Η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και το ενεργειακό σοκ από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αναδιατάσσουν τις ισορροπίες ισχύος, με την Κίνα να επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την αβεβαιότητα, ενισχύοντας τη διεθνή της θέση και ταυτόχρονα θωρακίζοντας την οικονομία της.
Σε αντίθεση με τον απρόβλεπτο και συχνά αντιφατικό Ντόναλντ Τραμπ, ο Σι Τζινπίνγκ ακολουθεί μια στρατηγική χαμηλών τόνων αλλά υψηλής ακρίβειας. Το Πεκίνο κινείται μεθοδικά, εκμεταλλευόμενο τις ασυνέπειες της Ουάσινγκτον και προωθώντας ένα μακροπρόθεσμο γεωοικονομικό σχέδιο.
Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και τον αποκλεισμό των Στενά του Ορμούζ, η Κίνα επιδιώκει να παρουσιαστεί ως δύναμη σταθερότητας. Χωρίς να συγκρουστεί ανοιχτά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διατηρεί ισορροπίες, υποστηρίζοντας διακριτικά την Τεχεράνη και ταυτόχρονα ενθαρρύνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες για κατάπαυση του πυρός, συχνά μέσω τρίτων χωρών όπως το Πακιστάν, αναφέρει ανάλυση στη Le Figaro.
Παράλληλα, ενισχύει τη διείσδυσή της στον λεγόμενο «παγκόσμιο Νότο», αξιοποιώντας την αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στη Δύση. Στον Κόλπο, όπου οι δυτικές σχέσεις δοκιμάζονται, το Πεκίνο αναδεικνύεται σε αξιόπιστο εταίρο, διεκδικώντας ρόλο σε μεγάλα έργα υποδομών και ενέργειας.
Ωστόσο, η εξάρτηση της Κίνας από τις ενεργειακές ροές μέσω του Ορμούζ παραμένει κρίσιμος παράγοντας κινδύνου. Περισσότερο από το 70% του ιρανικού πετρελαίου κατευθύνεται προς την κινεζική αγορά, γεγονός που καθιστά την παρατεταμένη διαταραχή δυνητικά επιζήμια για τη βιομηχανική της μηχανή. Όπως επισημαίνει ο Enguerrand Artaz, η αύξηση του ενεργειακού κόστους πλήττει ιδιαίτερα τον κινεζικό χημικό τομέα, υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα, ιδίως στην ευρωπαϊκή αγορά.
Παρά τους κινδύνους, η Κίνα εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Διαθέτει υψηλό βαθμό ενεργειακής αυτάρκειας (περίπου 85%), διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας —μεταξύ αυτών η Ρωσία— και σημαντικά στρατηγικά αποθέματα πρώτων υλών. Επιπλέον, η κρατική παρέμβαση παραμένει καθοριστική: κολοσσοί όπως Sinopec και PetroChina έχουν ήδη περιορίσει τις εξαγωγές καυσίμων για τη σταθεροποίηση της εγχώριας αγοράς.
Το ενεργειακό σοκ επιταχύνει επίσης μια δομική μετατόπιση υπέρ των ανανεώσιμων πηγών. Με τις τιμές υδρογονανθράκων να αυξάνονται, η ζήτηση για «πράσινες» τεχνολογίες ενισχύεται — έναν τομέα στον οποίο η Κίνα κυριαρχεί παγκοσμίως. Οι εξαγωγές ηλεκτρικών οχημάτων αυξάνονται ραγδαία, με εταιρείες όπως BYD να διευρύνουν το αποτύπωμά τους στην Ευρώπη.

Από το Ορμούζ στις αγορές: Η Κίνα μετατρέπει την κρίση σε πλεονέκτημα
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η άνοδος των τιμών ενέργειας λειτουργεί ως αντίβαρο στις αποπληθωριστικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η κινεζική οικονομία. Η ενίσχυση του πληθωρισμού ενδέχεται να τονώσει την εσωτερική κατανάλωση, η οποία παραμένει εύθραυστη μετά την πανδημία.
