Οι αμυντικές δαπάνες και η στροφή στην πολεμική οικονομία γίνονται το ιερό δισκοπότηρο στην Ευρώπη. Η γηραιά ήπειρος μπορεί να περιορίσει σημαντικά την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ σε στρατιωτικό εξοπλισμό μέσα στην επόμενη 10ετία, εφόσον υπάρξει πολιτική αποφασιστικότητα. Αυτό υποστηρίζει νέα μελέτη ειδικών του χώρου, η οποία προτείνει στοχευμένες αμυντικές επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταδίδει η Handelsblatt.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει τόσο την οικονομική δυνατότητα όσο και τη βιομηχανική βάση για να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στον τομέα της άμυνας και να μειώσει την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, σύμφωνα με κορυφαίους οικονομολόγους, επενδυτές, μάνατζερ και ειδικούς ασφαλείας, γύρω από τον επικεφαλής του IfW, Μόριτς Σούλαρικ, το βασικό εμπόδιο παραμένει η πολιτική βούληση.
Σε αναλυτικό οδηγό 20 σελίδων, ομάδα ειδικών παρουσιάζει συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας, προσδιορίζοντας δέκα κρίσιμους τομείς στους οποίους οι ευρωπαϊκοί στρατοί εμφανίζουν σοβαρή υστέρηση. Οι τομείς αυτοί εκτείνονται από την αεράμυνα και τα συστήματα διοίκησης έως τη δορυφορική αναγνώριση, την τεχνητή νοημοσύνη και τα αυτόνομα οπλικά συστήματα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συντακτών της μελέτης, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να επενδύσουν έως το 2030 περίπου 150 έως 200 δισ. ευρώ ώστε να αποκτήσουν βασικές στρατιωτικές δυνατότητες χωρίς απόλυτη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Σε βάθος δεκαετίας, το συνολικό πρόσθετο κόστος υπολογίζεται ότι μπορεί να φτάσει τα 500 δισ. ευρώ.
Αμυντικές δαπάνες και ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία της ΕΕ
Κεντρικό πρόσωπο της μελέτης είναι ο διευθυντής του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου (IfW), Μόριτς Σούλαρικ, ο οποίος τονίζει ότι η Ευρώπη όχι μόνο μπορεί να αντέξει αυτές τις επενδύσεις, αλλά ουσιαστικά δεν έχει την πολυτέλεια να μην τις πραγματοποιήσει, αναφέρει η Handelsblatt.
Στη μελέτη συμμετέχουν επίσης σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας και της αμυντικής βιομηχανίας, όπως ο πρώην επικεφαλής της Telekom και νυν πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Airbus, Ρενέ Όμπερμαν, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Airbus, Τομ Έντερς, η επενδύτρια τεχνολογίας Ζανέτ τσου Φύρστενμπεργκ και ο ειδικός ασφαλείας και πρώην επικεφαλής επιτελείου του γερμανικού υπουργείου Άμυνας, Νίκο Λάνγκε.
Οι συντάκτες υπογραμμίζουν ότι η ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στις αμερικανικές εγγυήσεις, ιδιαίτερα μετά τις επανειλημμένες αμφισβητήσεις του μέλλοντος του ΝΑΤΟ από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για μεγαλύτερη ανεξαρτησία της ηπείρου απέναντι στις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Μαρκ Ρούτε και Ντόναλντ Τραμπ © EPA/YURI GRIPAS / POOL
Τα 10 κρίσιμα κενά σε στρατηγικά πεδία της Ευρώπης
Η μελέτη εντοπίζει 10 στρατηγικά πεδία στα οποία η Ευρώπη καλείται να κινηθεί άμεσα προκειμένου να καλύψει επιχειρησιακά και τεχνολογικά κενά.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- Ικανότητα διοίκησης και κυρίαρχο σύστημα διαχείρισης μάχης
- Αυτόνομα συστήματα όπως drones
- Πυραυλικοί πύραυλοι μέσου βεληνεκούς και σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη
- Αεράμυνα
