Οι εικόνες με τον Τραμπ και τον Πούτιν να σφίγγουν με θέρμη τα χέρια και να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις είναι ακόμα νωπές από τη συνάντηση της Αλάσκας, αλλά και νωρίτερα, παρόλο που τουλάχιστον στο καυτό θέμα της Ουκρανίας δεν απέδωσαν κανένα καρπό – από αυτόν που ήλπιζε να γευτεί ο Αμερικανός ηγέτης και κατ’ επέκταση η Ευρώπη, η Ουκρανία και ίσως μέρος του υπόλοιπου κόσμου.
Κάποιοι λένε ότι ο Τραμπ κάνει μπίζνες με τον Πούτιν – και αυτό είναι όλο. Οι μπίζνες μπορεί να είναι υποθετικές και μελλοντικές σε εθνικό επίπεδο, δηλαδή πιθανές διμερείς συνεργασίες ΗΠΑ-Ρωσίας σε θέματα εκμετάλλευσης ορυκτών, βιομηχανίας, ενέργειας, κλπ, παρόλο που σε πολλούς τέτοιους τομείς οι δύο οικονομίες είναι άκρως ανταγωνιστικές (πχ. ενέργεια, πετρέλαιο, φυσικό αέριο) με έντονα αντικρουόμενα συμφέροντα στις διεθνείς αγορές.
Μπορεί βεβαίως παράλληλα να είναι σε προσωπικό, επιχειρηματικό ή και παρασκηνιακό επίπεδο, χωρίς αυτό να αναιρεί το άλλο ή να σημαίνει ότι είναι απίθανες ή ανύπαρκτες.
Κάποιοι άλλοι όμως, όπως ο Μάθιου Μπόϊλ του Breitbart News μεταφράζουν την κίνηση φιλίας του Τραμπ προς τον Πούτιν ως στρατηγική κίνηση που έχει στόχο να απομακρύνει τη Μόσχα από τον εναγκαλισμό του Πεκίνου. Τα οφέλη είναι πολλά και ως ένα βαθμό αυτονόητα για το συμφέρον των ΗΠΑ.
Mη ρεαλιστική στρατηγική
Η Ουάσινγκτον λοιπόν εξετάζει το ενδεχόμενο αποδυνάμωσης της συμμαχίας Μόσχας-Πεκίνου προκειμένου να περιορίσει την Κίνα. Οι ειδικοί θεωρούν μια τέτοια στρατηγική μη ρεαλιστική λόγω της σχεδόν απελπιστικής εξάρτησης της Ρωσίας από την Κίνα για μια σειρά από σοβαρότατους λόγους.
Η προσπάθεια των ΗΠΑ να αποδυναμώσουν τη συμμαχία Ρωσίας και Κίνας δεν είναι μια νέα ιδέα στην παγκόσμια πολιτική. Παρόμοιες προσεγγίσεις χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όταν η Ουάσινγκτον προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη σύγκρουση μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας.
Σήμερα, η στρατηγική αυτή συζητείται ξανά ενεργά στο πλαίσιο του πολέμου στην Ουκρανία, της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και των προσπαθειών της Ουάσινγκτον να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων.
Το αν μια τέτοια στρατηγική υπάρχει πραγματικά προκύπτει από το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον τη χρειάζεται ώστε να μην βρεθεί μελλοντικά προ εκπλήξεων. Μένει να δούμε το πώς και αν έχει πιθανότητες επιτυχίας.
Πώς οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν την παλαιά σύγκρουση μεταξύ Κίνας και ΕΣΣΔ
Η ιδέα της αποδυνάμωσης της συμμαχίας μεταξύ δύο μεγάλων υπερδυνάμεων δεν είναι νέα και έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου.