Ταυτόχρονα, το Πεκίνο επιταχύνει τη διεθνοποίηση του νομίσματός του. Οι ενεργειακές συναλλαγές σε γουάν και η αυξανόμενη χρήση του στο διεθνές εμπόριο ενισχύουν σταδιακά τη θέση του έναντι του δολαρίου, χωρίς ωστόσο να απειλούν άμεσα την κυριαρχία του, σύμφωνα με τη Le Figaro.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η κρίση λειτουργεί ως επιταχυντής ισχύος για την Κίνα. Η ανακατανομή των αμερικανικών στρατιωτικών πόρων προς τη Μέση Ανατολή δημιουργεί ανησυχίες στους ασιατικούς συμμάχους των ΗΠΑ, ενισχύοντας την επιρροή του Πεκίνου στην περιοχή. Παράλληλα, η εξάρτηση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας από κινεζικά επεξεργασμένα μέταλλα —ιδίως σπάνιες γαίες— προσδίδει στην Κίνα ένα πρόσθετο στρατηγικό πλεονέκτημα.
Παρά τις προκλήσεις —δημογραφική γήρανση, κρίση ακινήτων και επιβράδυνση της ανάπτυξης— η Κίνα φαίνεται να αξιοποιεί την κρίση για να κερδίσει χρόνο και να ενισχύσει τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, συνδυάζοντας οικονομικά εργαλεία, διπλωματία και τεχνολογική υπεροχή.
Η Κίνα εντείνει τις διπλωματικές της πρωτοβουλίες για την αποκλιμάκωση της κρίσης στο Στενό του Ορμούζ, καλώντας σε άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών και αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Οι παρεμβάσεις του Πεκίνου έρχονται σε μια περίοδο αυξανόμενης διεθνούς πίεσης, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να ζητούν από την κινεζική ηγεσία να επηρεάσει την Τεχεράνη.
Κατά τη συνάντησή του στο Πεκίνο με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Ουάνγκ Γι, υπογράμμισε ότι η διακοπή των συγκρούσεων αποτελεί «επείγουσα ανάγκη». Σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο Xinhua, ο Ουάνγκ Γι τόνισε ότι η διεθνής κοινότητα ανησυχεί έντονα για την αποκατάσταση της ασφαλούς διέλευσης μέσω του Στενού του Ορμούζ, μιας κρίσιμης αρτηρίας για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας.
Παρότι απέφυγε να αποδώσει ευθύνες στο Ιράν για την κρίση, ο Κινέζος υπουργός εξέφρασε σαφώς την ανησυχία του για τον αποκλεισμό, ο οποίος έχει οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και σε ευρύτερους οικονομικούς κραδασμούς, μεταδίδουν οι New York Times.
Η στάση της Κίνας αντανακλά μια προσεκτική ισορροπία μεταξύ των σχέσεών της με το Ιράν και της ανάγκης διατήρησης σταθερών δεσμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Πεκίνο υποστηρίζει το δικαίωμα της Τεχεράνης στην ειρηνική ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας, απορρίπτοντας ωστόσο την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, κάλεσαν την Κίνα να ασκήσει πίεση στο Ιράν ώστε να ανοίξει το Στενό, επισημαίνοντας ότι ο αποκλεισμός πλήττει και τα κινεζικά συμφέροντα.
Η παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει αρνητικά την κινεζική οικονομία, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών ενέργειας. Παρότι το Ιράν συνεχίζει να επιτρέπει τη διέλευση πλοίων που μεταφέρουν ιρανικό πετρέλαιο προς την Κίνα, οι ευρύτερες αναταράξεις στην αγορά ενέργειας δημιουργούν σημαντικές πιέσεις.

Πεζεσκιάν και Αραγτσί © Χ.com
Σύμφωνα με διεθνείς αξιωματούχους, το Πεκίνο διαδραμάτισε παρασκηνιακό ρόλο στην επίτευξη της εύθραυστης εκεχειρίας του Απριλίου, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης.
