Η πρώτη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Fed, υπό τον Κέβιν Γουόρς πραγματοποιείται την Τρίτη – Τετάρτη, σε μια ιδιαίτερα απαιτητική συγκυρία, με τον πληθωρισμό να επιταχύνεται εκ νέου και τις αγορές να αναζητούν σαφή μηνύματα για την κατεύθυνση της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής, στη σκιά της συνόδου κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας.
Η Fed αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στην ανακοίνωση της Τετάρτης, ωστόσο η αναζωπύρωση του πληθωρισμού και η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας ενισχύουν τις προσδοκίες για μια πιο αυστηρή νομισματική στάση υπό τη νέα ηγεσία του Κέβιν Γουόρς.
Υπάρχουν στοιχεία που ωθούν τη Fed προς μια πιο «σκληρή» κατεύθυνση, αναφέρουν αναλυτές στο Axios, με τις αγορές να εκτιμούν πλέον ότι η κεντρική τράπεζα θα αναγνωρίσει επισήμως το ενδεχόμενο προοπτικής νέας αύξησης επιτοκίων μέσα από τις επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις της.
Παρ’ ότι η αισιοδοξία ενισχύεται ότι πλησιάζει μια πραγματική συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, τουλάχιστον έως τις αρχές του 2027. Η αναπλήρωση αποθεμάτων στην Ευρώπη και την Ασία αναμένεται να διατηρήσει ισχυρή τη ζήτηση στις αγορές ενέργειας κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα σχετικά με το μέγεθος των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, καθώς και η επιφυλακτικότητα των ναυτιλιακών εταιρειών να επαναφέρουν πλήρως τα πλοία τους σε διαδρομές που ενδέχεται να γίνουν ξανά επικίνδυνες εάν καταρρεύσει μια συμφωνία, περιορίζουν την προσφορά. Ως αποτέλεσμα, δεν αναμένεται ουσιαστική αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών κατά τη διάρκεια της φετινής χρονιάς, σύμφωνα με αναλυτές του χώρου που μίλησαν στο Axios.
Οι κεντρικές τράπεζες διεθνώς βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα: να μειώσουν τα επιτόκια για να στηρίξουν την ανάπτυξη, αλλά να ενισχύσουν τον πληθωρισμό, ή να τα αυξήσουν για να περιορίσουν τις τιμές, αλλά να αυξήσουν τον κίνδυνο οικονομικής ύφεσης.
Tο δίλημμα αυτό καθίσταται ακόμη πιο οξύ σε περιβάλλον υψηλού δημόσιου χρέους και περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον πιο ασταθή πορεία των επιτοκίων, καθώς η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και σταθερότητας τιμών γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την περασμένη εβδομάδα αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί πλέον να περιμένει να τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται.
Το επιτόκιο καταθέσεων αυξήθηκε στο 2,25% από 2%, όπως ανέμεναν οι οικονομολόγοι και οι επενδυτές, οι οποίοι προβλέπουν μια ακόμη αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες τον Σεπτέμβριο. Η ΕΚΤ έδειξε ωστόσο επιφυλακτικότητα, επαναλαμβάνοντας ότι δεν θα δεσμευτεί εκ των προτέρων για τις μελλοντικές ενέργειες.
Fed: Πληθωρισμός και ανάπτυξη ενισχύουν τα «γεράκια»
Υπό αυτό το πρίσμα, η αμερικανική οικονομία μπορεί να δείχνει περισσότερο προστατευμένη από τους κινδύνους της Μέσης Ανατολής σε σχέση με άλλες χώρες, χάρη στην ενεργειακή της ανεξαρτησία. Ωστόσο, δεν παραμένει ανεπηρέαστη.
Η αφθονία φυσικού αερίου και οι περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης έχουν οδηγήσει σε χαμηλότερες εγχώριες τιμές φυσικού αερίου, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος του κόστους καυσίμων για τις μεταφορές εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες έχουν ήδη περάσει στα ναύλα μεταφορών και στα αεροπορικά εισιτήρια.