Στη δεκαετία του 1950, η Κίνα και η Σοβιετική Ένωση θεωρούνταν οι κύριοι σύμμαχοι στο κομμουνιστικό στρατόπεδο. Το 1950 υπεγράφη μάλιστα μεταξύ τους Συνθήκη Φιλίας, Συμμαχίας και Αμοιβαίας Βοήθειας. Η ΕΣΣΔ βοήθησε την Κίνα να αναπτύξει τη βιομηχανία της, μετέφερε τεχνογνωσία και υποστήριξε τον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό.
Ωστόσο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, άρχισαν να αναπτύσσονται αντιθέσεις μεταξύ των δύο κρατών. Ο Κινέζος ηγέτης Μάο Τσετούνγκ επέκρινε έντονα την πολιτική του Νικήτα Χρουστσόφ, ιδιαίτερα την πορεία του προς την «ειρηνική συνύπαρξη» με τη Δύση. Το Πεκίνο πίστευε ότι η ΕΣΣΔ απομακρυνόταν σταδιακά από μια σκληρή αντιδυτική γραμμή.
Το 1960, η σύγκρουση κλιμακώθηκε σε τέτοιο βαθμό που η Σοβιετική Ένωση ανακάλεσε χιλιάδες μηχανικούς και ειδικούς της από την Κίνα. Στην πραγματικότητα, αυτό σηματοδότησε την αρχή μιας πλήρους πολιτικής ρήξης μεταξύ των δύο χωρών.
Ο ανταγωνισμός μετατράπηκε γρήγορα σε στρατιωτικό. Το 1969 σημειώθηκαν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Κίνας και ΕΣΣΔ στο νησί Νταμάνσκι στον ποταμό Ουσούρι. Η σύγκρουση ήταν τόσο σοβαρή που ο κόσμος μιλούσε ακόμη και για την πιθανότητα ενός μεγάλου πολέμου μεταξύ των δύο κομμουνιστικών κρατών.
Ήταν εκείνη τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να επωφεληθούν από την αντιπαράθεση μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας. Αρχιτέκτονας της νέας αμερικανικής πολιτικής ήταν ο τότε Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ και μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ. Ανέπτυξε την έννοια της λεγόμενης «τριγωνικής διπλωματίας», στην οποία οι ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ και η Κίνα θα εξισορροπούσαν η μία την άλλη.
Το 1971, ο Κίσινγκερ πραγματοποίησε μια μυστική επίσκεψη στο Πεκίνο, η οποία αποτέλεσε προετοιμασία για ένα ιστορικό γεγονός.

Mάο Τσε Τουνγκ και Νίξον στην ιστορική τους συνάντηση το 1972 © Χ.com
Τον Φεβρουάριο του 1972, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, πραγματοποίησε ιστορική επίσκεψη στην Κίνα και συναντήθηκε με τον Μάο Τσετούνγκ. Αυτό σηματοδότησε την έναρξη της εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια πλήρους απομόνωσης.
Ως αποτέλεσμα, η Κίνα άρχισε σταδιακά να βγαίνει από την τροχιά της σοβιετικής επιρροής και οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν την ευκαιρία να αποδυναμώσουν τη θέση της ΕΣΣΔ στον παγκόσμιο γεωπολιτικό αγώνα. Είναι αυτή η εμπειρία της «τριγωνικής διπλωματίας» του Κίσινγκερ που ανακαλείται συχνά σήμερα κατά την ανάλυση των προσπαθειών των ΗΠΑ να επηρεάσουν τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Κίνας.
Γιατί οι ΗΠΑ θέλουν να αποδυναμώσουν τη συμμαχία Μόσχας-Πεκίνου
Σήμερα, η Κίνα θεωρείται ο κύριος στρατηγικός ανταγωνιστής των Ηνωμένων Πολιτειών στον 21ο αιώνα. Δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτικό ανταγωνισμό, αλλά και για την οικονομία, την τεχνολογία, τις παγκόσμιες αγορές και την πολιτική επιρροή.