Η κρίση αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της επικείμενης συνάντησης μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του προέδρου της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Οι συνομιλίες αναμένεται να επικεντρωθούν τόσο στον πόλεμο με το Ιράν όσο και στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ.
Παράλληλα, η Κίνα αντιδρά στις αμερικανικές κυρώσεις κατά κινεζικών επιχειρήσεων που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, καλώντας τις εταιρείες της να μην συμμορφωθούν με τα μέτρα της Ουάσινγκτον. Η στάση αυτή υπογραμμίζει την αυξανόμενη γεωπολιτική ένταση και την πολυπλοκότητα των ισορροπιών στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Παράλληλα στο στρατιωτικό μέτωπο ισορροπίας δυνάμεων, ο πόλεμος στο Ιράν έχει καταναλώσει τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και κοστίζει στις ΗΠΑ, σύμφωνα με εκτιμήσεις, έως και ένα δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα. Τα αμερικανικά αποθέματα όπλων θα μπορούσαν σύντομα να εξαντληθούν.
Η κυβέρνηση και ο Λευκός Οίκος τονίζουν δημόσια ότι τα αποθέματα είναι επαρκή, μιλώντας ακόμη και για «πρακτικά απεριόριστες» δυνατότητες. Εσωτερικά όμως γίνεται λόγος για ανησυχίες σχετικά με την παραγωγική ικανότητα που, αν παραμείνει σταθερή, δεν θα επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες.
Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ των New York Times επιβεβαιώνει για πρώτη φορά αυτές τις ανησυχίες με συγκεκριμένα στοιχεία. Σύμφωνα με αυτό, ο αμερικανικός στρατός έχει ήδη εκτοξεύσει περισσότερους από 1.100 πυραύλους cruise Tomahawk από την αρχή του πολέμου στο Ιράν. Ο κατασκευαστής Lockheed Martin είχε παραδώσει μέχρι το τέλος του 2025 περίπου 2.300 τεμάχια. Επιπλέον, έχουν χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον 1.000 ακόμη πύραυλοι Tomahawk — περίπου δεκαπλάσιος αριθμός από αυτόν που οι ΗΠΑ προμηθεύονταν σε ένα έτος.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η κατάσταση στην αεράμυνα: πάνω από 1.200 πύραυλοι Patriot έχουν ήδη καταναλωθεί, με κόστος πολλών εκατομμυρίων δολαρίων ανά μονάδα. Επίσης, σε μεγάλους αριθμούς έχουν χρησιμοποιηθεί άλλοι πύραυλοι ακριβείας, όπως οι ATACMS, καθώς και διατρητικές βόμβες καταφυγίων.

Πητ Χέγκσεθ και Μαρκ Ρούτε © EPA/OLIVIER HOSLET
Συνολικά, η σύγκρουση έχει «αισθητά αποδυναμώσει» τα παγκόσμια αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ, αναφέρουν εσωτερικές εκτιμήσεις του Πενταγώνου. Ανεξάρτητοι ειδικοί υπολογίζουν ότι η επίθεση στο Ιράν κοστίζει στις ΗΠΑ έως και ένα δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα.Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επιβεβαίωσε σε ακρόαση στο Κογκρέσο ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη κοστίσει περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο Χέγκσεθ επέκρινε τις εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας επειδή κινούνται πολύ αργά στην αναπλήρωση των αποθεμάτων.
Οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράν εκτείνονται έτσι πέρα από τη Μέση Ανατολή. Για να καλυφθεί η τεράστια ζήτηση, το Πεντάγωνο, σύμφωνα με τους New York Times, έχει ήδη αντλήσει αποθέματα από άλλες περιοχές του κόσμου, μεταξύ άλλων από την Ευρώπη και από βάσεις στον Ινδο-Ειρηνικό.