Ο πληθωρισμός έχει πλέον φθάσει στο 4,2%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Παράλληλα, οι έρευνες επιχειρηματικού κλίματος δείχνουν ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ 2% και 2,5%, η αγορά εργασίας συνεχίζει να δημιουργεί νέες θέσεις απασχόλησης και οι αμερικανικοί χρηματιστηριακοί δείκτες κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι επενδυτές έχουν αυξήσει σημαντικά τις προσδοκίες τους για πιθανές αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης εντός του έτους, ενώ αποδίδουν περίπου 50% πιθανότητα και σε δεύτερη αντίστοιχη κίνηση το επόμενο έτος.

Στο ανακοινωθέν αναμένεται να δωθεί μεγαλύτερη έμφαση στο ενδεχόμενο μελλοντικής αύξησης επιτοκίων. Στην προηγούμενη συνεδρίαση, ο Στίβεν Μίραν, εκλεκτός του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έκτοτε αποχώρησε από τη Fed, παράλληλα με την αποχώρηση του Τζερόμ Πάουελ από την προεδρία , για να αναλάβει επικεφαλής ο άλλος εκλεκτός του Τραμπ, Κέβιν Γουόρς, είχε ταχθεί υπέρ μείωσης των επιτοκίων. Αντίθετα, τρία ακόμη μέλη της FOMC στη Fed -η Μπεθ Χάμακ, ο Νιλ Κασκάρι και η Λόρι Λόγκαν- είχαν ζητήσει την κατάργηση της αντίληψης ότι η Fed διατηρεί προκατάληψη υπέρ της χαλάρωσης της πολιτικής.
Τα πρακτικά της συνεδρίασης αποκάλυψαν ότι ακόμη περισσότεροι αξιωματούχοι εξέφραζαν δυσφορία για τη διατύπωση του προηγούμενου ανακοινωθέντος. Ως εκ τούτου, αναμένεται ομόφωνη ψήφος υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων, αλλά με σαφώς πιο αυστηρό τόνο.
Με την αποχώρηση του Μίραν, δεν θεωρείται πιθανό ο Κέβιν Γουόρς να διαφοροποιηθεί από τα υπόλοιπα έντεκα μέλη ψηφίζοντας υπέρ μείωσης επιτοκίων, παρά το γεγονός ότι διορίστηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει επανειλημμένα ζητήσει χαμηλότερα επιτόκια.
Κατά τη συνέντευξη Τύπου, ο νέος πρόεδρος της Fed αναμένεται να αναγνωρίσει ότι οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες δεν δικαιολογούν μείωση επιτοκίων. Παράλληλα, ενδέχεται να επαναλάβει την άποψή του ότι οι επενδύσεις στην τεχνολογία θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα της αμερικανικής οικονομίας, επιτρέποντας ταχύτερη ανάπτυξη χωρίς αντίστοιχη αύξηση του πληθωρισμού.

Ο Κέβιν Γουόρς (αριστερά) κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου © EPA/WILL OLIVER
Η νέα στρατηγική της Fed και η συρρίκνωση του ισολογισμού
Ένα ακόμη κρίσιμο θέμα είναι ο ισολογισμός της Fed. Ο Κέβιν Γουόρς έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι το μέγεθός του παραμένει υπερβολικά μεγάλο σε σχέση με την οικονομία.
Στα τέλη του 2005, ο ισολογισμός της Fed αντιστοιχούσε περίπου στο 5,5% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Είκοσι χρόνια αργότερα, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την πανδημία, έχει εκτιναχθεί στο 21% του ΑΕΠ.
Κύρια αιτία ήταν οι μαζικές αγορές ομολόγων. Οι συνολικές τοποθετήσεις της Fed σε ομόλογα αντιστοιχούσαν πριν από δύο δεκαετίες στο 5,5% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα προσεγγίζουν το 20%. Παράλληλα, τα τραπεζικά αποθεματικά, που κάποτε αποτελούσαν μόλις το 0,1% του ΑΕΠ, πλέον πλησιάζουν το 10%.
