Η τραγική ιστορία του Λιβάνου, του αιώνιου χαμένου στην αραβοϊσραηλινή σύγκρουση

Ο Λίβανος είναι ένα κράτος που δεν κατάφερε ποτέ να συγκροτηθεί πλήρως, επειδή οι εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που το διαμόρφωσαν δεν το επέτρεψαν

Βυρητός © Χ.com

Η σκληρή στάση της ηγεσίας της Χεζμπολάχ, που δηλώνει πως δεν αναγνωρίζει τις συνομιλίες μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, ώστε να μπει ένα τέλος στο νέο γύρο βομβαρδισμών και την ανθρωπιστική καταστροφή στην ταλαιπωρημένη χώρα της Μέσης Ανατολής, δεν αποτελεί έκπληξη. Για όποιον παρακολουθεί τον Λίβανο, τίποτα από αυτά δεν είναι πρωτόγνωρο.

Η ιστορία αυτής της χώρας, όπως αποτυπώνεται στα βιβλία τριών σημαντικών ιστορικών και δημοσιογράφων – του Fawwaz Traboulsi (A History of Modern Lebanon), του Robert Fisk (Pity the Nation) και του Hicham Safieddine (Banking on the State) – είναι η ιστορία ενός κράτους που δεν κατάφερε ποτέ να συγκροτηθεί πλήρως, ακριβώς επειδή οι εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που το διαμόρφωσαν δεν επέτρεψαν ποτέ κάτι τέτοιο.

beirut-lebanon-map

Xάρτης του Λιβάνου © X.com/Britannica, Inc

Αρχή επί οθωμανικής εποχής

Η αρχή βρίσκεται στην οθωμανική εποχή. Το Εμιράτο του Όρους Λιβάνου, αυτόνομη περιοχή εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έφερε ήδη τα χαρακτηριστικά που θα σημαδέψουν τη χώρα: χριστιανική πλειονότητα στο Βουνό, πρώιμη στροφή στην εμπορευματική παραγωγή μεταξιού, πυκνό εμπορικό δίκτυο με ιταλικές πόλεις-κράτη, και ένα σύστημα φεουδαρχικής κατανομής εξουσίας μεταξύ Δρούζων, μιας αιρετικής ισλαμικής κοινότητας που πίστευε στη μετεμψύχωση και αποτελούσε τη στρατιωτική-φεουδαρχική ελίτ, και Μαρωνιτών, χριστιανών ανατολικού δόγματος σε κοινωνία με τη Ρώμη, που είχαν αποτραβηχτεί στα βουνά μετά τις Σταυροφορίες.

Η σφαγή Χριστιανών από Δρούζους το 1860, ο λιμός του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η γαλλική εντολή που ακολούθησε, κάθε σταθμός προσθέτει ένα στρώμα ανεπίλυτων αντιφάσεων.

Η δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου»

Το 1920, ο Γάλλος στρατηγός Γκουρό ανακήρυξε τη δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου», συνενώνοντας στον κορμό της παλαιάς αυτόνομης ορεινής περιοχής τις παράκτιες πόλεις Βηρυτό, Σιδώνα, Τύρο, Τρίπολη και τα αγροτικά οροπέδια.

Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί των νέων εδαφών, κυρίως Σουνίτες, η κυρίαρχη ισλαμική κοινότητα που αντλούσε την εμπορική της δύναμη από τη σχέση με τους Οθωμανούς, υπέβαλαν Υπόμνημα Διαμαρτυρίας το 1921, αρνούμενοι τα νέα σύνορα και ζητώντας ένωση με τη Συρία. Η ρωγμή αυτή δεν επουλώθηκε ποτέ.

Το Εθνικό Σύμφωνο του 1943, μεταξύ του Μαρωνίτη προέδρου Μπισάρα αλ-Χούρι και του Σουνίτη πρωθυπουργού Ριάντ αλ-Σολχ, κατένειμε την εξουσία βάσει κοινοτικής αναλογίας: ο πρόεδρος πάντοτε Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός πάντοτε Σουνίτης, ο πρόεδρος της Βουλής πάντοτε Σιίτης, δηλαδή μέλος της δεύτερης μεγάλης ισλαμικής κοινότητας, που στον Λίβανο αποτελούσε την πλέον περιθωριοποιημένη ομάδα, συγκεντρωμένη στον φτωχό Νότο και τα υποβαθμισμένα νότια προάστια της Βηρυτού.