Εάν η Κίνα και η Ρωσία ενεργούν ως στρατηγική συμμαχία, αυτό δημιουργεί μια πολύ πιο περίπλοκη γεωπολιτική κατάσταση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο συνδυασμός της κινεζικής οικονομικής ισχύος με τους ρωσικούς πόρους και το στρατιωτικό δυναμικό θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρή πρόκληση για τη Δύση.
Γι’ αυτό η Ουάσινγκτον εξετάζει επιλογές για την αποδυνάμωση αυτής της εταιρικής σχέσης. Ο διεθνής εμπειρογνώμονας, Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών Στανισλάβ Ζελιχόφσκι, σε σχόλιό του για το ουκρανικό δίκτυο UNN, σημειώνει ότι οι προσπάθειες διαχωρισμού της Ρωσίας και της Κίνας μπορούν πράγματι να παρατηρηθούν στην πολιτική των ΗΠΑ.
Ο Τραμπ ελπίζει ότι θα μπορέσει να διασπάσει αυτή τη στενή συνεργασία μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου. Και προσδοκά ότι μπορεί να εδραιωθεί μια στενότερη αλληλεπίδραση με τη Ρωσία για να αντισταθμιστούν σε κάποιο βαθμό οι δυνατότητες που διαθέτει σήμερα η Κίνα.
Οι πόροι της Ρωσίας ως παράγοντας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό
Ένα ξεχωριστό στοιχείο αυτής της λογικής είναι ο οικονομικός παράγοντας. Η Ρωσία διαθέτει σημαντικούς φυσικούς πόρους – ενεργειακούς πόρους, μέταλλα, σπάνιες γαίες, που είναι σημαντικά για τη σύγχρονη βιομηχανία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένοι Αμερικανοί πολιτικοί και αναλυτές βλέπουν τη Ρωσία ως έναν δυνητικό οικονομικό εταίρο που θα μπορούσε εν μέρει να εξισορροπήσει την επιρροή της Κίνας.
Ο Τραμπ ελπίζει επίσης ότι θα είναι δυνατή μια στενότερη συνεργασία με τη Ρωσία, αντισταθμίζοντας έτσι τις πτυχές που κατέχει σήμερα η Κίνα – για παράδειγμα, πόρους ή σπάνια μέταλλα.
Η Ρωσία μπορεί να προσφέρει τους εξορυσσόμενους πόρους της ως εναλλακτική λύση. Αν μπορεί να τους προσφέρει στην Κίνα, γιατί να μην μπορεί να τους προσφέρει εναλλακτικά στις ΗΠΑ αν οι τελευταίες προσφέρουν περισσότερα και καλύτερα;
Τρόποι για να δελεαστεί η Ρωσία υπέρ των ΗΠΑ
Η προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις με τη Μόσχα το 2025 και το 2026 επικεντρώνεται σε μια στρατηγική που οι αναλυτές ονομάζουν «αντίστροφη διπλωματία του Κίσινγκερ». Στόχος είναι η αποδυνάμωση του άξονα Κίνας-Ρωσίας μέσω συγκεκριμένων οικονομικών και βιομηχανικών δανείων που θα μπορούσαν να προσφέρουν στον Πούτιν μια διέξοδο από την ασφυκτική κινεζική επιρροή.
Στον τομέα της ενέργειας και των ορυκτών, η Ρωσία βρίσκεται σήμερα σε μια κατάσταση δομικής ανισορροπίας. Το 2024, οι εξαγωγές ρωσικών ορυκτών καυσίμων προς την Κίνα ανήλθαν σε 95 δισ. δολάρια, καλύπτοντας τα δύο τρίτα των συνολικών εξαγωγών της προς τη χώρα αυτή (από το 50% που ήταν το 2023) και το 20% των συνολικών ενεργειακών εισαγωγών της Κίνας.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 το διμερές εμπόριο παρουσίασε την πρώτη του κάμψη από το 2005, σημειώνοντας πτώση περίπου 6,5% έως 6,9%. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι το Πεκίνο, ως μονο-ψώνιο (σχεδόν μοναδικός αγοραστής) πλέον για τη Ρωσία, επιβάλλει εξαιρετικά χαμηλές τιμές.