Ο Γουόρς εμφανίζεται αποφασισμένος να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μια επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα θα απαιτούσε την απομάκρυνση από τον ισολογισμό της Fed στεγαστικών ομολόγων αξίας περίπου 2 τρισ. δολαρίων και κρατικών ομολόγων ύψους περίπου 2,5 τρισ. δολαρίων.
Η διαδικασία αυτή δεν θα ήταν απλή. Θα απαιτούσε όχι μόνο σημαντικές παρεμβάσεις στην πλευρά των περιουσιακών στοιχείων της Fed, αλλά και τροποποιήσεις στο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις απαιτήσεις ρευστότητας των τραπεζών.
Προς το παρόν, όλα αυτά παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο. Ωστόσο, η συγκεκριμένη συνεδρίαση ενδέχεται να προσφέρει τις πρώτες ενδείξεις για το πώς σκοπεύει να κινηθεί η νέα ηγεσία της κεντρικής τράπεζας.
Οι κινήσεις της Fed και η εικόνα για δολάριο, ευρώ, γεν
Στην αγορά συναλλάγματος, το κλίμα πριν από τη συνεδρίαση της Fed παραμένει ήπια θετικό για το δολάριο. Η σταδιακή εγκατάλειψη της προηγούμενης τάσης προς χαλάρωση της πολιτικής αποτέλεσε τη βάση για την ενίσχυση του αμερικανικού νομίσματος κατά τις τελευταίες εβδομάδες.
Η επίσημη απομάκρυνση από οποιαδήποτε «προδιάθεση χαλάρωσης» στο ανακοινωθέν της Fed θεωρείται σχεδόν βέβαιη και θα μπορούσε να προσφέρει περαιτέρω στήριξη στο δολάριο.
Παράλληλα, θεωρείται ακόμη πρόωρο ο Γουόρς να επιχειρήσει να περιορίσει τις προσδοκίες της αγοράς για αυστηρότερη πολιτική, καθώς η οικονομία και οι αγορές περιουσιακών στοιχείων συνεχίζουν να εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα παρά το ενεργειακό σοκ.
Υπό αυτό το πρίσμα, το δολάριο ενδέχεται να διατηρήσει το πλεονέκτημά του έναντι νομισμάτων χωρών με χαμηλότερες αποδόσεις, των οποίων οι κεντρικές τράπεζες επιχειρούν να αγνοήσουν τις βραχυπρόθεσμες πληθωριστικές πιέσεις.
Το ευρώ θα μπορούσε να κινηθεί εκ νέου προς την περιοχή του 1,15 έναντι του δολαρίου, ωστόσο η προοπτική μιας ακόμη αύξησης επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Ιούλιο αναμένεται να περιορίσει τις απώλειες του ευρωπαϊκού νομίσματος.
Η Fed και η αύξηση επιτοκίων της Ιαπωνίας
Η συνεδρίαση της Fed ακολούθησε επίσης τη συνεδρίαση της Τράπεζας της Ιαπωνίας. Παρ’ ότι προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων στο 1% για πρώτη φορά από το 1995, όπως αναμενόταν ευρέως, τα έντονα αρνητικά πραγματικά επιτόκια στην Ιαπωνία εξακολουθούν να καθιστούν το γεν ευάλωτο.
Μια πιο αυστηρή στάση της Fed θα μπορούσε να ωθήσει την ισοτιμία δολαρίου-γεν πάνω από το επίπεδο των 160 γεν ανά δολάριο, αυξάνοντας εκ νέου την πιθανότητα παρεμβάσεων από τις ιαπωνικές αρχές. Ωστόσο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στο Τόκιο γνωρίζουν ότι τέτοιες κινήσεις μπορούν μόνο να περιορίσουν προσωρινά τις πιέσεις έως ότου υποχωρήσουν οι ενεργειακές τιμές, επανέλθουν οι προσδοκίες για χαλάρωση της Fed και τα πραγματικά επιτόκια της Ιαπωνίας πλησιάσουν περισσότερο σε ουδέτερα επίπεδα.