- Δορυφορική αναγνώριση καθώς και επικοινωνία και πλοήγηση
- Παγκόσμια ικανότητα ανάπτυξης
- Αεροπορική αναγνώριση
- Στρατιωτικό cloud, λογισμικό και ΤΝ
- Στρατηγικές αερομεταφορές
- Ηλεκτρονική διεξαγωγή μάχης
Πολλοί από αυτούς τους τομείς έχουν ήδη χαρακτηριστεί από τη γερμανική Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας και Αμυντικής Βιομηχανίας ως κρίσιμες τεχνολογίες για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Αμυντικές δαπάνες και συστήματα διοίκησης: Το «νευρικό σύστημα» του σύγχρονου πολέμου
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο κενό αφορά τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, τα οποία αποτελούν τη βάση κάθε σύγχρονου στρατού. Χωρίς ασφαλή ανταλλαγή δεδομένων, κοινή επιχειρησιακή εικόνα και δυνατότητα λειτουργίας ακόμη και υπό παρεμβολές σε GPS, δορυφορικές επικοινωνίες ή ασύρματα δίκτυα, ένας στρατός χάνει την ικανότητα να εντοπίζει, να αποφασίζει και να πλήττει στόχους εγκαίρως.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη ένα ισχυρό αντίστοιχο αμερικανικών πλατφορμών όπως η Palantir. Αντίθετα, η Ουκρανία κατάφερε μέσα στις συνθήκες πολέμου να αναπτύξει το σύστημα Delta, το οποίο συνδέει δεδομένα πεδίου μάχης, UAV και συστήματα του ΝΑΤΟ σε κοινή επιχειρησιακή πλατφόρμα.
Οι ειδικοί προτείνουν τη δημιουργία ευρωπαϊκού προγράμματος διοίκησης και ελέγχου με επενδύσεις 10 έως 20 δισ. ευρώ μέσα στα επόμενα τρία έως τέσσερα χρόνια.
Το δεύτερο κρίσιμο πεδίο αφορά τα αυτόνομα συστήματα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι τα drones και τα μη επανδρωμένα οχήματα αλλάζουν ριζικά την οικονομία της μάχης.
FPV drones μικρής εμβέλειας, περιφερόμενα πυρομαχικά, drones τύπου Shahed, αυτόνομα χερσαία και θαλάσσια συστήματα χρησιμοποιούνται πλέον μαζικά στο πεδίο επιχειρήσεων. Στο Ποκρόφσκ, σύμφωνα με την έκθεση, έως και το 90% του ανεφοδιασμού της πρώτης γραμμής πραγματοποιείται μέσω μη επανδρωμένων χερσαίων οχημάτων.
Παράλληλα, ουκρανικά θαλάσσια drones όπως τα Magura V5 και Sea Baby συνέβαλαν στην καταστροφή ή πρόκληση ζημιών σε 26 ρωσικά πλοία στη Μαύρη Θάλασσα.
Η Ευρώπη, και ιδιαίτερα η Γερμανία μέσω της ισχυρής αυτοκινητοβιομηχανίας της, θεωρείται ότι διαθέτει τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής τέτοιων συστημάτων. Η απαιτούμενη επένδυση εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 30 δισ. ευρώ.

UAV ©EPA/ROBERT GHEMENT
Αεράμυνα, πύραυλοι και νέες τεχνολογίες πολέμου
Η έκθεση χαρακτηρίζει την αεράμυνα ως ένα από τα σοβαρότερα επιχειρησιακά κενά της Ευρώπης.
Η ήπειρος χρειάζεται άμυνα σε τρία επίπεδα:
- συστήματα πολύ μικρής εμβέλειας απέναντι σε drones,
- μεσαία αεράμυνα απέναντι σε αεροσκάφη, πυραύλους cruise και UAV,
- ανώτερη αντιπυραυλική προστασία απέναντι σε βαλλιστικές και υπερηχητικές απειλές.
Παρότι υπάρχουν ευρωπαϊκά συστήματα όπως τα IRIS-T και SAMP/T, οι ειδικοί εντοπίζουν σοβαρές αδυναμίες στην παραγωγική ικανότητα, στα αποθέματα πυρομαχικών και στη διασύνδεση των συστημάτων.
Το κόστος για τη δημιουργία ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αεράμυνας εκτιμάται περίπου στα 50 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη θεωρείται υποεξοπλισμένη στα όπλα μεγάλου βεληνεκούς. Η Ρωσία διαθέτει ευρύ οπλοστάσιο πυραύλων cruise και βαλλιστικών πυραύλων με εμβέλεια 500 έως 2.500 χιλιομέτρων, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να βασίζονται σε αμερικανικά συστήματα όπως οι Tomahawk και JASSM.
