WSJ: Η παγκόσμια οικονομία απειλείται και πάλι από εμπορικές ανισορροπίες

Τα επίμονα ελλείμματα και πλεονάσματα ΗΠΑ, Κίνας και Ευρώπης επαναφέρουν φόβους για αποσταθεροποίηση αγορών και νέα κρίση χρέους

Ντόναλντ Τραμπ και Εμανουέλ Μακρόν © EPA/YOAN VALAT

Οι μεγάλες εμπορικές ανισορροπίες επιστρέφουν στο επίκεντρο των ανησυχιών για την παγκόσμια οικονομία, καθώς τα επίμονα ελλείμματα των Ηνωμένων Πολιτειών συνυπάρχουν με τα υψηλά πλεονάσματα της Κίνας και, σε μικρότερο βαθμό, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας, αναφέρει η Wall Street Journal.

Το ζήτημα αναμένεται να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα της συνόδου κορυφής της G7 που θα διεξαχθεί από τις 15 έως τις 17 Ιουνίου στις γαλλικές Άλπεις, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα συναντηθεί με τους ηγέτες των ισχυρότερων ανεπτυγμένων οικονομιών.

Το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ αποτελεί ένα από τα αγαπημένα θέματα του Τραμπ, σημειώνει το δημοσίευμα. Οι οικοδεσπότες της συνόδου, ωστόσο, επιδιώκουν να διευρύνουν τη συζήτηση, εξετάζοντας συνολικά τις παγκόσμιες ανισορροπίες. Στο επίκεντρο βρίσκεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, ένας ευρύτερος δείκτης που, πέρα από τις εμπορικές συναλλαγές αγαθών, περιλαμβάνει τις υπηρεσίες και τα εισοδήματα από επενδύσεις. Απέναντι στο αμερικανικό έλλειμμα βρίσκονται τα αντίστοιχα πλεονάσματα της Κίνας, της Ευρώπης και της Ιαπωνίας.

Στο 3,7% του παγκόσμιου ΑΕΠ οι ανισορροπίες

Τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα αποτελούν ένα φυσιολογικό χαρακτηριστικό του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αποκτούν υπερβολικό μέγεθος και διατηρούνται επί σειρά ετών.

«Εκείνο που μας ανησυχεί είναι οι υπερβολικές ανισορροπίες», είχε επισημάνει τον Απρίλιο η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.

Σύμφωνα με υπολογισμούς του ΔΝΤ, το άθροισμα των ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων έφθασε πέρυσι στο 3,7% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αντιστρέφοντας τη σταθερή αποκλιμάκωση που είχε καταγραφεί μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι συνολικές ανισορροπίες κυμαίνονταν συνήθως μεταξύ 1% και 3% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής.

Η αύξησή τους προκαλεί ανησυχία, καθώς τα μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών είχαν συμβάλει στις κρίσεις που έπληξαν τη Λατινική Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 1980, την ανατολική και τη νοτιοανατολική Ασία στα τέλη της δεκαετίας του 1990, τις ΗΠΑ την περίοδο 2007-2009 και την Ευρωζώνη μετά το 2009.

Ο κίνδυνος από την εισροή ξένων κεφαλαίων

Κάθε έλλειμμα πρέπει να χρηματοδοτείται από εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό, είτε μέσω τραπεζικού δανεισμού είτε μέσω της πώλησης μετοχών και ομολόγων. Η διεύρυνση ενός ελλείμματος μπορεί, επομένως, να αποτελεί ένδειξη ότι δημιουργείται μία επενδυτική «φούσκα» ή μία υπερβολική συσσώρευση χρέους, η οποία τροφοδοτείται από ξένα κεφάλαια.

Η στεγαστική φούσκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, χρηματοδοτήθηκε σε σημαντικό βαθμό από χρήματα του εξωτερικού, τα οποία κατευθύνθηκαν έμμεσα σε τίτλους που συνδέονταν με στεγαστικά δάνεια.

Οι σημερινές ανισορροπίες, ωστόσο, έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τα ετήσια ελλείμματα είναι μικρότερα σε σύγκριση με πριν από 15 χρόνια, αλλά εμφανίζονται περισσότερο επίμονα και βαθιά ριζωμένα στην οικονομική συμπεριφορά των κρατών.

