Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) προειδοποίησε ότι η αυξανόμενη συμμετοχή της ιδιωτικής πίστωσης στη χρηματοδότηση της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι, καθώς μια απότομη διόρθωση στην αγορά θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές απώλειες.
Σε νέα έκθεσή του για την ιδιωτική πίστωση, ο διεθνής εποπτικός φορέας -ο οποίος παρακολουθεί τις χρηματοπιστωτικές αρχές, μεταξύ των οποίων και κεντρικές τράπεζες σε 24 χώρες – διαπιστώνει ότι οι κλάδοι της υγείας, των υπηρεσιών και της τεχνολογίας αποτελούν πλέον τους μεγαλύτερους δανειολήπτες της αγοράς, αναφέρει o Guardian.
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται και εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες καταφεύγουν ολοένα και περισσότερο σε ιδιωτικούς πιστωτές για τη χρηματοδότηση κέντρων δεδομένων και άλλων κρίσιμων υποδομών. Σύμφωνα με την έκθεση, ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης αντιπροσώπευσε πάνω από το ένα τρίτο των συναλλαγών ιδιωτικής πίστωσης το 2025, έναντι 17% κατά την προηγούμενη πενταετία.
Η έντονη αυτή συγκέντρωση σε συγκεκριμένους τομείς, προειδοποιεί το Συμβούλιο, μπορεί να αυξήσει την έκθεση των ιδιωτικών πιστωτικών κεφαλαίων σε ειδικούς κινδύνους και να τα καταστήσει πιο ευάλωτα σε αναταράξεις που αφορούν συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ή κλάδους.
Όσον αφορά τα δάνεια τεχνητής νοημοσύνης, το FSB προειδοποίησε ότι «μια απότομη διόρθωση στις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες έχουν αυξηθεί ραγδαία, θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές πιστωτικές ζημίες για τους επενδυτές ιδιωτικών πιστώσεων».
«Αυτό θα μπορούσε να προκληθεί από οποιαδήποτε σημαντική έλλειψη στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, έναν κρίσιμο παράγοντα για την κατασκευή και τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή ακυρώσεις έργων», ανέφερε το FSB.
Παράλληλα, οι αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να δεχθούν πιέσεις εάν το κύμα επενδύσεων οδηγήσει σε υπερπροσφορά κέντρων δεδομένων, ξεπερνώντας τελικά την πραγματική ζήτηση για υπηρεσίες AI. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να συνεπάγεται χαμηλότερες αποδόσεις από τις αναμενόμενες για τους επενδυτές.
Ανησυχίες για τα δυνητικά επισφαλή δάνεια
Η έκθεση του FSB έρχεται να ενισχύσει τις ήδη αυξανόμενες ανησυχίες γύρω από τα δυνητικά επισφαλή δάνεια που χορηγούνται από εταιρείες ιδιωτικής πίστωσης. Οι εταιρείες αυτές δανείζουν σε επιχειρήσεις αξιοποιώντας κεφάλαια επενδυτών -και όχι καταθέσεις πελατών ή δάνεια που στηρίζονται σε αυτές- λειτουργώντας εκτός του παραδοσιακού, αυστηρά ρυθμιζόμενου τραπεζικού συστήματος. Οι προβληματισμοί αυτοί έχουν οδηγήσει πρόσφατα σε αναλήψεις πολλών δισεκατομμυρίων λιρών από ορισμένα ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια, αναγκάζοντας κάποιους διαχειριστές να επιβάλουν όρια στα ποσά που μπορούν να αποσύρουν οι πελάτες.
Αν και οι υποστηρικτές του κλάδου υποστηρίζουν ότι οι ιδιωτικοί πιστωτές διαθέτουν καλύτερα εργαλεία για την παρακολούθηση των κινδύνων και μπορούν να προσφέρουν πιο προσαρμοσμένες δανειακές λύσεις, το FSB σημειώνει ότι οι δανειολήπτες της ιδιωτικής πίστωσης εμφανίζουν συνήθως χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση και υψηλότερο δανεισμό σε σχέση με τις επιχειρήσεις που προσφεύγουν στις παραδοσιακές τράπεζες.
Την ίδια στιγμή, οι ίδιες οι τράπεζες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη έκθεση στον τομέα της ιδιωτικής πίστωσης. Αυτό συμβαίνει είτε μέσω άμεσου δανεισμού προς ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια, είτε μέσω χρηματοδότησης πιο ριψοκίνδυνων χαρτοφυλακίων, είτε μέσω δανείων σε εταιρείες που παράλληλα δανείζονται και από ιδιωτικές πιστωτικές εταιρείες. Επιπλέον, αυξάνεται ο αριθμός των τραπεζών που συνάπτουν συνεργασίες με διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων για συναλλαγές ιδιωτικής πίστωσης.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με το FSB, έχει φέρει τις τράπεζες πιο κοντά σε έναν αδιαφανή τομέα, όπου οι πιστωτές ενδέχεται να διαθέτουν μόνο περιορισμένη εικόνα για την πραγματική κατάσταση των δανειοληπτών – κάτι που ανέδειξαν πρόσφατες εταιρικές χρεοκοπίες και αποτυχίες.
Ο διεθνής εποπτικός φορέας αναφέρθηκε ειδικότερα στην περσινή κατάρρευση δύο αμερικανικών εταιρειών του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας, της Tricolor και της First Brands, οι οποίες είχαν χρηματοδοτηθεί μέσω ιδιωτικού δανεισμού. Και οι δύο εταιρείες βρέθηκαν στη συνέχεια αντιμέτωπες με κατηγορίες απάτης, εντείνοντας τους προβληματισμούς για το κατά πόσο οι ιδιωτικοί πιστωτές ήταν υπερβολικά χαλαροί κατά την αξιολόγηση της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Τράπεζες όπως η JP Morgan και η Barclays κατέγραψαν απώλειες από την κατάρρευση της Tricolor, ενώ άλλοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι, όπως η UBS και η Jefferies, γνωστοποίησαν σημαντική έκθεση στις σχετικές χρεοκοπίες.
Το FSB υπογράμμισε ότι οι περιπτώσεις της Tricolor και της First Brands ανέδειξαν από κοινού «πόσο στενά μπορούν να είναι ενσωματωμένες οι τράπεζες στο περίπλοκο πλέγμα εκθέσεων του τομέα της εταιρικής πίστης».