Η έκθεση εισηγείται την ανάπτυξη ευρωπαϊκής οικογένειας πυραυλικών συστημάτων χωρίς αμερικανικούς περιορισμούς εξαγωγών, με επένδυση 20 έως 30 δισ. ευρώ.
Ακόμη πιο φιλόδοξο θεωρείται το σχέδιο για αεροπορικά συστήματα έκτης γενιάς, με χρονικό ορίζοντα άνω των δέκα ετών και κόστος που ξεπερνά τα 200 δισ. ευρώ.
Δορυφόροι, στρατιωτικό cloud και τεχνητή νοημοσύνη
Η έκθεση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις δορυφορικές επικοινωνίες και στις διαστημικές δυνατότητες. Η εμπειρία της Ουκρανίας ανέδειξε τον κρίσιμο ρόλο του Starlink όχι μόνο για τις ένοπλες δυνάμεις αλλά και για τις κρατικές υποδομές και τον άμαχο πληθυσμό.
Παρότι η Ευρώπη διαθέτει το Galileo και σχεδιάζει το IRIS², δεν έχει ακόμη αντίστοιχο ευρωπαϊκό δίκτυο χαμηλής τροχιάς με υψηλή στρατιωτική ανθεκτικότητα. Η μελέτη ζητεί τη δημιουργία ευρωπαϊκού δορυφορικού δικτύου για επικοινωνίες, αναγνώριση και πλοήγηση, με κόστος άνω των 50 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αμερικανικές πλατφόρμες cloud και στρατιωτικής ανάλυσης δεδομένων. Η εξάρτηση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα προβληματική, καθώς η Ευρώπη δεν ελέγχει πλήρως την αλυσίδα συλλογής, ανάλυσης και αξιοποίησης δεδομένων στο πεδίο επιχειρήσεων.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται επένδυση 50 δισ. ευρώ σε στρατιωτικό cloud, λογισμικό και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Ελληνικό Leopard 2, ένα από τα καλύτερα άρματα μάχης παγκοσμίως είναι ευρωπαϊκό © Τumblr
Αμυντικές δαπάνες, κατακερματισμός και η κρίσιμη επιλογή της Ευρώπης
Η έκθεση προειδοποιεί ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών από μόνη της δεν εγγυάται στρατηγική αυτονομία.
Το βασικό πρόβλημα παραμένει ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Σήμερα η Ευρώπη διαθέτει 14 διαφορετικούς τύπους αρμάτων μάχης, 15 διαφορετικά μαχητικά αεροσκάφη και πληθώρα μη συμβατών συστημάτων διοίκησης.
Αυτό, σύμφωνα με τους συντάκτες, μειώνει δραστικά τις οικονομίες κλίμακας και έχει ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να αποκτά 30% έως 40% λιγότερη στρατιωτική ικανότητα ανά ευρώ δαπάνης σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη Γερμανία, της οποίας ο αμυντικός προϋπολογισμός αναμένεται να υπερτριπλασιαστεί έως το 2029, ξεπερνώντας τα 160 δισ. ευρώ.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το Βερολίνο δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο του μεγάλου αγοραστή αμερικανικών οπλικών συστημάτων, αλλά καλείται να αναλάβει ρόλο πολιτικού και βιομηχανικού συντονιστή μιας ευρωπαϊκής αμυντικής στρατηγικής.
Παράλληλα, η έκθεση ασκεί κριτική στο πρώτο γερμανικό ειδικό ταμείο των 100 δισ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι σχεδόν το σύνολο των κονδυλίων κατευθύνθηκε σε παραδοσιακά συστήματα και κυρίως σε μη ευρωπαϊκούς προμηθευτές.
Αμυντικές δαπάνες που αντιστοιχούν σε 50 δισ. ετησίως ή 0,25% του συνδυασμένου ΑΕΠ της ΕΕ
Τα συνολικά περίπου 500 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη δεκαετία για να αποκτήσει ουσιαστική αμυντική αυτονομία σε κρίσιμους τομείς φαίνεται τεράστιο ποσό, αλλά η ίδια η έκθεση το τοποθετεί σε διαφορετική κλίμακα: αντιστοιχεί σε περίπου 50 δισ. ευρώ ετησίως ή περίπου 0,25% του συνδυασμένου ΑΕΠ της ΕΕ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Νορβηγίας. Είναι επίσης χαμηλότερο από το πρόγραμμα NextGenerationEU των 750 δισ. ευρώ, που δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως δημοσιονομικό. Είναι πολιτικό, βιομηχανικό και οργανωτικό.