Οι Χριστιανοί παραιτούνταν από τη γαλλική εγγύηση, οι Μουσουλμάνοι εγκατέλειπαν κάθε αίτηση ένωσης με τη Συρία. Η σκόπιμη ασάφεια αυτής της συμφωνίας, χωρίς συνταγματικό κείμενο, βασισμένη σε απογραφή του 1932 που δεν επαναλήφθηκε ποτέ, θα αποδεικνυόταν καταστρεπτική.

beirut-main-2

Bηρυτός. Αριστερά το Γαλάζιο Τζαμί Μοχαμάντ Αλ Αμίν, δεξιά ο Καθεδρικός των Μαρωνιτών (Άγιος Γεώργιος) με το ψηλό καμπαναριό και πίσω στο βάθος ο Ελληνορθόδοξος Καθεδρικός Ναός του Αγίου Γεωργίου, όλοι σε απόσταση λίγων μέτρων. © Χ.com

1950-1965: To «λιβανέζικο θαύμα»

Η περίοδος 1950-1965 αντιστοιχεί στο λεγόμενο «λιβανέζικο θαύμα»: η Βηρυτός ως χρηματοπιστωτικός κόμβος του αραβικού κόσμου, αραβικά κεφάλαια στις τράπεζες, τουρισμός, πανεπιστήμια. Πίσω από τη λάμψη όμως κρυβόταν μια εμπορο-χρηματοπιστωτική ολιγαρχία δεκαπέντε περίπου οικογενειών — Φαραόν, Σιχά, Χούρι, Κεττανέχ, Σάμπαγ, Ντουμίτ και άλλες, με συνδυασμένη περιουσία αντίστοιχη εννέα κρατικών προϋπολογισμών, που αρνιόταν συστηματικά κάθε φορολογική ή αναδιανεμητική μεταρρύθμιση.

Ο νόμος τραπεζικού απορρήτου του 1956, κατά τα ελβετικά πρότυπα, προσέλκυσε κεφάλαια αλλά θωράκισε τους τραπεζίτες από κάθε κρατικό έλεγχο. Η μόνη σοβαρή μεταρρυθμιστική απόπειρα υπήρξε η προεδρία Σιχάμπ (1958-1964), που ίδρυσε κοινωνικές υπηρεσίες και Κεντρική Τράπεζα, αλλά αντιμετωπίστηκε με σκληρή αντίδραση από την ολιγαρχία.

Η δημιουργία του Ισραήλ το 1948 εισήγαγε μια μεταβλητή που θα αποδεικνυόταν μοιραία: 100.000-140.000 Παλαιστίνιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στον Λίβανο, ανατρέποντας τη δημογραφική ισορροπία.

O Aραφάτ επιτίθεται από το νότο

Μετά την αραβική ήττα του 1967, ένοπλες παλαιστινιακές δυνάμεις, κυρίως η ΟΑΠ (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), η ομπρέλα-οργάνωση υπό τον Γιάσερ Αραφάτ που περιελάμβανε τη Φάταχ και άλλες ένοπλες ομάδες, εγκαταστάθηκαν στον λιβανέζικο Νότο, μετατρέποντάς τον σε βάση επιθέσεων εναντίον του Ισραήλ.

Αυτή η κατάσταση κατέστρεψε τη ζωή των κατοίκων του Νότου, κυρίως Σιιτών, χωρίς το κράτος να μπορεί ούτε να τους προστατεύσει ούτε να ελέγξει τις παλαιστινιακές δυνάμεις.

Ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε τον Απρίλιο του 1975 δεν ήταν ξαφνική έκρηξη αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών σωρευμένων αντιφάσεων. Η αφορμή ήρθε όταν η Φάλαγγα – στα αραβικά Κατάεμπ, δηλαδή «Τάγματα», ένα χριστιανικό παραστρατιωτικό κόμμα ιδρυμένο το 1936 από τον Πιερ Τζουμαγίλ, εμπνευσμένο από τη Χιτλερική Νεολαία, με σχεδόν αποκλειστικά μαρωνίτικη βάση, πυροβόλησε λεωφορείο Παλαιστινίων, σκοτώνοντας 21.

Ο εμφύλιος ήταν «κοινοτικός στη μορφή αλλά κοινωνικός στο περιεχόμενο»: από τη μία πλευρά, η Φάλαγγα και οι σύμμαχοί της στο «Λιβανέζικο Μέτωπο», χριστιανικός συνασπισμός που περιελάμβανε επίσης το Εθνικοφιλελεύθερο Κόμμα του πρώην προέδρου Καμίλ Σαμούν, αντιστέκονταν σε κάθε αλλαγή.

Από την άλλη πλευρά, το ΛΕΚ (Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα), ένας ευρύτατος συνασπισμός αριστερών, εθνικιστικών και προοδευτικών κομμάτων υπό τον Δρούζο ηγέτη Κάμαλ Τζουνμπλάτ, ζητούσε κατάργηση του κοινοτικού συστήματος και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Στο ΛΕΚ συμμετείχαν το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Τζουνμπλάτ (κυρίως δρουζικής βάσης αλλά επίσημα διακοινοτικό), το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα (ισχυρό στη σιιτική νεολαία), η Οργάνωση Κομμουνιστικής Δράσης και άλλα.

15 χρόνια πολέμου

Δεκαπέντε χρόνια πολέμου (1975-1990) μεταμόρφωσαν τη χώρα. Η Συρία εισέβαλε στρατιωτικά το 1976. Σε μια από τις πιο παράδοξες κινήσεις στην ιστορία του αραβικού εθνικισμού, ο Χαφέζ αλ-Άσαντ, ηγέτης ενός κοσμικού σοσιαλιστικού-παναραβικού καθεστώτος, παρενέβη υπέρ του χριστιανικού Μετώπου και εναντίον του ΛΕΚ και της ΟΑΠ.

Η λογική ήταν γεωπολιτική: ο Άσαντ δεν ήθελε μια εξουθενωμένη ΟΑΠ ή ο Τζουνμπλάτ να ελέγχουν τον Λίβανο, αλλά ήθελε να διαπραγματευτεί ειρήνη με το Ισραήλ από θέση ισχύος στο όνομα ολόκληρου αραβικού μπλοκ. Ο Τζουνμπλάτ δολοφονήθηκε τον Μάρτιο 1977 — τιμωρία για τη «διακινδύνευση αλλαγής του λιβανέζικου συστήματος».

Παράλληλα, ο Μπασίρ Τζουμαγίλ, γιος του ιδρυτή της Φάλαγγας, ενοποίησε βίαια τις χριστιανικές πολιτοφυλακές, δημιουργώντας τις λεγόμενες «Λιβανέζικες Δυνάμεις» (ΛΔ) — εξοντώνοντας αντίπαλους εντός της ίδιας κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας Φρανζιέ, και ανέπτυξε μυστικές επαφές με το Ισραήλ.

Η πρώτη επαφή με τους Ισραηλινούς έγινε τον Σεπτέμβριο 1975, μόλις λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου, μέσω της ακροδεξιάς οργάνωσης Τανζίμ στην ισραηλινή πρεσβεία στο Παρίσι.

1982: H ισραηλινή εισβολή

Τον Ιούνιο 1982, η ισραηλινή εισβολή, η λεγόμενη «Επιχείρηση Ειρήνη για τη Γαλιλαία», εκτόπισε τις δυνάμεις της ΟΑΠ και επέτρεψε την εκλογή Μπασίρ ως προέδρου. Δολοφονήθηκε μια εβδομάδα πριν ορκιστεί. Λίγες μέρες αργότερα, χριστιανικές πολιτοφυλακές υπό ισραηλινή κάλυψη διέπραξαν τη σφαγή στους καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα.

