Εγκλωβισμένη η G7 στο τρίγωνο παγκόσμιων κινδύνων: Οικονομία, πόλεμοι και ΑΙ

Οι οικονομικοί κίνδυνοι, η στάση Τραμπ απέναντι στη Ρωσία και η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης κυριαρχούν στην ατζέντα των ηγετών στη G7

Οι σημαίες των G7 © EPA/ETTORE FERRARI

Μια κρίσιμη συνάντηση της G7 πραγματοποιείται Δευτέρα-Τετάρτη (15-17 Ιουνίου) στο Εβιάν της Γαλλίας, καθώς οι προκλήσεις παραμπέμπουν σε «Τρίγωνο των Βερμούδων». Οι ηγέτες των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξανόμενες προκλήσεις σε τρία μέτωπα: την παγκόσμια οικονομία, τους πολέμους και την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Στο μέτωπο της παγκόσμιας οικονομίας οι κίνδυνοι από τις επίμονες ανισορροπίες και το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού -ως απειλή που συνδυάζει την τάση για αυξανόμενο πληθωρισμό σε περιβάλλον υφεσιακών οικονομικών πιέσεων- προκαλούν ρίγη σε κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες. Θυμίζουν σε αρκετούς αναλυτές την πέριοδο της δεκαετίας του ’70, ενώ άλλοι θυμίζουν την περίοδο της ύφεσης που ακολούθησε  τη χρηματοοικονομική κρίση μετά το σπάσιμο της φούσκας του 2008 και τις ομοιότητες με τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Σε αυτο το πλαίσιο οι ηγέτες των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη καλούνται να αντιμετωπίζουν τρεις κίνδυνους που απειλούν την παγκόσμια οικονομία: τις αυξανόμενες εμπορικές εντάσεις, το χρέος και την υποτονική παγκόσμια ζήτηση.

Παράλληλα, οι ηγέτες βρίσκονται μπροστά σε πολυκρίση. Το άλλο μέτωπο κινδύνου είναι οι πόλεμοι και τα αδιέξοδα σε Ουκρανία και Ιράν. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις επιδιώκουν στη σύνοδο του γκρουπ των G7 να εξασφαλίσουν τη στήριξη του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για νέες ειρηνευτικές συνομιλίες με τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται σε κρίσιμη φάση στρατιωτικά και διπλωματικά. Παράλληλα ο Τραμπ προσπαθεί να επεγκλωβιστεί από τον πόλεμο στο Ιράν και βρίσκεται με το ένα χέρι να παζαρεύει μνημόνια κατανόησης πολλαπλών σημείων για να αποφύγει το κόστος μια ήττας στη Μέση Ανατολή και με το άλλο χέρι να παραμένει στη σκανδάλη.

Ταυτόχρονα, στο Εβιάν της Γαλλίας αναμένεται να βρεθούν στο ίδιο τραπέζι με τους ηγέτες της G7 και οι «γκουρού» της τεχνητής νοημοσύνης (AI), οι επικεφαλής των OpenAI, Google και Anthropic, (Σαμ Άλτμαν, Ντέμις Χασάμπις και Ντάριο Αμοντέι), καθώς η AI αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων για τις ευκαιρίες αλλά και τους κινδύνους. Οι ηγέτες των επτά ισχυρότερων οικονομιών θέλουν να ενημερωθούν για τις τελευταίες εξελίξεις στην AI, αλλά και για τις προκλήσεις που δημιουργεί η ταχύτατη ανάπτυξή της, από τις επιπτώσεις στην αγορά εργασίας έως τα ζητήματα ασφάλειας και ρύθμισης.

Υπό αυτό πρίσμα τα τρία αυτά σκληρά μέτωπα, διχάζουν τους ηγέτες του G7, καθώς κινούνται με διαφορετικά συμφέροντα, παρά τις εκκλήσεις για συντονισμό όπως στην κρίση του 2008.

G7: Στο επίκεντρο οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες

Η εκτόξευση του εμπορικού πλεονάσματος της Κίνας και οι επίμονες ανισορροπίες μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου επαναφέρουν στο προσκήνιο τους κινδύνους για τη διεθνή ανάπτυξη. Η σύνοδος της G7 στο Εβιάν φιλοδοξεί να ανοίξει έναν δύσκολο διάλογο για το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας. Καθώς οι ηγέτες των μεγαλύτερων ανεπτυγμένων οικονομιών προετοιμάζονται να συναντηθούν στο Εβιάν της Γαλλίας, ένα ζήτημα αναδεικνύεται ως ο κοινός παρονομαστής πολλών από τις σημερινές οικονομικές προκλήσεις: οι παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Η Γαλλία, η οποία επιδιώκει να προωθήσει έναν νέο κύκλο διαλόγου μεταξύ των χωρών με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα και εκείνων που εμφανίζουν διαχρονικά ελλείμματα, θεωρεί ότι η απουσία συντονισμένης δράσης θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημαντική απειλή για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας έδωσαν τα τελευταία στοιχεία από την Κίνα. Το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας στα αγαθά ανήλθε τον Μάιο στα 105,4 δισ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική των κινεζικών εξαγωγών παρά τις εμπορικές εντάσεις, την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και τις αυξανόμενες γεωπολιτικές αβεβαιότητες.