Ενώ η παγκόσμια τιμή του πετρελαίου μπορεί να κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα, η Κίνα αγοράζει το ρωσικό αργό με σημαντική έκπτωση, εκμεταλλευόμενη την έλλειψη εναλλακτικών αγοραστών λόγω των κυρώσεων.
To δέλεαρ για τον Πούτιν
Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να δελεάσει τον Πούτιν προσφέροντας πρόσβαση σε τεχνολογία αιχμής για την εξόρυξη σε δύσκολα περιβάλλοντα, όπως η Αρκτική, όπου η ρωσική βιομηχανία έχει μείνει πίσω μετά την αποχώρηση των δυτικών εταιρειών.
Αντί για την κινεζική τεχνολογία, που συχνά θεωρείται κατώτερη, ή απλώς αντιγραφή παλαιότερων δυτικών προτύπων, οι ΗΠΑ διαθέτουν το λογισμικό και τον εξοπλισμό που θα επέτρεπαν στη Ρωσία να αυξήσει την παραγωγή της σε κρίσιμα μέταλλα και σπάνιες γαίες.
Η Ρωσία κατέχει τεράστια αποθέματα στρατηγικών ορυκτών, όπως το παλλάδιο, το νικέλιο και το λίθιο, τα οποία είναι απαραίτητα για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία και την τεχνολογία AI. Μια αμερικανική πρόταση θα περιλάμβανε τη δημιουργία κοινών επιχειρήσεων, όπου οι ΗΠΑ θα αγόραζαν αυτούς τους πόρους σε τιμές πολύ υψηλότερες από αυτές που προσφέρει το Πεκίνο.

Kρίσιμα και σπάνια, πολύτιμα ορυκτά ανά χώρα σε αξία τρισεκατομμυρίων δολαρίων © Statista
Ένας άλλος κρίσιμος τομέας είναι η βιομηχανική υποδομή. Η Ρωσία έχει καταστεί εξαρτημένη από τα κινεζικά εξαρτήματα για τη στρατιωτική και πολιτική της βιομηχανία, με τις εισαγωγές προϊόντων διπλής χρήσης από την Κίνα να ξεπερνούν τα 4 δις. δολάρια ετησίως.
Ο Τραμπ θα μπορούσε να προτείνει τη σταδιακή άρση συγκεκριμένων τεχνολογικών αποκλεισμών, επιτρέποντας στη Ρωσία να εκσυγχρονίσει τις γραμμές παραγωγής της με αμερικανικά πρότυπα, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο να μετατραπεί σε έναν απλό τροφοδότη πρώτων υλών για την κινεζική οικονομία.

Eπίσκεψη Πούτιν σε γραμμή παραγωγής drones στην Αγία Πετρούπολη. Πολλά από αυτά τα ρωσικά drones έχουν κινεζικά εξαρτήματα © Sputnik/Kremlin.ru
Κίνα: Mη ισότιμος σύμμαχος
Ο Πούτιν έχει λόγους να ανησυχεί για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της Κίνας. Η ρωσική ελίτ αντιλαμβάνεται ότι η Κίνα δεν είναι ένας ισότιμος σύμμαχος, αλλά μια δύναμη που επιδιώκει την πλήρη οικονομική υποταγή της Μόσχας. Η εξάρτηση από το γιουάν, το οποίο το 2024 κάλυπτε σχεδόν το 40% του ρωσικού εξωτερικού εμπορίου, αφαιρεί από την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας τον έλεγχο της νομισματικής της πολιτικής.
Πρακτικά, μια αμερικανική προσφορά θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη συμμετοχή της Ρωσίας σε νέα διεθνή σχήματα, όπως το Forum on Resource Geostrategic Engagement (FORGE), που προωθεί η κυβέρνηση Τραμπ από το 2025 (επισήμως από το Φεβρουάριο του 2026) για τον έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Το FORGE είναι μια παγκόσμια συνεργασία μεταξύ 50 χωρών, που αντικατέστησε παλαιότερες πρωτοβουλίες και στοχεύει στη σταθεροποίηση των τιμών των ορυκτών μέσω κατώτατων τιμών (price floors).
