο υπερτουρισμός και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να επηρεάσουν δομικά την αγορά τα επόμενα χρόνια.

Την ίδια ώρα, η υπερβολική οικοδομική δραστηριότητα έχει προκαλέσει ελλείψεις σε συνεργεία και τεχνικό προσωπικό. Σύμφωνα με την έρευνα, ο χρόνος κατασκευής μιας τυπικής εξοχικής κατοικίας 150 τετραγωνικών έχει επιμηκυνθεί κατά τουλάχιστον έξι μήνες.

Παρά τις πιέσεις, η GEOAXIS προβλέπει ότι οι αξίες θα συνεχίσουν να αυξάνονται κατά τους επόμενους 12 μήνες, πιθανότατα όμως με χαμηλότερο ρυθμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάποια ιδιαίτερα αρνητική γεωπολιτική εξέλιξη.