Κομβικό ρόλο στην επίδοση αυτή διαδραμάτισαν οι εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας και κυρίως η βιομηχανία ημιαγωγών, ένας τομέας που βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας τεχνολογικής αντιπαράθεσης.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν μια πραγματικότητα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες: η παγκόσμια ανάπτυξη παραμένει εξαρτημένη από ένα μοντέλο όπου ορισμένες χώρες παράγουν και εξάγουν πολύ περισσότερα από όσα καταναλώνουν, ενώ άλλες συνεχίζουν να στηρίζουν την παγκόσμια ζήτηση μέσω της κατανάλωσης και του δανεισμού.

Παγκόσμια οικονομία © Freepik

Παγκόσμια οικονομία © Freepik

Ο κίνδυνος από το κινεζικό πλεόνασμα

Παρότι το συνολικό κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα στους πρώτους πέντε μήνες του έτους εμφανίζεται ελαφρώς χαμηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις οικονομολόγων, το μέγεθός του αντιστοιχεί περίπου στο 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ποσοστό που θεωρείται πρωτοφανές για μια μεμονωμένη οικονομία.
Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η κινεζική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εξωτερική ζήτηση, ενώ η εγχώρια κατανάλωση παραμένει σχετικά αδύναμη.

Παρά τις προσπάθειες του Πεκίνου να ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση μέσω δημοσιονομικών μέτρων και παρεμβάσεων στην αγορά ακινήτων, τα νοικοκυριά συνεχίζουν να εμφανίζονται επιφυλακτικά στις δαπάνες τους. Η κρίση στον κλάδο των ακινήτων, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και οι ανησυχίες για την αγορά εργασίας περιορίζουν την καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Το αποτέλεσμα είναι η Κίνα να συνεχίζει να εξάγει σημαντικό μέρος της πλεονάζουσας παραγωγικής της ικανότητας προς τις διεθνείς αγορές, προκαλώντας ανησυχίες τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη.

Πολλοί δυτικοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι η υπερπαραγωγή σε τομείς όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες, οι ηλιακοί συλλέκτες και τα βιομηχανικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας ασκεί πιέσεις στις εγχώριες βιομηχανίες και εντείνει τις εμπορικές τριβές.

Οι ΗΠΑ και το βάρος των ελλειμμάτων

Στον αντίποδα βρίσκεται η αμερικανική οικονομία, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί ως ο βασικός κινητήρας της παγκόσμιας κατανάλωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν επί δεκαετίες μεγάλα εμπορικά και δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται από τη συνεχή εισροή ξένων κεφαλαίων. Το μοντέλο αυτό έχει συμβάλει στη διατήρηση της παγκόσμιας ζήτησης, αλλά παράλληλα έχει οδηγήσει σε αυξανόμενα επίπεδα χρέους.

Η κατάσταση αυτή προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερο προβληματισμό, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια παραμένουν υψηλότερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους αυξάνεται.

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η ισορροπία μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως βασικός μηχανισμός στήριξης της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, όταν οι ανισορροπίες αυτές διευρύνονται υπερβολικά, αυξάνεται ο κίνδυνος απότομων διορθώσεων, νομισματικών αναταράξεων ή ακόμη και εμπορικών συγκρούσεων.

G7: Οι τρεις μεγάλοι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία

Στο πλαίσιο αυτό, οι συζητήσεις στο G7 αναμένεται να επικεντρωθούν σε τρεις βασικούς κινδύνους. Ο πρώτος αφορά τη διεύρυνση των εμπορικών ανισορροπιών. Εάν οι πλεονασματικές οικονομίες δεν ενισχύσουν την εγχώρια ζήτηση και οι ελλειμματικές δεν περιορίσουν την εξάρτησή τους από τον δανεισμό, οι πιέσεις στο διεθνές εμπορικό σύστημα θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

Ο δεύτερος συνδέεται με την άνοδο του προστατευτισμού. Οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ Κίνας, Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ήδη οδηγήσει σε νέους δασμούς, περιορισμούς εξαγωγών και κρατικές επιδοτήσεις. Η περαιτέρω κλιμάκωση θα μπορούσε να περιορίσει τις επενδύσεις και να επιβραδύνει την ανάπτυξη.

