BοfA: Η Κίνα πλημμυρίζει την Ευρώπη με εξαγωγές και δεν φταίνε οι δασμοί Τραμπ

Η εκτόξευση των κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη δεν αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των αμερικανικών δασμών, αλλά διαρθρωτικών ανισορροπιών της κινεζικής οικονομίας. Η ευρωπαϊκή γραμμή άμυνας

BofA © 123rf.com

Η εμπορική σχέση μεταξύ Κίνας και Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται ξανά στο μικροσκόπιο, καθώς νέα οικονομική ανάλυση της Bank of America δείχνει πως η εκτόξευση των κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη δεν αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των αμερικανικών δασμών, αλλά βαθύτερων διαρθρωτικών ανισορροπιών της κινεζικής οικονομίας. Σύμφωνα με την έκθεση «Euro Area Viewpoint», το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας με την ΕΕ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 300 δισ. δολάρια το πρώτο τρίμηνο του 2026, αφήνοντας πίσω ακόμη και τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι δασμοί που επέβαλαν οι ΗΠΑ το 2025 οδήγησαν πράγματι σε σημαντική μείωση των κινεζικών εξαγωγών προς την αμερικανική αγορά, με πτώση που εκτιμάται μεταξύ 20% και 26% σε πολλούς βιομηχανικούς τομείς. Ωστόσο, δεν προκύπτει σαφής στατιστική απόδειξη ότι τα κινεζικά προϊόντα «ανακατευθύνθηκαν» μαζικά προς την Ευρώπη εξαιτίας αυτών των μέτρων. Αντίθετα, οι εισαγωγές της ΕΕ από την Κίνα είχαν ήδη αυξηθεί σημαντικά πριν από την έναρξη του νέου κύματος δασμών.

Η έκθεση αποδίδει το φαινόμενο κυρίως στον μηχανισμό που επονομάζεται «vent-for-surplus», δηλαδή στη διοχέτευση της πλεονάζουσας κινεζικής παραγωγικής δυναμικότητας στις αγορές του εξωτερικού. Τομείς όπου η εγχώρια ζήτηση στην Κίνα παραμένει αδύναμη εμφανίζουν αυξημένες εξαγωγές και χαμηλότερες τιμές προϊόντων στην Ευρώπη. Οι ερευνητές εντόπισαν επιπλέον ετήσια πίεση στις τιμές εισαγωγών, της τάξης του 3%-3,5%, στοιχείο που αποδίδεται στην υπερπροσφορά κινεζικών προϊόντων.

Παράλληλα, οι Βρυξέλλες αυστηροποιούν τη στάση τους απέναντι στις κινεζικές εμπορικές πρακτικές. Από το 2025 έχουν ξεκινήσει 19 νέες έρευνες κατά της Κίνας, ενώ οι τομείς που παρακολουθούνται στενά αυξήθηκαν από πέντε σε επτά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει πλέον πιο επιθετικά το πλαίσιο ελέγχου ξένων επιδοτήσεων, κυρίως στους τομείς των σιδηροδρόμων, της καθαρής τεχνολογίας και των ψηφιακών υπηρεσιών, κινούμενη πλέον σε λογική «de-risking» απέναντι στο Πεκίνο.