Όπως αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg, ο Κέβιν Γουόρς αναλαμβάνει χωρίς την πολυτέλεια μιας ομαλής μετάβασης. Αντίθετα, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, την αυξανόμενη επιρροή των πιο «σκληρών» μελών της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής και τα ερωτήματα για το πώς σκοπεύει να εφαρμόσει τις αλλαγές που έχει προτείνει για τη λειτουργία της κεντρικής τράπεζας.
Παρ’ ότι οι αγορές θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, η επικοινωνιακή διαχείριση της απόφασης μόνο εύκολη δεν θα είναι. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική δημόσια εμφάνιση του Γουόρς ως επικεφαλής της Fed, με επενδυτές και αναλυτές να προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν το ύφος και τις προθέσεις της νέας ηγεσίας.
Ακόμη και αν αγνοήσει κανείς τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στις τιμές της ενέργειας, ο δομικός πληθωρισμός στις ΗΠΑ έχει επιταχυνθεί σημαντικά φέτος. Η εξέλιξη αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση τις μειώσεις επιτοκίων που οι αξιωματούχοι της Fed προέβλεπαν τον Μάρτιο και οδηγεί ορισμένους αναλυτές να εξετάζουν πλέον ακόμη και το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων.
Οι απόψεις του Γουόρς φαίνεται να κινούνται προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, έχει μακρά φήμη ως «γεράκι» της νομισματικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι ο πληθωρισμός αποτελεί ευθύνη της Fed και πρέπει να αντιμετωπίζεται χωρίς υπεκφυγές. Από την άλλη, έχει τονίσει ότι η έκρηξη επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη και οι πολιτικές ενίσχυσης της προσφοράς που προωθεί η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μπορούν να στηρίξουν ισχυρή ανάπτυξη χωρίς να προκαλέσουν νέες πληθωριστικές πιέσεις.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι ντι Βανς (αριστερά), και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο (δεξιά), ακούνε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να μιλάει στο Οβάλ Γραφείο © EPA/WILL OLIVER
Η σημασία του «dot plot» στη Fed
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα συγκεντρώσουν οι επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις της Fed και κυρίως το γνωστό «dot plot», το διάγραμμα που αποτυπώνει τις προσδοκίες των αξιωματούχων για την πορεία των επιτοκίων.
Ο ίδιος ο Γουόρς έχει επικρίνει στο παρελθόν τη συγκεκριμένη διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι περιορίζει την ευελιξία της κεντρικής τράπεζας απέναντι στα νέα οικονομικά δεδομένα. Για τον λόγο αυτόν, δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να υποβαθμίσει τη σημασία των προβλέψεων ακόμη περισσότερο από τον προκάτοχό του, Τζερόμ Πάουελ.
Ένα πιθανό σενάριο είναι η Fed να αφαιρέσει από το ανακοινωθέν της τη διατύπωση που υπονοεί ότι η επόμενη κίνηση θα είναι μείωση επιτοκίων, χωρίς όμως να προεξοφλήσει αύξηση. Μια τέτοια προσέγγιση θα ικανοποιούσε τα πιο αυστηρά μέλη της Επιτροπής και ταυτόχρονα θα συμβάδιζε με τη θέση του Γουόρς ότι η Fed πρέπει να αποφεύγει την υπερβολικά λεπτομερή καθοδήγηση των αγορών.
Στο επικοινωνιακό επίπεδο, ο νέος πρόεδρος της Fed έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θεωρεί πως η κεντρική τράπεζα μιλά υπερβολικά συχνά και με υπερβολικές λεπτομέρειες στις αγορές.