Ο τρίτος αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Τα υψηλά επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, σε συνδυασμό με τα αυξημένα επιτόκια και τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οποιαδήποτε σοβαρή αναταραχή μπορεί να έχει παγκόσμιες επιπτώσεις.

ΜΑΚΡΟΝ ΣΤΑΡΜΕΡ ΤΡΑΜΠ ΖΕΛΕΝΣΚΙ

Εμανουέλ Μακρόν, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, Ντόναλντ Τραμπ © EPA/PRESIDENTIAL PRESS SERVICE HANDOUT

Η Ευρώπη αναζητά ρόλο διαμεσολαβητή στην Ουκρανία

Η Ευρώπη επιχειρεί να τοποθετηθεί ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη. Από τη μία πλευρά, οι ευρωπαϊκές οικονομίες επωφελούνται από το διεθνές εμπόριο και τη στενή συνεργασία με την Κίνα. Από την άλλη, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από τις φθηνές κινεζικές εισαγωγές και την εντεινόμενη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα του Πεκίνου.

Η γαλλική πρωτοβουλία για διάλογο μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών οικονομιών αποσκοπεί ακριβώς στην αποτροπή μιας νέας περιόδου παγκόσμιων οικονομικών συγκρούσεων. Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες. Οι διαφορετικές προτεραιότητες των χωρών, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αυξανόμενη στροφή προς την οικονομική αυτάρκεια καθιστούν δυσκολότερη την επίτευξη συναινέσεων.

Παράλληλα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σχεδιάζουν να αξιοποιήσουν τη σύνοδο της G7 στη Γαλλία την επόμενη εβδομάδα, προκειμένου να πείσουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να στηρίξει ένα νέο πλαίσιο ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Σύμφωνα με πηγές με γνώση των συνομιλιών, το Λονδίνο, το Παρίσι και το Βερολίνο εκτιμούν ότι η στρατιωτική και πολιτική ισορροπία έχει μεταβληθεί, δημιουργώντας παράθυρο ευκαιρίας για διπλωματική κινητικότητα.

Οι τρεις ευρωπαϊκές δυνάμεις, γνωστές ως E3, προωθούν πρόταση για άμεση κατάπαυση του πυρός στη γραμμή του μετώπου, η οποία θα αποτελέσει «αφετηρία διαπραγματεύσεων». Στο ίδιο πλαίσιο προτείνεται η παροχή ισχυρών εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης πολυεθνικής δύναμης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώθηκαν και σε κοινή δήλωση με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι μετά από συνομιλίες στο Λονδίνο.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η Δύση εντείνει την πίεση προς τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει μια διαπραγματευτική λύση. Τόνισε ότι μια βιώσιμη ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω συνομιλιών που θα περιλαμβάνουν την Ουκρανία, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Παράλληλα, διπλωματικές αντιπροσωπείες από τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο είχαν επαφές στη Μόσχα με το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών.

Παρά την επίμονη άρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν για άμεση κατάπαυση του πυρός, η Δύση εκτιμά ότι η κατάσταση στο πεδίο των επιχειρήσεων έχει μεταβληθεί. Ο πόλεμος, που διαρκεί πλέον περισσότερο από τρία χρόνια, παραμένει σε φάση φθοράς, με τη Ρωσία να καταγράφει περιορισμένα εδαφικά κέρδη και σημαντικές απώλειες, ενώ η ουκρανική πλευρά συνεχίζει πλήγματα σε κρίσιμες ρωσικές υποδομές.

G7: Ο ρόλος της Ευρώπης και η στάση των ΗΠΑ

Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιδιώκουν να ενισχύσουν τον ρόλο τους στις διαπραγματεύσεις, καθώς προηγούμενες αμερικανικές πρωτοβουλίες έχουν σε μεγάλο βαθμό παγώσει. Η εμπλοκή του Ντόναλντ Τραμπ θεωρείται κρίσιμη για την άσκηση πίεσης προς τη Μόσχα, με στόχο τη συγκρότηση ενός πολυμερούς σχήματος συνομιλιών που θα μπορούσε να ξεκινήσει ακόμη και μέσα στον επόμενο μήνα.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο προετοιμάζουν νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ωστόσο, η Μόσχα επιμένει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να διαδραματίσουν ουδέτερο ρόλο, καθώς έχουν ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Κιέβου. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει απορρίψει και την πρόταση για απευθείας συνάντηση με τον Ουκρανό πρόεδρο, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία μη ρεαλιστική υπό τις παρούσες συνθήκες.