Ο Fisk, ένας από τους πρώτους δημοσιογράφους που μπήκαν στους καταυλισμούς, κατέγραψε εικόνες που στοιχειώνουν: γυναίκες νεκρές στις αυλές τους, παιδιά μαυρισμένα από την αποσύνθεση, σειρές νέων πυροβολημένων πισώπλατα σε τοίχο εκτελέσεων.

Οι πολιτοφυλακές μεταμορφώθηκαν σε κράτη εντός κράτους. Κάθε ένοπλη ομάδα, Λιβανέζικες Δυνάμεις στη χριστιανική ζώνη, Αμάλ (η σιιτική κίνηση «των Στερημένων» που ίδρυσε ο Ιμάμης Μούσα αλ-Σαντρ πριν εξαφανιστεί μυστηριωδώς στη Λιβύη το 1978, υπό τον Ναμπίχ Μπέρρι μετέπειτα) στον Νότο και τη δυτική Βηρυτό, Μουραμπιτούν (η μοναδική σουνιτική ένοπλη οργάνωση, που εκκαθαρίστηκε σε λίγα χρόνια), έλεγχε λιμάνια, εισέπραττε φόρους, εμπορευόταν ναρκωτικά.

Ο μηχανισμός δούλευε ως εξής: εμπόρευμα ναρκωτικών αξίας 6 δισ. δολαρίων, εισαγωγή τοξικών αποβλήτων από Ευρώπη, «χρήματα προστασίας» σε αντάλλαγμα εμπορικών ποσοστώσεων. Ο απολογισμός δεκαπέντε ετών πολέμου: 71.328 νεκροί, 97.184 τραυματίες, 670.000 εκτοπισμένοι Χριστιανοί, 157.500 εκτοπισμένοι Μουσουλμάνοι, σχεδόν ένα τρίτο του πληθυσμού αναγκασμένο να μεταναστεύσει.

Η ανάδυση της Χεζμπολάχ

Η Χεζμπολάχ, στα αραβικά «Κόμμα του Θεού», σιιτική ισλαμιστική οργάνωση υποστηριζόμενη από το Ιράν, με πνευματικό καθοδηγητή τον σεΐχη Φαντλ Αλλάχ. αναδύθηκε μέσα σε αυτή τη δίνη, αμέσως μετά την ισραηλινή εισβολή του 1982.

Ο συγγραφέας Traboulsi δεν την αντιμετωπίζει ως αυτοτελές φαινόμενο, αλλά ως αποτέλεσμα πολλαπλών αποτυχιών: αποτυχία του λιβανέζικου κράτους να αναπτύξει τον Νότο, αποτυχία της κοσμικής αριστεράς να κρατήσει τη σιιτική νεολαία (η Συρία φρόντισε να αποκλείσει τους κομμουνιστές από την αντίσταση υπέρ της Χεζμπολάχ), αποτυχία της αραβικής εθνικιστικής τάξης μετά το 1967. Η ισραηλινή κατοχή της έδωσε νόμιμη βάση, η ιρανική επανάσταση ιδεολογική χρηματοδότηση, η Συρία στρατηγική στέγαση.

Σε λίγα χρόνια, η Χεζμπολάχ εκτόπισε τόσο την Αμάλ όσο και τα αριστερά κόμματα, καθιστάμενη ο μοναδικός ένοπλος φορέας αντίστασης κατά της ισραηλινής κατοχής στον Νότο, και, ταυτόχρονα, κράτος εντός κράτους.

Η Συμφωνία Ταϊφ (1989)

Η Συμφωνία Ταϊφ (1989), που υπογράφηκε στη Σαουδική Αραβία, αναδιάρθρωσε τον κοινοτικό καταμερισμό εξουσίας αλλά δεν τον κατήργησε. Μείωσε τις αρμοδιότητες του Μαρωνίτη προέδρου, ισχυροποίησε τον Σουνίτη πρωθυπουργό, καθιέρωσε ισομερή εκπροσώπηση Χριστιανών-Μουσουλμάνων στη Βουλή.