Για τα εμπλεκόμενα στρατιωτικά επιτελεία αυτό σημαίνει μειωμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Στην Ευρώπη λείπουν συστήματα που είχαν προγραμματιστεί για την αποτροπή στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας. Στον Ειρηνικό, η διαθεσιμότητα όπλων όπως οι JASSM-ER, που αρχικά προορίζονταν για μια πιθανή σύγκρουση με την Κίνα, μειώνεται.
Πίσω από την τρέχουσα έλλειψη κρύβεται ένα δομικό πρόβλημα: η κατανάλωση σύγχρονων πυρομαχικών ακριβείας υπερβαίνει σήμερα κατά πολύ τις παραγωγικές δυνατότητες της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας. Πολλά από αυτά τα όπλα είναι εξαιρετικά σύνθετα και μέχρι σήμερα παράγονται σε σχετικά μικρές ποσότητες. Ακόμη και με πολιτική βούληση και πρόσθετα κεφάλαια, οι γραμμές παραγωγής δεν μπορούν να αυξηθούν γρήγορα, καθώς οι αλυσίδες εφοδιασμού δεν είναι αρκετά ευέλικτες.
Μελέτες προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια για αυτό το σενάριο. «Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει ότι μια σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων θα ήταν πιθανότατα ένας μακροχρόνιος, βιομηχανικός πόλεμος που απαιτεί μια ισχυρή αμυντική παραγωγή», έγραφε ήδη το 2023 το αμερικανικό think tank Center for Strategic and International Studies, εξετάζοντας ένα ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Κίνα για την Ταϊβάν. Μόνο αν παραχθούν επαρκείς ποσότητες πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων μπορεί να αντέξει μια τέτοια σύγκρουση.
Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς, ακόμη και σε μεγάλες συγκρούσεις η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται πολύ αργά. Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας κλιμακώνεται εκ νέου με φόντο το ιρανικό πετρέλαιο, την τεχνολογία και τις επενδύσεις. Η εύθραυστη ισορροπία πριν τη συνάντηση Τραμπ–Σι δοκιμάζεται, ενώ η Κίνα ενισχύει την επιρροή της στην Ασία και πέραν αυτής.

Κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου στην Κίνα © EPA/SONG FULAI
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν την πίεση προς κινεζικά διυλιστήρια που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, με την Κίνα να αντιδρά δυναμικά, εντείνοντας την γεωπολιτική αντιπαράθεση ενόψει της επικείμενης συνάντησης μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις σε ιδιωτικά κινεζικά διυλιστήρια («teapots»), καθώς και σε ναυτιλιακές εταιρείες και πλοία, προειδοποιώντας παράλληλα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για πιθανές συνέπειες σε περίπτωση διευκόλυνσης μεταφορών ιρανικού πετρελαίου. Το Πεκίνο απάντησε καλώντας τις εταιρείες του να αγνοήσουν τις κυρώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιθανή μετωπική σύγκρουση.
Η στάση της Κίνας εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική υπεράσπισης των ενεργειακών της συμφερόντων, καθώς τα ιδιωτικά διυλιστήρια έχουν αποτελέσει βασική οικονομική «ανάσα» για το Ιράν. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να περιορίσει αυτές τις ροές, ενώ το Πεκίνο απορρίπτει την εξωεδαφική επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με το Semafor.
Παρά την ένταση, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αισιόδοξος για τη συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ, χαρακτηρίζοντάς την «εξαιρετική ευκαιρία». Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, δήλωσε ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα αποτελέσει βασικό θέμα στην επικείμενη συνάντησή του με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, επιχειρώντας παράλληλα να υποβαθμίσει τις εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας, καθώς το Πεκίνο αποτελεί βασικό εισαγωγέα ιρανικού πετρελαίου, οι ροές του οποίου έχουν διαταραχθεί λόγω της σύγκρουσης.
Νέα έρευνα δείχνει ότι κινεζικές εταιρείες ενδέχεται να απορροφούν πνευματική ιδιοκτησία μέσω εξαγορών ξένων επιχειρήσεων, ενισχύοντας τη στρατηγική τους θέση. Την ίδια στιγμή, οι κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, γεγονός που αποτυπώνει την επιδείνωση των διμερών σχέσεων.