Το έλλειμμα 1,1 τρισ. δολαρίων των ΗΠΑ

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ανέρχεται στα 1,1 τρισ. δολάρια και είναι μακράν το μεγαλύτερο στον κόσμο. Ο Ντόναλντ Τραμπ αποδίδει το πρόβλημα στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών και προκρίνει ως βασική απάντηση την επιβολή δασμών.

Μελέτη στελεχών του ΔΝΤ, ωστόσο, διαπιστώνει ότι οι δασμοί αποτελούν ένα εργαλείο «μικροοικονομικής» βιομηχανικής πολιτικής, με περιορισμένη επίδραση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό συμβαίνει επειδή η μείωση ορισμένων εισαγωγών αντισταθμίζεται συχνά από μεταβολές στις επενδύσεις, στην κατανάλωση, στην αποταμίευση ή στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Οι δασμοί περιόρισαν πέρυσι ορισμένες κατηγορίες εισαγωγών. Η μεγάλη άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης, όμως, αύξησε τη ζήτηση για τεχνολογικό εξοπλισμό που κατασκευάζεται εκτός ΗΠΑ, με αποτέλεσμα το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών να μειωθεί ελάχιστα.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, σημαντικότερη αιτία του εξωτερικού ελλείμματος των ΗΠΑ είναι το μεγάλο δημοσιονομικό τους έλλειμμα, το οποίο συντηρεί την υπερβολική δαπάνη και το χαμηλό επίπεδο εθνικής αποταμίευσης.

Το Ταμείο εκτιμά ότι μία αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 2% του ΑΕΠ προκαλεί διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά περίπου 0,5% του ΑΕΠ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, πάντως, δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνες για τη θέση τους. Το έλλειμμά τους διευκολύνεται από τα υψηλά πλεονάσματα άλλων χωρών.

Σε αυτές περιλαμβάνεται η Γερμανία, η οποία αντιμετωπίζει χρόνια υποεπένδυση, αλλά κυρίως η Κίνα, που διαθέτει το μεγαλύτερο πλεόνασμα στον κόσμο. Εξάγοντας πολύ περισσότερα από όσα εισάγει, το Πεκίνο ωθεί ουσιαστικά τους εμπορικούς του εταίρους να εμφανίζουν ελλείμματα.

Πώς η Κίνα στηρίζει τις εξαγωγές της – Η προειδοποίηση Μακρόν

Η κινεζική ηγεσία, όπως και ο Ντόναλντ Τραμπ, δίνει προτεραιότητα στη μεταποίηση. Σε αντίθεση όμως με τους αμερικανικούς δασμούς, η βιομηχανική πολιτική του Πεκίνου επηρεάζει ουσιαστικά το εμπορικό ισοζύγιο, καθώς στηρίζεται σε ευρύτερα μακροοικονομικά εργαλεία.

Η Κίνα παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος και περιορίζει τις κινήσεις κεφαλαίων, διατηρώντας το γουάν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, το περιορισμένο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας ενθαρρύνει την αποταμίευση των νοικοκυριών και περιορίζει την κατανάλωση και τις εισαγωγές.

Το αποτέλεσμα είναι ένα οικονομικό μοντέλο που ευνοεί συστηματικά τις επενδύσεις, την παραγωγή και τις εξαγωγές εις βάρος της εσωτερικής ζήτησης.

Ο Εμανουέλ Μακρόν επιδιώκει η σύνοδος της G7 να οδηγήσει σε συντονισμένη πρωτοβουλία για τον περιορισμό των παγκόσμιων ανισορροπιών. Χωρίς διεθνή συνεργασία, προειδοποίησε, η αναγκαία προσαρμογή μπορεί να γίνει άτακτα και να προκαλέσει ευρύτερη οικονομική αποσταθεροποίηση.