Οι συνθήκες αυτές ενισχύουν παράλληλα τις μεσοπρόθεσμες ανησυχίες για την πιστοληπτική εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά την υποβάθμιση της χώρας το 2025, η ανεξαρτησία της Fed εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα αξιοπιστίας του αμερικανικού θεσμικού πλαισίου, ακόμη και υπό τη συνεχιζόμενη πίεση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Fed: Ο πληθωρισμός παραμένει η βασική πρόκληση
Τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία, πάντως, ενισχύουν τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης ή ακόμη και της περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής. Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% εδώ και περισσότερο από πέντε χρόνια, ενώ το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ώθησε τον ετήσιο πληθωρισμό στο 4,2%.
Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας συνεχίζει να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Η ανεργία διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, στο 4,3%, ενώ η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας παραμένει ισχυρή. Το μείγμα αυτό περιορίζει τα περιθώρια της Fed για χαλάρωση της πολιτικής της στο άμεσο μέλλον.
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που πλανάται πάνω από την πρώτη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) υπό τον νέο πρόεδρό της, Κέβιν Γουόρς, είναι κατά πόσο θα επιχειρήσει να επιβάλει τις απόψεις του ή θα επιδιώξει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συναδέλφων του μέσω συναινέσεων, σημειώνουν αναλυτές στο Semafor.
Ο εκλεκτός του Τραμπ έχει προαναγγείλει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο επικοινωνίας της Fed, στη διαχείριση του ισολογισμού της και στην προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής στις εξελίξεις της Τεχνητής Νοημοσύνης. Όπως σημειώνει ο πρώην οικονομολόγος της Fed Ντέιβιντ Γουίλκοξ, παραμένει ασαφές ποια θα είναι η βασική κατεύθυνση της κεντρικής τράπεζας τα επόμενα χρόνια.
Πέρα από τη νομισματική πολιτική, οι προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ αναμένεται να γίνουν εντονότερες καθώς το ομοσπονδιακό χρέος πλησιάζει το ανώτατο θεσμοθετημένο όριο των 41,1 τρισ. δολαρίων προς τα τέλη του 2026.
Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των ενδιάμεσων εκλογών, οι δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν δυσμενείς. Τα ελλείμματα κινούνται κοντά στο 7,5% του ΑΕΠ, ενώ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται διαρκώς, περιορίζοντας την ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής και απορροφώντας πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλες προτεραιότητες.
Αυξημένοι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης
Παράλληλα, η διάρθρωση του αμερικανικού χρέους έχει γίνει πιο ευάλωτη. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό μετά την πανδημία, με αποτέλεσμα περίπου το 30% του συνολικού χρέους να λήγει εντός ενός έτους.
Αυτό σημαίνει ότι τεράστια ποσά πρέπει να αναχρηματοδοτούνται συνεχώς με τα επιτόκια που επικρατούν κάθε φορά στις αγορές. Εάν οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αυξηθούν περαιτέρω λόγω πληθωρισμού ή απώλειας εμπιστοσύνης των επενδυτών, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου θα μπορούσε να επιβαρυνθεί σημαντικά.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρά πλεονεκτήματα. Το βάθος και η ρευστότητα των αμερικανικών κεφαλαιαγορών, η διαρκής παγκόσμια ζήτηση για τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και ο ρόλος του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος συνεχίζουν να προσφέρουν σημαντική ευελιξία χρηματοδότησης.
Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, η επόμενη απόφαση της Fed θα ληφθεί υπό τη σκιά επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, δημοσιονομικών κινδύνων και αυξανόμενων πολιτικών παρεμβάσεων, παράγοντες που θα εξακολουθήσουν να καθορίζουν τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας τους επόμενους μήνες.
H περίοδος της Fed υπό τον Κέβιν Γουόρς μόλις ξεκινά. Ωστόσο, η πρώτη του συνεδρίαση αναμένεται να προσφέρει κρίσιμες ενδείξεις τόσο για τα αντανακλαστικά του απέναντι στον πληθωρισμό όσο και για τη μορφή που θα λάβει η νέα ηγεσία της ισχυρότερης κεντρικής τράπεζας του κόσμου.