G7 και τεχνητή νοημοσύνη: Ευκαιρίες και κίνδυνοι

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι η τρίτη πρόκληση στο τρίγωνο των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες της G7 στη Γαλλία. Η σύνοδος κορυφής αναμένεται να αποκτήσει έντονη τεχνολογική διάσταση, καθώς ανώτατα στελέχη από τις Anthropic PBC, OpenAI και την Google της Alphabet Inc. θα συμμετάσχουν στις εργασίες της, σύμφωνα με λίστα που δημοσιοποίησε το γαλλικό προεδρικό γραφείο. Μεταξύ αυτών βρίσκονται ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI, ο Ντέμις Χασάμπις της Google και ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic.

Η παρουσία των ηγετών της τεχνητής νοημοσύνης σε μια σύνοδο των G7 θεωρείται σπάνια, καθώς οι συγκεκριμένες εταιρείες βρίσκονται στην αιχμή του ανταγωνισμού στον κλάδο της AI. Παρά τον έντονο ανταγωνισμό, οι τρεις πλευρές επιβεβαίωσαν τη συμμετοχή τους, με στόχο τη συζήτηση κοινών προκλήσεων που αφορούν την ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Οι ηγέτες των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου έχουν εκφράσει αυξημένο ενδιαφέρον για τις τελευταίες εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για τις πιθανές επιπτώσεις της στην αγορά εργασίας, την οικονομία και την ασφάλεια. Εκπρόσωπος της OpenAI ανέφερε ότι η εταιρεία θα συμμετάσχει σε γενικές συζητήσεις για τις ευκαιρίες και τους κινδύνους της AI, χωρίς να αποκαλύψει περαιτέρω λεπτομέρειες. Αντίστοιχα, η Google και η Anthropic επιβεβαίωσαν την παρουσία των στελεχών τους, χωρίς όμως να δώσουν πληροφορίες για το περιεχόμενο των επαφών.

Η συνάντηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των κορυφαίων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες αναπτύσσουν ταχέως νέα μοντέλα και επενδύουν δισεκατομμύρια στην τεχνολογική υπεροχή. Παράλληλα, ο κλάδος αντιμετωπίζει αυξανόμενες ανησυχίες για τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης στην απασχόληση, αλλά και για τη ρυθμιστική εποπτεία. OpenAI και Anthropic βρίσκονται επίσης υπό πίεση να αποδείξουν τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών τους μοντέλων, ενόψει πιθανών αρχικών δημόσιων εγγραφών (IPO) στο μέλλον.

Η κοινή παρουσία των ηγετών των μεγαλύτερων εταιρειών AI στη G7 σηματοδοτεί μια σπάνια στιγμή συντονισμού σε έναν κατά τα άλλα έντονα ανταγωνιστικό κλάδο, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της τεχνητής νοημοσύνης για την παγκόσμια οικονομία και τις κυβερνήσεις, αλλά και τους κινδύνους που ενέχει η ενεξέλεγκτη ανάπτυξη για τις παγκόσμιες αγορές και τις οικονομίες.

G7: Μπόλικη δουλειά και διαιρέσεις

Κοντολογίς, η σύνοδος της G7 έχει μπόλικη δουλειά αλλά και διαιρέσεις καθώς κυριαρχούν διαφορετικά συμφέροντα των ισχυρών. Εκτός από πεδίο συζήτησης για τις δυνατότητες ρύθισης της τεχνητής νοημοσύνης σε παγκόσμιο επίπεδο αναδεικνύεται παράλληλα σε κρίσιμο διπλωματικό σταθμό.

Η Ευρώπη επιχειρεί να επανακαθορίσει τον ρόλο της στις συνομιλίες για την Ουκρανία, επιδιώκοντας παράλληλα τη στήριξη των ΗΠΑ σε ένα νέο πλαίσιο διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία, την ώρα που ο πόλεμος στον Ιράν καθρεφτίζει νέα αδιέξοδα στη Μέση Ανατολή για τις μεγάλες δυνάμεις.

Παράλληλα, στο πεδίο της παγκόσμιας οικονομίας, πολλοί αναλυτές, θεωρούν ότι η ανάγκη για συντονισμό της G7 είναι σήμερα μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Όπως υπογραμμίζουν, εάν δεν βρεθεί ένας νέος μηχανισμός εξισορρόπησης μεταξύ των οικονομιών που παράγουν πλεονάσματα και εκείνων που στηρίζουν τη ζήτηση μέσω ελλειμμάτων, οι σημερινές ανισορροπίες ενδέχεται να αποτελέσουν μία από τις σημαντικότερες πηγές αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία κατά την επόμενη δεκαετία.