Η βασική διαπίστωση της έκθεσης είναι σκληρή: η Ευρώπη, αν και δαπανά σχεδόν το 60% του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού και διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη αμυντική δαπάνη στον κόσμο, παραμένει εξαρτημένη σε ολόκληρη την αλυσίδα στρατιωτικού αποτελέσματος. Η εξάρτηση δεν αφορά μόνο μεμονωμένα οπλικά συστήματα.
Αφορά τη δορυφορική αναγνώριση, τις επικοινωνίες, τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, το στρατιωτικό cloud, την τεχνητή νοημοσύνη, τα πλήγματα ακριβείας, την αεράμυνα, την πρόσβαση στο διάστημα, τον ηλεκτρονικό πόλεμο και τη στρατηγική αερομεταφορά. Όπως το διατυπώνει η έκθεση, καμία ευρωπαϊκή επιχείρηση μάχης δεν είναι σήμερα πλήρως νοητή χωρίς αμερικανική εξουσιοδότηση, λογισμικό ή συστήματα.
Αυτό το κενό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς αλλάζει η αμερικανική στρατηγική. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη δύναμη του ΝΑΤΟ, αλλά η προτεραιότητά τους μετατοπίζεται σταδιακά προς την Κίνα και τον Ινδοειρηνικό. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές διακυμάνσεις στην Ουάσιγκτον καθιστούν πιο επισφαλή την υπόθεση ότι η αμερικανική εγγύηση θα είναι πάντα διαθέσιμη με την ίδια ένταση, στον ίδιο χρόνο και με τους ίδιους όρους, αναφερουν αναλυτές στη Handelsblatt.
Για την Ευρώπη, η αμυντική αυτονομία δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τις ΗΠΑ. Σημαίνει όμως ότι η ήπειρος πρέπει να μπορεί να δρα σε περίπτωση που οι ΗΠΑ είναι απασχολημένες αλλού, διστάζουν ή θέτουν περιορισμούς στη χρήση κρίσιμων δυνατοτήτων.

Μπόρις Πιστόριους και Φρίντριχ Μερτς © EPA/FILIP SINGER/POOLΟ/EPA/VALDA KALNINA
Το βασικό εμπόδιο δεν είναι τα χρήματα αλλά η πολιτική βούληση
Η συζήτηση ενισχύεται από τη μεταβαλλόμενη διεθνή κατάσταση ασφαλείας, με Ευρωπαίους πολιτικούς να αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο την ανάγκη για μεγαλύτερη αυτονομία.
Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, παρότι δηλώνει τη στήριξή του στη διατλαντική συνεργασία, ζητά παράλληλα ενίσχυση των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών άμυνας.
Στον πρόλογο της νέας γερμανικής στρατιωτικής στρατηγικής επισημαίνει ότι οι διεθνείς κανόνες δεν επαρκούν πλέον για την αποτροπή συγκρούσεων και ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια.
Ο πρώην επικεφαλής της Airbus, Τομ Έντερς, εκτιμά ότι οι στρατηγικές προτεραιότητες έχουν πλέον προσδιοριστεί σωστά, με έμφαση στις πληροφορίες, στα πυραυλικά συστήματα και στις τεχνολογίες αιχμής.
Όπως σημειώνει, το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι η εφαρμογή των αποφάσεων.
«Το αδιέξοδο δεν βρίσκεται ούτε στα χρήματα ούτε στην τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι η πολιτική βούληση να δράσουμε ευρωπαϊκά, να λάβουμε αποφάσεις και να τις εφαρμόσουμε γρήγορα και πρακτικά», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.
Κατά τον ίδιο, ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι όταν υπάρχει πολιτική πίεση, οι διαδικασίες μπορούν να επιταχυνθούν σημαντικά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της μελέτης, οι πρόσθετες αμυντικές δαπάνες που απαιτούνται για τις δέκα κρίσιμες τεχνολογικές εφαρμογές αντιστοιχούν μόλις στο 0,25% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας, συμπεριλαμβανομένων της Μεγάλης Βρετανίας και της Νορβηγίας.