Εάν η Ουάσινγκτον προσφέρει εγγυήσεις για την ασφάλεια των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων και μια σταθερή αγορά για το φυσικό αέριο μέσω νέων αγωγών ή υποδομών LNG προς την Ευρώπη με αμερικανική διαμεσολάβηση, η Ρωσία θα είχε το οικονομικό κίνητρο να διαφοροποιήσει τη στρατηγική της. Συνδυαστικά βεβαίως με άρση των κυρώσεων που πνίγουν τη ρωσική οικονομία σε επικίνδυνο βαθμό, όπως προειδοποιεί η επικεφαλής της ρωσικής κεντρικής τράπεζας Ελβίρα Ναμπιουλίνα.
Ο στόχος εδώ είναι διπλός: από τη μία να προστατευτούν οι δυτικές εταιρείες από τις απότομες πτώσεις τιμών που προκαλεί το Πεκίνο και από την άλλη να προσφερθεί στη Ρωσία μια εναλλακτική αγορά.
Εάν η Μόσχα συμφωνήσει να πουλάει νικέλιο ή παλλάδιο στο FORGE, θα έχει εγγυημένες τιμές που δεν θα εξαρτώνται από τις διαθέσεις του Πεκίνου. Επιπλέον, αναφορές από τις αρχές του 2026 δείχνουν ότι η Ρωσία έχει ήδη κάνει διερευνητικές προτάσεις προς τις ΗΠΑ, προσφέροντας πρόσβαση σε σπάνιες γαίες ακόμη και από εδάφη που ελέγχει στην Ουκρανία, ως αντάλλαγμα για χαλάρωση των κυρώσεων.
Παράλληλα η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει τη χρήση του Project Vault, ενός ταμείου 12 δισ. δολαρίων για στρατηγικά αποθέματα ορυκτών, ως εργαλείο πίεσης και δέλεαρ. Η δυνατότητα της Ρωσίας να πουλάει τα ορυκτά της απευθείας σε αυτό το αμερικανικό απόθεμα, αντί να τα δίνει στην Κίνα για να τα επεξεργαστεί εκείνη και να καρπωθεί την προστιθέμενη αξία, αποτελεί το ισχυρότερο οικονομικό επιχείρημα για μια στροφή προς τη Δύση.
Η Κίνα δεν βιάζεται διότι οι Κινέζοι έχουν τεράστια υπομονή
Παρόλα αυτά, η Κίνα δεν βιάζεται να έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τη Δύση, oύτε επιχειρεί να κάνει ορατή στον πολύ κόσμο τη βοήθεια που δίνει στη Ρωσία με πολλούς τρόπους. Το Πεκίνο προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της υποστήριξης προς τη Ρωσία και της διατήρησης των οικονομικών δεσμών με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Η στρατηγική του Πεκίνου για να κρατήσει τη Ρωσία κοντά του βασίζεται σε τρεις πυλώνες:
Εμβάθυνση της ενεργειακής εξάρτησης: Στις 15 Απριλίου 2026, κατά την πιο πρόσφατη επίσκεψη του Σεργκέι Λαβρόφ στο Πεκίνο (το επισκέπτεται αρκετά συχνά – τουλάχιστον μια φορά το χρόνο), η Κίνα ζήτησε ακόμη στενότερο συντονισμό, ειδικά καθώς οι ταραχές στη Μέση Ανατολή απειλούν τις κινεζικές εισαγωγές. Η Ρωσία προσφέρθηκε να καλύψει κάθε ενεργειακό κενό της Κίνας, ενισχύοντας τον ρόλο της ως ο βασικός τροφοδότης του Πεκίνου.