Η κατάσταση δεν είναι απλώς «ανησυχητική»· πρόκειται για μια συστημική μετατόπιση ισχύος στις αλυσίδες εφοδιασμού, με την Κίνα να αξιοποιεί πλήρως τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα.
Η κλιμάκωση των κινεζικών περιορισμών στις εξαγωγές στρατηγικών πρώτων υλών επαναπροσδιορίζει τις ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία, φέρνοντας τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμέτωπες με ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας. Μετά τις σπάνιες γαίες, το Πεκίνο στρέφεται πλέον και στον έλεγχο του θείου, διευρύνοντας το γεωοικονομικό του αποτύπωμα.
Οι αυστηροί έλεγχοι στις εξαγωγές σπάνιων γαιών έχουν ήδη ανατρέψει τη λειτουργία πολλών ευρωπαϊκών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Εμπορικό Επιμελητήριο στο Πεκίνο, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με διαδικασίες αδειοδότησης που χαρακτηρίζονται από καθυστερήσεις, έλλειψη διαφάνειας και απρόβλεπτες παρεμβάσεις. Όπως επισημαίνεται, η Ευρώπη έχει καταστεί «παράπλευρο θύμα» της αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.

Ο Σι Τζινπίνγκ και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/XINHUA / Huang Jingwen CHINA OUT
Η Κίνα ελέγχει περίπου το 70% της παγκόσμιας παραγωγής σπάνιων γαιών, κρίσιμων για τη βιομηχανία τεχνολογίας, ενέργειας και άμυνας. Στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, το Πεκίνο επέβαλε περιορισμούς σε βασικά υλικά όπως το δυσπρόσιο και το τέρβιο, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Παρότι επισήμως ορισμένα μέτρα έχουν ανασταλεί έως το 2026, στην πράξη οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν υπό καθεστώς «μόνιμης αβεβαιότητας». Η εξαγωγή στρατηγικών προϊόντων μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή, μετατρέποντας το σύστημα ελέγχου εξαγωγών σε εργαλείο άσκησης πολιτικής ισχύος.
Η γεωοικονομική πίεση εντείνεται περαιτέρω με την είσοδο του θείου στο πεδίο των περιορισμών. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, έχει ήδη περιορίσει περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας παραγωγής θείου — ενός κρίσιμου υλικού για την παραγωγή μετάλλων, λιπασμάτων και ημιαγωγών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα, που κατέχει περίπου το 40% της παγκόσμιας παραγωγής και σημαντικό μερίδιο στις εξαγωγές θειικού οξέος, ανακοίνωσε την αναστολή των εξαγωγών της, επιτρέποντας μόνο περιορισμένες ποσότητες. Παράλληλα, χώρες όπως η Τουρκία και η Ινδία κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, εντείνοντας την πίεση στην αγορά.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τα ορυχεία χαλκού της Χιλής και η βιομηχανία νικελίου της Ινδονησίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές θείου ή θειικού οξέος.
Η αύξηση των τιμών έχει ήδη επιβαρύνει σημαντικά το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Macquarie, το κόστος παραγωγής νικελίου στην Ινδονησία αυξήθηκε κατά χιλιάδες δολάρια ανά τόνο, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ μεταλλευτικών εταιρειών και αγροτών για την πρόσβαση σε λιπάσματα.
Μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τη βιομηχανική και εμπορική της στρατηγική. Η εξάρτηση από κινεζικές πρώτες ύλες αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα, ενώ εντείνεται η ανάγκη για ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής και εναλλακτικών αλυσίδων εφοδιασμού.
Όπως προειδοποιούν ευρωπαϊκοί φορείς, χωρίς μια πιο επιθετική στρατηγική, η προστιθέμενη αξία για την ευρωπαϊκή οικονομία κινδυνεύει να παραμείνει περιορισμένη, σε ένα περιβάλλον όπου οι πρώτες ύλες μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.