Η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και η στροφή στην πολεμική οικονομία
Οι συντάκτες της μελέτης τονίζουν ότι οι επενδύσεις στην άμυνα δεν αφορούν αποκλειστικά τη στρατιωτική ασφάλεια αλλά μπορούν να λειτουργήσουν και ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής αναβάθμισης.
Ο Μόριτς Σούλαρικ υποστηρίζει ότι κάθε ευρώ που επενδύεται σε προγράμματα υψηλής τεχνολογίας μπορεί να δημιουργήσει οικονομική αξία ύψους 1,50 ευρώ μέσω της βιομηχανικής παραγωγής, της καινοτομίας και της δημιουργίας νέων τεχνολογικών οικοσυστημάτων.
Παράλληλα, οι συγγραφείς επικρίνουν τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Όπως σημειώνουν, η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να διαθέτει 14 διαφορετικούς τύπους τεθωρακισμένων οχημάτων, 15 διαφορετικά μαχητικά αεροσκάφη και πολλαπλά μη συμβατά συστήματα διοίκησης.
Η πολυδιάσπαση αυτή αυξάνει το κόστος, περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας και μειώνει την αποτελεσματικότητα των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Επιστήμη και Πολιτική (SWP), κάθε ευρώ που επενδύεται στην Ευρώπη σε αμυντικά προγράμματα αποδίδει κατά 30% έως 40% λιγότερες επιχειρησιακές δυνατότητες σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, όπου οι ένοπλες δυνάμεις λειτουργούν με πολύ μικρότερο βαθμό κατακερματισμού.

Το ATLAS 8Χ8 της βρετανικής BAe Systems με πυροβόλο των 30mm © ΒΑe Systems
Αμυντική βιομηχανία: Οι μεγάλοι ωφελημένοι
Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε γεωπολιτική κρίση, ο αμυντικός τομέας συγκαταλέγεται στους άμεσους ωφελημένους του πολέμου στο Ιράν, καθώς οικυβερνήσεις στρέφονται στην πολεμική οικονομία.
Η αναλύτρια της RSM UK, Έμιλι Σάουιτς, επισήμανε στο BBC ότι ο πόλεμος ανέδειξε σημαντικά κενά στις δυνατότητες αεράμυνας τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιταχύνοντας τις επενδύσεις σε πυραυλικά συστήματα, αντι-drone τεχνολογίες και στρατιωτικό εξοπλισμό.
Ταυτόχρονα, η χρήση μεγάλων ποσοτήτων οπλικών συστημάτων δημιουργεί την ανάγκη αναπλήρωσης των αποθεμάτων, αυξάνοντας τη ζήτηση για προϊόντα αμυντικής βιομηχανίας.
Η βρετανική BAE Systems, η οποία παράγει μεταξύ άλλων εξαρτήματα για τα μαχητικά αεροσκάφη F-35, ανακοίνωσε ότι αναμένει ισχυρή αύξηση πωλήσεων και κερδών μέσα στο 2026.
Η εταιρεία απέδωσε τις προοπτικές αυτές στις αυξανόμενες «απειλές ασφαλείας» παγκοσμίως, οι οποίες ωθούν τις κυβερνήσεις σε μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, αναφέρει το BBC.
Παράλληλα, οι αμερικανικές Lockheed Martin, Boeing και Northrop Grumman — τρεις από τους μεγαλύτερους αμυντικούς εργολάβους διεθνώς — ανακοίνωσαν ιστορικά υψηλά ανεκτέλεστα υπόλοιπα παραγγελιών στο τέλος του πρώτου τριμήνου.
Ωστόσο, παρά τα ισχυρά θεμελιώδη στοιχεία, οι μετοχές αρκετών αμυντικών εταιρειών έχουν παρουσιάσει υποχώρηση από τα μέσα Μαρτίου, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι οι αποτιμήσεις του κλάδου έχουν φτάσει σε υπερβολικά επίπεδα.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης 20 σελίδων σύμφωνα με τους ειδικούς του χώρου, είναι ότι η ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία δεν αποτελεί πλέον πολιτικό σύνθημα αλλά αριθμητική και βιομηχανική αναγκαιότητα. Η Ευρώπη, αναφέρουν, καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να θεωρεί την εξάρτηση φθηνότερη από την κυριαρχία ή αν θα επενδύσει σε δικές της τεχνολογίες, βιομηχανική ισχύ και στρατηγική ανεξαρτησία.