Προέβλεπε μετάβαση σε «Τρίτη Δημοκρατία» χωρίς πολιτικό κοινοτισμό, αλλά η επιτροπή που ορίστηκε γι’ αυτόν τον σκοπό δεν συγκλήθηκε ποτέ. Ο Traboulsi δεν αφήνει αμφιβολία: η «Δεύτερη Δημοκρατία» υλοποιήθηκε υπό συριακή επικυριαρχία. Οι πολιτοφυλακές αφοπλίστηκαν, οι μαχητές τους ενσωματώθηκαν στον στρατό και τη διοίκηση.

Μόνο η Χεζμπολάχ κράτησε τα όπλα της — «σε αναγνώριση του ρόλου της στην ένοπλη αντίσταση κατά της ισραηλινής κατοχής». Ο στρατηγός Γαζί Κανάαν, αρχηγός ασφαλείας των συριακών δυνάμεων στον Λίβανο, αποτύπωσε τη νέα τάξη πραγμάτων με ωμότητα: «Αφήστε την πολιτική σε εμάς. Ο δικός σας τομέας είναι το εμπόριο· ο δικός μας, η πολιτική και η ασφάλεια.»

Αυτό ακριβώς το ανεπίλυτο ζήτημα – ένοπλη οργάνωση εκτός κρατικού ελέγχου, κρατικό μονοπώλιο βίας που δεν εδραιώθηκε ποτέ – βρίσκεται στο επίκεντρο και σήμερα. Η ισραηλινή κατοχή του Νότου, που κράτησε ως το 2000 μέσω του λεγόμενου Νοτιολιβανέζικου Στρατού (SLA), ένοπλης οργάνωσης υπό ισραηλινή χρηματοδότηση και εκπαίδευση, λειτούργησε ως μόνιμη δικαιολόγηση για τη διατήρηση της Χεζμπολάχ ως ένοπλης δύναμης.

Στο βιβλίο του ο Fisk, που έζησε στη Βηρυτό από το 1976, είχε γράψει ότι κάθε ξένος στρατός που ερχόταν στον Λίβανο καλωσοριζόταν αρχικά με ροδόνερο και ρύζι: Σύριοι, Ισραηλινοί, Αμερικανοί. Aλλά κάθε φορά αποχωρούσε ταπεινωμένος και ντροπιασμένος. Παρατηρούσε τους Χριστιανούς στη Χαζμιγιέ να πετούν ρύζι στα συριακά τανκς το 1976 και στα ισραηλινά το 1982, από τα ίδια μπαλκόνια.
Η μεταπολεμική περίοδος (1990-2020) δεν έφερε τη λύτρωση που υποσχόταν η Συμφωνία Ταϊφ.

Η κυριαρχία Χαρίρι

Ο Ραφίκ Χαρίρι, μεγιστάνας εργολάβος λιβανο-σαουδαραβικών συμφερόντων, κυριάρχησε στη μεταπολεμική πολιτική σκηνή ως πρωθυπουργός (1992-1998 και 2000-2004), χρηματοδοτώντας την ανοικοδόμηση της Βηρυτού μέσω κρατικού δανεισμού αντί φορολογίας, ένα μοντέλο που ευνοούσε διεθνείς κατασκευαστικές εταιρείες εις βάρος των παραγωγικών τομέων, ενώ η Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε τεχνητά σταθερή τη λιβανική λίρα για να προσελκύσει ξένες επενδύσεις.

Σαν συνέπεια το κρατικό χρέος εκτοξεύτηκε, φτάνοντας σε επίπεδα που η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτήρισε ανάμεσα στις σοβαρότερες κρίσεις παγκοσμίως από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η συριακή κατοχή συνεχίστηκε ως το 2005, η ισραηλινή κατοχή του Νότου ως το 2000.

Η δολοφονία του Χαρίρι τον Φεβρουάριο του 2005 πυροδότησε την «Επανάσταση των Κέδρων», ένα μαζικό λαϊκό κίνημα που εξανάγκασε τη Συρία να αποσύρει τα τελευταία 14.000 στρατεύματά της ως τον Απρίλιο του 2005.