Λαβρόφ και Σι Tζινπίνγκ στο Πεκίνο. 15 Απριλίου 2026 © Χ.com
Τεχνολογική ενσωμάτωση: Η Κίνα επιταχύνει την εφαρμογή συστημάτων πληρωμών που παρακάμπτουν το δολάριο και ενσωματώνει τη ρωσική βιομηχανία στα δικά της δίκτυα εφοδιασμού, καθιστώντας το κόστος μιας ενδεχόμενης ρήξης απαγορευτικό για τη Μόσχα.
Το Πεκίνο έχει έτοιμο σχέδιο για να καταστήσει το γιουάν παγκόσμιο ανταλλακτικό νόμισμα, ισάξιο με το δολάριο, με σκοπό να το υποκαταστήσει και τελικά να το αντικαταστήσει εκτοπίζοντάς το – με ό,τι αυτό σημαίνει για το αμερικανικό χρέος, την δυνατότητα δανεισμού και την οικονομία των ΗΠΑ.
Διπλωματική αντεπίθεση: Το Πεκίνο χαρακτηρίζει τις αμερικανικές κινήσεις, όπως το FORGE, ως προσπάθειες δημιουργίας κλειστών μπλοκ που υπονομεύουν το διεθνές εμπόριο, ενώ παράλληλα πιέζει για τη διεύρυνση των BRICS ως αντίβαρο στην G7.
Η Συμφωνία του 2022: Τέσσερα χρόνια μετά
Η περιβόητη συμφωνία Μόσχας-Πεκίνου για «φιλία χωρίς όρια» του 2022 (λίγες ημέρες πριν την εισβολή στην Ουκρανία) δεν έμεινε στα χαρτιά. Τέσσερα χρόνια μετά, το 2026, βλέπουμε την υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής, όπως ο αγωγός Power of Siberia 2, νέες σιδηροδρομικές συνδέσεις στην Άπω Ανατολή, καθώς και κινεζικές τονωτικές «ενέσεις» εκατοντάδων δισ. προς τη Ρωσία.

Υπογραφή συμφωνίας ευρείας συνεργασίας Ρωσίας-Κίνας στις 4.2.2022, λίγες ημέρες πριν την εισβολή στην Ουκρανία © Χ.com
Ωστόσο, η Ρωσία αντιλαμβάνεται πλέον το κόστος: η Κίνα αρνείται να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου αυτά τα έργα, απαιτώντας από τη Μόσχα να αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος, ενώ ταυτόχρονα ζητά τιμές φυσικού αερίου που είναι σχεδόν στο κόστος παραγωγής.
Επίσης η Κίνα αποκτά όλο και περισσότερο έλεγχο, σχεδόν επικυρίαρχου, στη ρωσική οικονομία. Αυτή η ασυμμετρία είναι που δίνει στον Τραμπ το περιθώριο να παρέμβει.
Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση, ανάμεσα σε αυτό το τρίγωνο. Τον Φεβρουάριο του 2026, οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν σε ένα σχέδιο δράσης για την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς νιώθουν πίεση από τρεις πλευρές: τους δασμούς του Τραμπ, τις παγκόσμιες επενδυτικές τακτικές της Κίνας και τις υβριδικές/πυρηνικές απειλές της Ρωσίας, που παράλληλα συνεχίζει απτόητη να «καταπίνει» ουκρανικά εδάφη.
Η αντίδραση της ΕΕ είναι διχασμένη. Ο Μακρόν πιέζει για στρατηγική αυτονομία, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να εξαρτάται ούτε από την Ουάσινγκτον ούτε από το Πεκίνο. Η Γαλλία ζητά από τις ευρωπαϊκές χώρες να αγοράζουν αποκλειστικά από Ευρωπαίους παραγωγούς. Χώρες όπως η Πολωνία ανησυχούν ότι οποιαδήποτε συμφωνία του Τραμπ με τον Πούτιν για τα ορυκτά και την ενέργεια θα γίνει εις βάρος της δικής τους ασφάλειας και της κυριαρχίας της Ουκρανίας.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προσπαθεί να ισορροπήσει, προωθώντας νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τον πόλεμο των δασμών που έχει εξαπολύσει ο Τραμπ, ενώ παράλληλα η ΕΕ αρνείται να συμμετάσχει σε στρατιωτικές αποστολές που προτείνει η Ουάσινγκτον (όπως στα Στενά του Ορμούζ), δείχνοντας ότι η σχέση με τις ΗΠΑ είναι πλέον καθαρά συναλλακτική και επιλεκτική.