Η προφανής λύση θα ήταν οι ΗΠΑ να περιορίσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα και η Κίνα να μεταρρυθμίσει το οικονομικό της μοντέλο, ενισχύοντας την κατανάλωση.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, μια εναλλακτική προσέγγιση θα μπορούσε να αντλήσει στοιχεία από τη Συμφωνία της Plaza του 1985. Τότε, οι χώρες της G5 συμφώνησαν σε συντονισμένες παρεμβάσεις που οδήγησαν σε ισχυρή υποτίμηση του δολαρίου έναντι του δυτικογερμανικού μάρκου και του ιαπωνικού γεν, περιορίζοντας τα επόμενα χρόνια τις εμπορικές ανισορροπίες.

Υπερτιμημένο το δολάριο, υποτιμημένο το γουάν

Το δολάριο θεωρείται σήμερα υπερτιμημένο με βάση αρκετούς δείκτες, ενώ το γουάν είναι υποτιμημένο κατά τουλάχιστον 15%, σύμφωνα με τον Τζόζεφ Γκανιόν του Peterson Institute for International Economics.

Οι Μπραντ Σέτσερ και Σαχίν Βαλέ, πρώην οικονομικοί σύμβουλοι των κυβερνήσεων ΗΠΑ και Γαλλίας, θεωρούν ότι ο τερματισμός των μεγάλων συναλλαγματικών υποτιμήσεων είναι το μέτρο που θα μπορούσε να συμβάλει αμεσότερα στην εξισορρόπηση του παγκόσμιου εμπορίου.

Ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία δεν φαίνεται πιθανή. Η Ουάσιγκτον επιρρίπτει την ευθύνη κυρίως στην Κίνα, ενώ το Πεκίνο δεν βλέπει λόγο να αλλάξει μια πολιτική που θεωρεί αποτελεσματική. Το ΔΝΤ, από την πλευρά του, δεν διαθέτει τα μέσα για να επιβάλει αλλαγές στις μεγαλύτερες οικονομίες.

Θα απαιτηθεί μια νέα κρίση;

Εάν οι κυβερνήσεις δεν καταφέρουν να διορθώσουν συντονισμένα τις ανισορροπίες, παραμένει το ερώτημα εάν η προσαρμογή θα επιβληθεί τελικά μέσω μιας νέας κρίσης.

Οι προηγούμενες κρίσεις δεν ακολούθησαν το ίδιο μοτίβο. Στη Λατινική Αμερική και την Ασία συνδέθηκαν με σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, υπερβολικό διασυνοριακό δανεισμό και απότομες υποτιμήσεις. Στην Ευρωζώνη εμφανίστηκαν παρόμοιες πιέσεις, ενώ στις ΗΠΑ η στεγαστική φούσκα χρηματοδοτήθηκε κυρίως μέσω ιδιωτικού χρέους.

Σήμερα, τα περισσότερα νομίσματα κινούνται ελεύθερα, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την πρόβλεψη της μορφής που θα μπορούσε να λάβει μια νέα αναταραχή.

Αμερικανικές μετοχές 736 δισ. δολαρίων σε ξένους επενδυτές

Μελέτη της οικονομολόγου του MIT Κρίστιν Φορμπς και τριών ακόμη ερευνητών διαπιστώνει ότι οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν πρόσφατα μεγάλο μέρος του ελλείμματός τους μέσω πωλήσεων μετοχών σε ξένους επενδυτές. Οι σχετικές τοποθετήσεις έφθασαν πέρυσι στο ιστορικό υψηλό των 736 δισ. δολαρίων.

Μια μεγάλη πτώση των αμερικανικών μετοχών, για παράδειγμα λόγω απογοήτευσης από τις αποδόσεις της τεχνητής νοημοσύνης, θα μείωνε την αξία των αμερικανικών υποχρεώσεων προς το εξωτερικό και πιθανώς θα αποδυνάμωνε το δολάριο, συμβάλλοντας στη διόρθωση του ελλείμματος.

Θα προκαλούσε, όμως, σημαντικές απώλειες στους ξένους επενδυτές, με κίνδυνο μετάδοσης της αναταραχής στις αγορές ομολόγων και συναλλάγματος.

Η Συμφωνία της Plaza παραμένει υπόδειγμα διεθνούς συντονισμού. Ωστόσο, οι πληθωριστικές πιέσεις που ακολούθησαν συνέβαλαν στις συνθήκες που οδήγησαν στο χρηματιστηριακό κραχ του 1987.