Η αποχώρηση ήταν ταχεία και ταπεινωτική, αλλά η Δαμασκός κατέστησε σαφές ότι θα συνέχιζε να ασκεί επιρροή μέσω πολιτικών συμμάχων. Ο πόλεμος Ισραήλ-Χεζμπολάχ του 2006 κατέστρεψε μεγάλο μέρος των υποδομών του Νότου και της νότιας Βηρυτού. Τον Μάιο 2008, η Χεζμπολάχ κατέλαβε στρατιωτικά τμήματα της πρωτεύουσας, αποδεικνύοντας ότι η ένοπλη ισχύς της υπερέβαινε εκείνη του κρατικού στρατού.

Μαζικές διαδηλώσεις το 2019

Τον Οκτώβριο 2019, μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν σε ολόκληρη τη χώρα εναντίον του κοινοτικού συστήματος, της διαφθοράς και της οικονομικής στασιμότητας. Η κρίση ρευστότητας που ακολούθησε αποκάλυψε ότι η μεταπολεμική πολιτικοοικονομική ελίτ είχε προωθήσει πολιτικές που ευνοούσαν τις κατασκευές και τον τουρισμό εις βάρος κάθε άλλου παραγωγικού τομέα.

Η λιβανική λίρα κατέρρευσε, από 1.500 ανά δολάριο πριν την κρίση σε περίπου 90.000 στις αρχές του 2026.

Στις 4 Αυγούστου 2020, μια τεράστια έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού – οφειλόμενη σε αποθηκευμένο νιτρικό αμμώνιο – σκότωσε πάνω από 200 ανθρώπους, τραυμάτισε χιλιάδες και κατέστρεψε σημαντικό τμήμα της πόλης. Η έρευνα για την έκρηξη παρεμποδίστηκε συστηματικά από πολιτικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της Χεζμπολάχ και της Αμάλ.

Φτώχεια και ελλείψεις

Πάνω από 80% του πληθυσμού βυθίστηκε στη φτώχεια, ενώ η χώρα υπέφερε από ελλείψεις καυσίμων, φαρμάκων και ηλεκτρισμού — το κράτος παρείχε δύο ως τρεις ώρες ρεύμα ημερησίως. Η εισροή περίπου 1,5 εκατομμυρίων Σύριων προσφύγων από τον εμφύλιο της γειτονικής Συρίας επιδείνωσε κάθε πρόβλημα.

Σε αυτόν τον ήδη κατεστραμμένο Λίβανο, η νέα σύρραξη ξεκίνησε τον Οκτώβριο 2023, με ανταλλαγές πυρών στα σύνορα μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, κλιμακώθηκε σε ισραηλινή εισβολή στον Νότο τον Οκτώβριο 2024 με τη δολοφονία του ηγέτη της Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλα, και αναζωπυρώθηκε ολοκληρωτικά τον Μάρτιο 2026— αφήνοντας πάνω από 2.000 νεκρούς και πάνω από ένα εκατομμύριο εκτοπισμένους, το 20% του πληθυσμού της χώρας.

Η ανατομία μιας ολιγαρχίας

Ο Λίβανος που βομβαρδίζεται σήμερα δεν είναι ένα κράτος που αποτυγχάνει λόγω εξωτερικών πιέσεων μόνο.

Είναι, όπως αποτυπώνεται στα τρία αυτά βιβλία – από τα οποία πήρατε μια μικρή «γεύση» – η ανατομία μιας ολιγαρχίας που συστηματικά εμπόδισε κάθε ουσιαστική μεταρρύθμιση, ενός κοινοτικού συστήματος, που κατακερμάτισε κάθε κοινή πολιτική δράση, και μιας γεωπολιτικής θέσης που μετέτρεψε τη χώρα σε πεδίο μάχης άλλων.

Η τραγωδία δεν είναι ότι ο Λίβανος ζει μια νέα ανθρωπιστική καταστροφή. Η τραγωδία είναι ότι κανείς δεν εκπλήσσεται πλέον.