Γιατί η στρατηγική των ΗΠΑ είναι απίθανο να λειτουργήσει
Παρά τα ιστορικά παραδείγματα, η σημερινή κατάσταση διαφέρει σημαντικά από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Η τωρινή συμμαχία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας διαμορφώθηκε στη βάση μιας κοινής αντιπαράθεσης με τη Δύση, η οποία με την πάροδο του χρόνου εδραιώνεται όλο και περισσότερο.
Η Κίνα έχει δυναμώσει σε εκπληκτικό βαθμό την οικονομία και τη βιομηχανία της αλλά η πρακτική των Κινέζων είναι να μην διαφημίζουν τη δύναμή τους, αλλά να την αφήνουν να δρα υπογείως, ροκανίζοντας αντιπάλους αλλά και αδύναμους εταίρους.
Επιπλέον, μετά το 2022, η Ρωσία εξαρτάται ακόμα περισσότερο από την κινεζική οικονομία. Η Κίνα έχει γίνει ο βασικός εμπορικός εταίρος της Μόσχας, ένας από τους κύριους αγοραστές των ρωσικών ενεργειακών πόρων και ένα σημαντικό κανάλι για την παράκαμψη των κυρώσεων.
Aντίθετα συμφέροντα γεωπολιτικών αντιπάλων
Και το σημαντικότερο, τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και της Ρωσίας παραμένουν θεμελιωδώς αντίθετα. Στην πραγματικότητα, τα κράτη αυτά παραμένουν γεωπολιτικοί αντίπαλοι. Σε αυτό το υπόβαθρο, οι προσπάθειες της Ουάσινγκτον να αποσπάσει τη Ρωσία από την Κίνα είναι μη ρεαλιστικές.
Σήμερα η Ρωσία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από το Πεκίνο. Λόγω των κυρώσεων, της οικονομικής απομόνωσης και του πολέμου κατά της Ουκρανίας, η Μόσχα αναγκάζεται να επικεντρωθεί στις κινεζικές αγορές, τεχνολογίες και οικονομικές δυνατότητες. Σε αυτή τη διαμόρφωση, η Ρωσία μοιάζει όλο και περισσότερο με «μικρότερο εταίρο» ή ακόμα και με εξαρτημένο σύμμαχο της Κίνας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι προσπάθειες των ΗΠΑ να επαναλάβουν τον γεωπολιτικό συνδυασμό του Κίσινγκερ μπορεί να μοιάζουν με μάταιο αγώνα ενάντια σε μια ήδη μεταλλαγμένη πραγματικότητα.
Στο σύγχρονο σύστημα διεθνών σχέσεων, οι ΗΠΑ και η Ρωσία παραμένουν στρατηγικοί ανταγωνιστές και η συμμαχία Μόσχας-Πεκίνου είναι πιθανό να επιμείνει και να αντέξει, ενδεχομένως και να ισχυροποιηθεί ακόμα περισσότερο – ανεξάρτητα από τους διπλωματικούς ελιγμούς της Ουάσινγκτον.
Στο βίντεο που ακολουθεί βλέπουμε πώς, τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα, η κινεζική εκμετάλλευση της -συγκριτικά αδύναμης- Ρωσίας έχει πάρει δραματικές διαστάσεις σε όλους τους τομείς και οι ρωσοκινεζικές σχέσεις μόνο «ρόδινες» δεν είναι κάτω από την επιφάνεια…